Η κυβέρνηση Μητσοτάκη κατάφερε με ακριβέστερη πρόβλεψη, καλύτερο σχεδιασμό και αποτελεσματικότερη οργάνωση να διαχειριστεί τις αλλεπάλληλες κρίσεις, κάνοντας λιγότερα λάθη από άλλες κυβερνήσεις, πλην όμως η χώρα έχει περιορισμένες αντοχές

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιούλιος 2022, τ.1020

ANAΛΥΣΗ

του Αντώνη Κεφαλά

Τα χρόνια από το 2008 και μετά μπορεί να θεωρηθούν ως χρόνια σκληρής δοκιμασίας για την Ελλάδα. Με το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, το Σπίτι Ελλάς κατέρρευσε σαν φτιαγμένο από τραπουλόχαρτα. Η ταχύτητα και η έκταση της κατάρρευσης εξέπληξε όσους για χρόνια ζούσαν στην ευδαιμονία της δανεικής αστακομακαρονάδας και των κοινοτικών επιδοτήσεων – δηλαδή τη μεγάλη πλειοψηφία. Η μικρή μειοψηφία, που είχε προειδοποιήσει, ήδη από το 2002, ότι η κρίση θα ήταν αναπόφευκτη, αν δεν άλλαζε το μοντέλο ανάπτυξης, είχε καταδικαστεί στη σιωπή του ενοχλητικού.

Η δωδεκαετία 2008-2019 ήταν καταστρεπτική για τη χώρα. Έχει λεχθεί δεκάδες φορές ότι η Ελλάδα υπέστη τη βαθύτερη ύφεση από οποιαδήποτε οικονομία από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης – 25% του ΑΕΠ. Αυτή η καταστροφή και η αδυναμία της πολιτικής και της συνδικαλιστικής ηγεσίας να τη διαχειριστούν ενέτειναν την κρίση, οδήγησαν την κοινωνική πλειοψηφία σε απόγνωση και την πρόσφερε ως εύκολο και έτοιμο θύμα στον λαϊκισμό.

Το τίμημα του λαϊκισμού

Η κατηγορία –που σε σημαντικό βαθμό ευσταθούσε– ότι ούτε οι Ευρωπαίοι ούτε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) γνώριζαν πώς να διαχειριστούν την ελληνική κρίση βοήθησε στην επικράτηση του απατηλού ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό, όμως, δεν μπορούσε να εμποδίσει την προδιαγεγραμμένη αυτοκαταστροφή του λαϊκισμού, η ανεπάρκεια του οποίου στη διαχείριση κρίσεων υπερκέρασε ακόμη και το μέγεθος των ψεύτικων υποσχέσεών του.

Η κυβέρνηση της ΝΔ στήριξε την απήχησή της στον λαό και το μέλλον της σε δύο παράγοντες: τον σεβασμό προς τους θεσμούς και την αξιοπιστία. Η αλήθεια είναι ότι είχε στις τάξεις έμπειρα στην άσκηση εξουσίας στελέχη, αρκετά κουρσεμένα από το σημιτικό ΠΑΣΟΚ. Δεν ήταν δέσμια ιδεοληψιών. Και ήταν διατεθειμένη να σπάσει αυγά.

Δεν πρόλαβε καλά-καλά να καθίσει στον θώκο της κυβέρνησης και ξέσπασε η κρίση του κορονοϊού. Σχεδόν ταυτόχρονα ήρθαν η συνδυασμένη μεταναστευτική κρίση και το θερμό καλοκαίρι στο Αιγαίο με την Τουρκία. Το ξέσπασμα του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας προστέθηκε στον βαρύ κατάλογο των άλλων κρίσεων, χωρίς καν τη βεβαιότητα ότι είναι το… κερασάκι στην τούρτα. Διότι οι πιο στοχαστικοί παρατηρητές με βεβαιότητα θεωρούν ότι οι κρίσεις θα συνεχίσουν να έρχονται.

Αναπόφευκτο, μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο, είναι πλέον το ερώτημα για τις αντοχές της χώρας.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διαχωρίσουμε το θετικό αποτέλεσμα που φέρνει ο σχεδιασμός, η πρόβλεψη, η προετοιμασία στην αξιοποίηση των πόρων που υπάρχουν από την αντικειμενική επάρκεια μιας χώρας να αντιμετωπίζει κρίσεις.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη κατάφερε με ακριβέστερη πρόβλεψη, καλύτερο σχεδιασμό και αποτελεσματικότερη οργάνωση να διαχειριστεί τις αλλεπάλληλες κρίσεις. Λάθη έγιναν – όχι όμως περισσότερα, σίγουρα σε πολλές περιπτώσεις λιγότερα απ’ ό,τι σε άλλα κράτη.

