Η σημασία της ανταγωνιστικότητας – α’ μέρος

 

Η σημασία της ανταγωνιστικότητας

 

“Αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις”[1]

του Θάνου Σκούρα
Η έννοια της ανταγωνιστικότητας μπορεί να έχει θετική ή αρνητική  χροιά και η σημασία της δεν είναι πάντα προφανής. Άς ξεκινήσουμε από τον ορισμό που δίνει το λεξικό του Μπαμπινιώτη.[2] Σύμφωνα με το λεξικό, η ανταγωνιστικότητα έχει δύο έννοιες, 1. ο ανταγωνισμός, η δημιουργία αντιπαλότητας, π.χ. η ανταγωνιστικότητα μεταξύ των μαθητών για την πρωτιά οδηγεί στην βαθμοθηρία, 2. η ικανότητα ή δυνατότητα να είναι κανείς/κάτι ανταγωνιστικός/ό, π.χ. η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών  προϊόντων. Και τι σημαίνει ανταγωνιστικός; Σύμφωνα με το λεξικό, αυτός που σχετίζεται με τον ανταγωνισμό ή είναι ικανός για ανταγωνισμό. Διόλου διαφωτιστικοί κυκλικοί ορισμοί που τελικά παραπέμπουν στον ορισμό του ανταγωνισμού, αν δεν εξισώνουν πλήρως την ανταγωνιστικότητα με τον ανταγωνισμό.
Τι λέει λοιπόν το λεξικό για τον ανταγωνισμό; Ανταγωνισμός είναι ο αγώνας μεταξύ αντιπάλων που έχουν τις ίδιες ή παραπλήσιες επιδιώξεις, με σκοπό την ανάδειξη , την επικράτηση, τη νίκη του ενός. Παράδειγμα, ο σκληρός ανταγωνισμός μεταξύ των μαθητών συχνά επιδρά βλαπτικά στις μεταξύ τους σχέσεις. Ως συνώνυμα του ανταγωνισμού, αναφέρονται η αντιπαλότητα και η αντιζηλία, ενώ αντίθετα είναι η αλληλεγγύη, αλληλοβοήθεια, σύμπραξη, συνεργασία.
Διευκρινίζεται επίσης, ότι «ο ανταγωνισμός διαφέρει από τον συναγωνισμό στο ότι ο ανταγωνισμός προϋποθέτει αντιπαλότητα που μπορεί να φτάνει μέχρι την σύγκρουση, ενώ ο συναγωνισμός δηλώνει τον παράλληλο αγώνα, την διαγώνιση και διεκδίκηση, απαλλαγμένη από διαμάχες και συγκρούσεις». Τέλος, το λεξικό μας πληροφορεί σχετικά με την ετυμολογία του ανταγωνισμού, και αυτό είναι ίσως κρίσιμης σημασίας, ότι «η λέξη μαρτυρείται από το 1886». Πρόκειται επομένως για σχετικά νέα λέξη που κατά πάσα πιθανότητα προέκυψε από μετάφραση της λατινογενούς λέξης competition.
Είναι νομίζω σαφές ότι, σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό, η ανταγωνιστικότητα έχει αρνητική χροιά. Αυτό όμως δεν ισχύει στην οικονομική επιστήμη. Ο Adam Smith, που θεωρείται ο πατέρας της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης, την θεμελιώνει πάνω στον θετικό και χρήσιμο ρόλο του ανταγωνισμού και ανταγωνιστικότητας για την ευημερία της κοινωνίας. Είναι άξιο προσοχής ότι η λέξη που χρησιμοποιεί δεν είναι antagonism, η οποία έχει αρνητική χροιά παρόμοια του ανταγωνισμού, αλλά competition, η οποία εννοιολογικά και ετυμολογικά συγγενεύει με τον συναγωνισμό. Δεν είναι επομένως   προφανές γιατί η λέξη competition μεταφράστηκε, τουλάχιστον στον οικονομικό χώρο και σε σχέση με την πολιτική οικονομία, ως ανταγωνισμός και όχι συναγωνισμός.[3]
Δυστυχώς, η εννοιολογική αυτή διαστρέβλωση επεκράτησε μέσα στο χρόνο και η δόκιμη πλέον μετάφραση της λέξης competition είναι ανταγωνισμός. Δεδομένου ότι είναι μάλλον πολύ αργά για την επανακαθιέρωση των όρων συναγωνισμός και συναγωνιστικότητα στην ελληνική βιβλιογραφία της οικονομικής επιστήμης, θα συνεχίσουμε να αναφερόμαστε σε ανταγωνισμό και ανταγωνιστικότητα αλλά έχοντας συνείδηση της διάκρισης που απαιτείται συχνά και της θετικής χροιάς που έχουν κατά κανόνα στην οικονομική επιστήμη οι ήδη καθιερωμένοι όροι. Η παράπλευρη μεταφραστική απώλεια είναι βέβαια η δυσκολία καθαρής διάκρισης μεταξύ ανταγωνισμού και συναγωνισμού, με την ίδια λέξη competition να μεταφράζεται συνήθως αυθαίρετα άλλοτε ως ανταγωνισμός και άλλοτε ως συναγωνισμός.

