Η παράξενη (και φευγαλέα) γεύση της κανονικότητας

 

Αν το κλίμα στην προεκλογική-όσο-ποτέ Ελλάδα του 2019 δεν είχε αποκλείσει, μέσα από την ένταση, κάθε ψύχραιμη ματιά στα πράγματα όπως αυτά εξελίσσονται, θάλεγε κανείς ότι γίνονται αληθινά βήματα προς την πολυπόθητη – υποτίθεται – κανονικότητα.

Δείτε: η ολοκλήρωση της διαδικασίας της συνταγματικής αναθεώρησης σε αυτήν την προ-αναθεωρητική Βουλή, έτσι όπως στην ουσία αποσυνδέει από την (μη) εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας την πρόωρη διάλυση της Βουλής/τις πρόωρες μεθεπόμενες εκλογές, βγάζει – όχι μόνον τώρα, αλλά και για την συνέχεια της πολιτικής ζωής στα χρόνια που έρχονται – από την μέση έναν διαταρακτικό παράγοντα. Το να χάνει δηλαδή μια κυβέρνηση την δυνατότητα να ολοκληρώσει την πολιτική της από ένα είδος πολιτικής καραμπόλας. Έτσι, οι «παρενθέσεις» (όπως η πολυσυζητημένη τώρα «Δεξιά παρένθεση» για τις αναμενόμενες σε 2+ ή 7 μήνες εκλογές) παύουν, υποτίθεται, να ασκούν την αποδιαρθρωτική τους επιρροή.

Αυτά βέβαια, απαιτούν οι τωρινές δημοσκοπικές προβλέψεις να βγουν – στο περίπου έστω – σωστές. Δηλαδή να προκύψει από τις κάλπες (που ήταν ευχάριστο να ακούει κανείς και από τους δυο αρχηγούς, ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, στο βήμα της Βουλής το αυτονόητο: ότι όλοι οι σχεδιασμοί και υπολογισμοί θα περάσουν, τώρα, από την κάλπη…) ένα αποτέλεσμα που να ολοκληρώσει την συνταγματική αναθεώρηση. ΚΑΙ σ’ αυτό το ζήτημα, της αποσύνδεσης της προεδρικής εκλογής από πρόωρες εκλογές, ΚΑΙ σε όλα τα άλλα (νόμος περί μη-ευθύνης υπουργών, βουλευτική ασυλία, σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους). Διότι πάντα ελλοχεύει η πιθανότητα εκτροχιασμού της ίδιας της συνταγματικής αναθεώρησης στην επόμενη, Αναθεωρητική Βουλή…

Δείτε όμως και μιαν άλλη πτυχή, όπως θάλεγε κανείς ότι πήγαινε να στεριώσει η καημένη η κανονικότητα. Εδώ και κάποιον καιρό, το μείζον βαρίδι που κουβαλάει μεσοπρόθεσμα η Ελληνική οικονομία – τα μη-βιώσιμα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα του 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022, που κόβουν αυτόματα την ροπή της οικονομίας για επανεκκίνηση, ιδίως έτσι που στην Ελληνική περίπτωση δεν ανακυκλώνονται στην οικονομία αλλά «εξάγονται» για εξυπηρέτηση του χρέους – έδειχνε να πηγαίνει για επανασυζήτηση. Η υπόθεση της εκλογίκευσης των πρωτογενών πλεονασμάτων είχε τεθεί εδώ και καιρό και ακαδημαϊκά/τεχνοκρατικά – εκεί που αυτή η διάσταση συγγενεύει με την πολιτική… – με τις αναλύσεις/προτάσεις Νίκου Χριστοδουλάκη και Γιάννη Στουρνάρα. ήδη όμως την είχε κάνει λάβαρο ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ως υπόσχεση νέας στροφής στην διαχείριση της οικονομίας. είχαν ακουστεί και Ευρωπαϊκές φωνές συνηγορίας. από δε πλευράς Κυβερνήσεων (η οποία δεν μπορεί, βέβαια, να αποκηρύξει βασική συνιστώσα του συμβιβασμού με τους «εταίρους») δίνονταν σημάδια ότι και αυτή θα προσερχόταν να συμπράξει στην προσπάθεια αναθεώρηση του στόχου πλεονάσματος.

Και εδώ, είχαν γίνει προσεκτικές τοποθετήσεις, ώστε να μην δοθεί η εντύπωση επανάληψης της αλήστου μνήμης «επαναδιαπραγμάτευσης». Στον σχεδιασμό Στουρνάρα-Χριστοδουλάκη διευκρινιζόταν ότι το 1-1,5% του ΑΕΠ σε μείωση των πλεονασμάτων θα «κλείδωνε» σε επενδυτικούς σκοπούς. στην τοποθέτηση Κυριάκου διευκρινίστηκε ότι πρώτα θα επεχειρείτο αλλαγή μείγματος πολιτικής, ύστερα θα εξασφαλιζόταν αποκατάσταση της εμπιστοσύνης (μέχρι και με υλοποίηση του Προϋπολογισμού 2020…) και μόνον μετά απ’ αυτά θα γινόταν η προσπάθεια για αναθεώρηση του στόχου ελλείμματος. Όμως…

…Όμως δεν βράδυνε να επιπέσουν σ’ αυτήν την προσπάθεια και οι Εκθέσεις για την Ελληνική οικονομία (του ΔΝΤ η άποψη, η ευνοϊκότερη ανέκαθεν για την μείωση των πλεονασμάτων, ήρθε κι έδεσε με την προειδοποίηση ότι ένα 1% του ΑΕΠ ήδη «χάνεται» με τις δικαστικές αποφάσεις αναδρομικών), ήδη δε και η νάρκη της δήλωσης Κλάους Ρέγκλινγκ του ESM. Ο οποίος, μη στοχεύοντας ειδικά Κυβέρνηση η Αντιπολίτευση ή μελλοντική Κυβέρνηση, ξέκοψε ότι θέμα μείωσης των πλεονασμάτων, δεν!

Έτσι, λοιπόν, πορευόμαστε προς τις κάλπες με την κανονικότητα να κάνει fade out στο φόντο της οθόνης.