Είναι επίσης γεγονός ότι καμία ευρωπαϊκή χώρα –με εξαίρεση ίσως τη Γερμανία– δεν είχε τους υλικούς και ανθρώπινους πόρους για να αντιμετωπίσει ως μονήρης παίκτης τις κρίσεις αυτές. Η Ελλάς επέζησε χάρη στην κοινοτική στήριξη – που δόθηκε ισότιμα προς όλους. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, που στάθηκε όρθια ενώ παράλληλα αντιμετώπιζε την πρόσθετη επιβάρυνση της τουρκικής επιθετικότητας, γεγονός που την υποχρέωσε μεταξύ άλλων να δαπανήσει σημαντικά ποσά σε εξοπλισμούς.

Οι αντοχές της οικονομίας

Το βασικό ερώτημα, λοιπόν, αφορά τις αντοχές της ελληνικής οικονομίας όταν δεν υπάρχει κρίση. Η απάντηση δίνεται εν μέρει αντίστροφα. Διότι θα μπορούσε κάλλιστα να υποστηριχτεί ότι οι κρίσεις με τη βοήθεια που έφεραν αποτελούσαν κατά μία έννοια… ευχής έργον. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι με τη δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης, που ιδρύθηκε με πρωτοποριακό για την ΕΕ τρόπο, εισέρευσαν ήδη και θα εισρέουν στο άμεσο μέλλον σημαντικά ποσά, που σε επίσης σημαντική έκταση καλύπτουν το επενδυτικό έλλειμμα από το οποίο υποφέρει η οικονομία.

Αυτό το παράδειγμα από μόνο του υπογραμμίζει ότι η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας σε κρίσεις είναι περιορισμένη. Διότι είναι βέβαιο ότι τα ποσά που φέρνει το Ταμείο Ανάκαμψης έρχονται πολύ πιο γρήγορα, επίκαιρα και αποτελεσματικά σε σύγκριση με τις εξελίξεις υπό ομαλές συνθήκες – οπότε η κάλυψη του επενδυτικού ελλείμματος θα ήταν πολύ πιο αργή και λιγότερο αποτελεσματική, με αρνητική έτσι επίπτωση στην ανάπτυξη. Δυστυχώς, το βασικό πρόβλημα της οικονομίας παραμένει το ίδιο εδώ και τουλάχιστον μισό αιώνα: η μικρή και μη διεθνώς ανταγωνιστική παραγωγική βάση.

Η χώρα πλήρωσε πολύ ακριβά τη λαθεμένη απόφασή της να επιδιώξει την ανάπτυξή της με βάση τη βαριά βιομηχανία. Δεν είχε ούτε το εκπαιδευμένο προσωπικό, ούτε την ενέργεια, ούτε τις πρώτες ύλες για να τη στηρίξει. Αντίθετα, σπατάλησε πολύτιμους πόρους που τους στέρησε από τομείς στους οποίους είχε και μπορούσε να αναπτύξει περαιτέρω το συγκριτικό της πλεονέκτημα: τη γεωργία και την ελαφρά βιομηχανία. Μόνο τον τουρισμό ανέπτυξε με βάση τα πλεονεκτήματά της, κι αυτόν με τρόπο στρεβλό: στράφηκε στον φτηνό μαζικό τουρισμό, χωρίς να έχει ούτε την τεχνογνωσία, ούτε τους πόρους, ούτε καν τη γεωγραφική έκταση για να τον υποστηρίξει.

Το στρεβλό μοντέλο

Η προσπάθεια εκβιομηχάνισης της χώρας ξεκίνησε το 1953 και κατέρρευσε στη δεκαετία του 1980, με ευθύνη της ΝΔ, που προηγήθηκε, και του ΠΑΣΟΚ που την ακολούθησε. Στα περίπου τριάντα χρόνια που πέρασαν από το 1990 –όταν θάφτηκε οριστικά το όνειρο της εκβιομηχάνισης– η χώρα δεν κατάφερε να ξεφύγει από το στρεβλό μοντέλο ανάπτυξης που της κληρονόμησε το αποτυχημένο παρελθόν.