Επιχειρήσεις, μικροοικονομική θεωρία και ανταγωνιστικότητα

Δεν είναι ευρέως γνωστό και κοινώς αποδεκτό ότι η επιχειρηματική δραστηριότητα και η σχέση μεταξύ επιχειρήσεων προσιδιάζει μάλλον στον συναγωνισμό παρά στον ανταγωνισμό. Και όμως, οι περιπτώσεις σύμπραξης και συνεργασίας είναι συχνά πιό συμφέρουσες για τις επιχειρήσεις και  πιο διαδεδομένες από τις τάσεις αντιπαλότητας, αντιζηλίας και  σύγκρουσης.[4] Γενικά, τα συναισθήματα αντιπαλότητας και αντιζηλίας καθώς και η συγκρουσιακή νοοτροπία αντιστρατεύονται την ορθολογική και ψύχραιμη συμπεριφορά που απαιτεί η ικανοποιητική κερδοφορία  και μακροημέρευση μιας επιχείρησης.
Πώς επιτυγχάνεται η καλή και διατηρήσιμη κερδοφορία; Μέσα από την ικανότητα μιας επιχείρησης να ικανοποιεί αξιόπιστα και μακροχρόνια τις επιθυμίες των πελατών της. Στην δημιουργία και την επέκταση πιστής πελατείας, η επιχείρηση βρίσκεται σε συναγωνισμό με άλλες επιχειρήσεις, οι οποίες επιδιώκουν επίσης τον ίδιο σκοπό.
Σε γενικές γραμμές, η ένταση του συναγωνισμού διαφέρει ανάλογα με τον αριθμό των επιχειρήσεων σε μια αγορά. Έτσι είναι λιγότερο έντονος σε αγορές με λίγες επιχειρήσεις, όπως οι μονοπωλιακές ή ολιγοπωλιακές και περισσότερο έντονος  σε αγορές με πολλές επιχειρήσεις, όπως σε αυτές που προσεγγίζουν το μοντέλο του «τέλειου συναγωνισμού» (perfect competition).
Ειδικά στις ακραίες συνθήκες και εντονότατο συναγωνισμό που επικρατούν στο προνομιακό αυτό μοντέλο-ιδεώδες της οικονομικής θεωρίας, δεν υπάρχει θέση για αντιπαλότητα και αντιζηλία, ούτε γενικότερα για άλλα συναισθήματα μεταξύ των συναγωνιστών. Κάθε επιχείρηση αγωνίζεται να ξεπεράσει τον εαυτό της για να επιβιώσει και ο συναγωνισμός είναι τελείως απρόσωπος. Αν σε ολιγοπωλιακές αγορές υπάρχει η δυνατότητα αντιπαλότητας και αντιζηλίας και ο περιορισμένος συναγωνισμός αφήνει περιθώρια για την ανάπτυξη ανταγωνισμού (όπως και για συνεργασία), οι συνθήκες που χαρακτηρίζουν το πιό γνωστό και βασικό μοντέλο της οικονομικής θεωρίας αποκλείουν οποιαδήποτε σχέση εκτός από τον καθαρό συναγωνισμό. Εφόσον η σχέση μεταξύ επιχειρήσεων είναι καθαρά σχέση συναγωνισμού, είναι φανερό ότι κακώς έχει επικρατήσει να αποκαλείται «τέλειος ανταγωνισμός». Το σωστό θα ήταν «τέλειος συναγωνισμός».