Στην ουσία, στην περίοδο 1990-2008 επέζησε με δανεικά και επιδοτήσεις, που πήγαν στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων και ακριβών τοπικών υπηρεσιών. Όταν το πάρτι τελείωσε, η Ελλάδα ανακάλυψε την επιστροφή στη μιζέρια. Πέρασε 12 χρόνια βυθισμένη σ’ αυτήν, χωρίς να διορθώσει κανένα από τα προβλήματά της· κι όταν επιτέλους της παρουσιάστηκε η ευκαιρία το 2019, ήρθε ο καταιγισμός των νέων κρίσεων για να την εμποδίσει.

Αν υιοθετηθεί μια αυστηρή προσέγγιση, στην τριετία 2019-2022 η χώρα κατάφερε να περάσει από το χαρτί στην ψηφιακή εποχή, χωρίς να έχει μπει στην αναλογική, να αναβαθμίσει αρκετούς από τους θεσμούς της και να αποκτήσει έτσι μια διεθνή αξιοπιστία. Οι ιδιαίτεροι χειρισμοί που χαρακτηρίζουν την αντιμετώπιση της Τουρκίας έχουν συμβάλει σ’ αυτό σε σημαντικό βαθμό.

Η παραγωγική βάση της χώρας παραμένει, όμως, περιορισμένη και εσωστρεφής. Ο τουριστικός τομέας μόλις τώρα αρχίζει να αλλάζει. Η ελαφρά βιομηχανία έχει φύγει. Η βαριά εκπροσωπείται από περίπου 15-20 εταιρείες – που σταδιακά περνούν στα χέρια ξένων. Η γεωργία έχει σε μεγάλο βαθμό εγκαταλειφθεί. Η όποια ανάκαμψη συνοδεύεται από προβλήματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, απλώς διότι οι εισαγωγές αποτελούν σημαντικό μέρος της προστιθέμενης αξίας της παραγωγής. Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση μας είναι αρνητική. Το μεγαλύτερο μέρος της εισροής ξένων επενδυτικών κεφαλαίων κατευθύνεται σε εξαγορές και συγχωνεύσεις, η αναλογία άμεσης ξένης επένδυσης (greenfield investment) στο σύνολο είναι μικρή.

Η ψεύτικη ευδαιμονία

Λάθος, λοιπόν, μετράμε την ανάπτυξη και τον πλούτο με αναφορά στο ΑΕΠ – ειδικά για την Ελλάδα θα οφείλαμε να κρίνουμε την κατάστασή μας, τον πλούτο μας, την ανθεκτικότητά μας με αναφορά στο καθαρό εθνικό εισόδημα. Η απόκλιση μεταξύ των δύο πλησιάζει το 20%. Ζούμε ακόμη, δηλαδή, μία ως έναν βαθμό ψεύτικη ευδαιμονία.

Η Ελλάδα δεν είναι ανθεκτική στις κρίσεις. Επειδή όμως ανήκει στην ΕΕ και στο ευρώ, οι κρίσεις φέρνουν και τη σωτηρία της Ελλάδος, διότι της δίνουν πόρους που διαφορετικά δεν θα έπαιρνε: πόρους που ξεπερνούν τη ζημιά που κάνει η κρίση, πόρους που, αν τελικά έρχονταν, θα ήταν με καθυστέρηση, ακριβότεροι και πιο απαιτητικοί.

Το πρόβλημα δεν είναι απλώς το έλλειμμα επενδύσεων. Είναι και τι επενδύσεις θα γίνουν – σε ποιους τομείς και με τι μορφή. Το πρόγραμμα Ελλάδα 2.0 επιχειρεί να χαράξει νέες κατευθύνσεις αλλά, σε τελική ανάλυση, είναι υποχρεωμένο να δουλέψει με τα υλικά που έχει. Όταν η συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών επιχειρήσεων είναι οι μικρότερες στην Ευρώπη και έχουν τη χαμηλότερη παραγωγικότητα, σοβαρή αντοχή σε κρίσεις δεν υπάρχει.

Το έργο της ανασυγκρότησης του παραγωγικού ιστού είναι τιτάνιο και χρονοβόρο. Είναι δουλειά τουλάχιστον μίας γενιάς – κι αυτό επειδή η ψηφιακή επανάσταση διευκολύνει την ταχύτητα και τις ανατροπές. Η αρχή έχει γίνει. Το ερώτημα είναι αν θα προχωρήσει. Και με ποιον;