Το συμπέρασμα είναι ότι η οικονομική θεωρία εστιάζει κατά κανόνα στον συναγωνισμό παρά στον ανταγωνισμό. Η κοινή αντίληψη, ότι ο ανταγωνισμός και όχι ο συναγωνισμός κυριαρχεί στην οικονομία και ότι η ανταγωνιστικότητα παρά η συναγωνιστικότητα αποτελεί το κύριο και πιο βασικό στοιχείο της οικονομικής θεωρίας και πράξης, είναι λανθασμένη.
Αλλά είναι επίσης κοινή και εσφαλμένη η αντίληψη ότι ο ανταγωνισμός και η ανταγωνιστικότητα (ή έστω ο συναγωνισμός) αποτελούν κεντρικό αντικείμενο μελέτης της οικονομικής επιστήμης  και ειδικά της μικροοικονομικής θεωρίας. Η μικροικονομική θεωρία εξετάζει κυρίως την διαμόρφωση των τιμών στις διάφορες δομές αγορών που χαρακτηρίζονται από διαφορετικές συνθήκες ανταγωνισμού (ή συναγωνισμού). Δηλαδή από διαφορετικό αριθμό επιχειρήσεων και αντίστοιχα ένταση ανταγωνισμού. Δεν ασχολείται όμως κατά κανόνα με το τι καθιστά μια επιχείρηση ανταγωνιστική, ούτε με το πώς αυτή μπορεί να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της. Αυτά είναι θέματα που απασχολούν πολύ περισσότερο τους ειδικούς του Μάρκετινγκ παρά τους οικονομολόγους.
Η σε βάθος μελέτη της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων είναι σχετικά πρόσφατη και έχει την αφετηρία της στο κλασσικό έργο του Michael Porter, διακεκριμένου καθηγητού της επιχειρηματικής στρατηγικής στο Harvard Business School.[5] Όμως, το σύνολο σχεδόν του επιστημονικού πεδίου του Μάρκετινγκ άπτεται περισσότερο ή λιγότερο θεμάτων ανταγωνιστικότητας και η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας είναι στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων του Μάρκετινγκ.
Οι πιο σημαντικές πάντως παρανοήσεις και λανθασμένες αντιλήψεις σχετικά με την έννοια της ανταγωνιστικότητας δεν βρίσκονται τόσο   στο επίπεδο των επιχειρήσεων αλλά αφορούν περισσότερο  την εθνική οικονομία ή το κράτος. Ας τις εξετάσουμε ξεκινώντας από την αρχαιότερη, η οποία όμως εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να επηρεάζει όχι μόνο την κοινή γνώμη αλλά και τις διακρατικές σχέσεις.

Κράτη, μερκαντιλισμός και ανταγωνιστικότητα

Ο μερκαντιλισμός (ή εμποριοκρατία) ήταν η κυρίαρχη οικονομική θεωρία για αρκετούς αιώνες τουλάχιστον μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα. Η σύγχρονη οικονομική επιστήμη, η αρχή της οποίας συμβατικά θεωρείται το έργο του Adam Smith σχετικά με τον πλούτο των εθνών, που δημοσιεύθηκε το 1776, αναπτύχθηκε σε αντιπαλότητα και ευθεία αντιπαράθεση με τον μερκαντιλισμό. Τι ήταν ο μερκαντιλισμός;
Με απλά λόγια, ο μερκαντιλισμός ήταν η αντίληψη ότι ο πλούτος ενός κράτους είναι η ποσότητα χρυσού (και γενικότερα πολύτιμων μετάλλων) που κατέχει. Δεδομένου ότι ο χρυσός ήταν το διεθνές μέσο πληρωμών, αυτό σήμαινε ότι στις διεθνείς εμπορικές σχέσεις, κάθε κράτος στόχευε να αποκομίσει περισσότερο χρυσό. Αυτό βέβαια ήταν αναπόφευκτα σε βάρος των εμπορικών του εταίρων.
Τι έπρεπε να κάνει ένα κράτος για να πετύχει αυτό τον στόχο και να αυξήσει τον χρυσό που κατέχει; Να πωλεί στο εξωτερικό εμπορεύματα και υπηρεσίες  μεγαλύτερης αξίας σε χρυσό απότι αγοράζει από το εξωτερικό. Και τι μέτρα μπορούσε να πάρει για να έχει μεγαλύτερης αξίας εξαγωγές από εισαγωγές; Προφανώς να ενθαρρύνει τις εξαγωγές με επιδοτήσεις και να αποθαρρύνει τις  εισαγωγές με υψηλούς  δασμούς, καθώς και γενικότερα με μέτρα προστασίας της εγχώριας παραγωγής.  Επίσης προφανώς όμως, παρόμοια μέτρα προστατευτισμού λαμβάνονται και από τα άλλα κράτη, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα την μείωση του διεθνούς εμπορίου.
Είναι σαφές ότι ο μερκαντιλισμός ωθεί τα κράτη σε συγκρουσιακό ανταγωνισμό, μιάς και το κέρδος του ενός είναι πάντα σε βάρος του άλλου. Η αύξηση στην κατοχή χρυσού μέσω του διεθνούς εμπορίου σημαίνει αναγκαστικά αντίστοιχη μείωση στο χρυσό που κατέχουν οι εμπορικοί εταίροι. Τελικά, η αντιπαλότητα και ο συγκρουσιακός ανταγωνισμός μεταξύ των κρατών, που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της μερκαντιλιστικής θεώρησης,  όχι μόνο αποστερεί από όλα τα κράτη τα οφέλη του διεθνούς εμπορίου αλλά και ενισχύει επικίνδυνα ακόμη και τις τάσεις για πολεμικές συγκρούσεις.
Ο βασικός σκοπός της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης (ή πολιτικής οικονομίας, όπως αρχικά ονομαζόταν), με την γέννησή της στα τέλη του 18ου αιώνα, ήταν η κατάρριψη της μερκαντιλιστικής θεωρίας. Ο Adam Smith και, μετά από αυτόν κυρίως, ο David Ricardo έδειξαν πειστικά ότι και το διεθνές εμπόριο στη βάση συγκριτικού πλεονεκτήματος, όπως γενικότερα κάθε εκούσιας μορφής  εμπόριο, ωφελεί όλους τους εμπορικούς εταίρους. Μπορεί να μην ωφελούνται όλοι το ίδιο αλλά όλοι έχουν κάποιο όφελος. Το διεθνές εμπόριο δεν είναι zero-sum game, όπως θεωρεί ο μερκαντιλισμός αλλά win-win για τις χώρες που συμμετέχουν. Η ανάπτυξη και διεύρυνση του διεθνούς εμπορίου συμβάλλει στην αύξηση του πλούτου των εθνών.
Δυστυχώς, η μερκαντιλιστική θεώρηση ποτέ δεν εγκαταλείφθηκε τελείως και ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να έχει οπαδούς, και μάλιστα μεταξύ των σημαντικότερων πολιτικών ηγετών στην διεθνή σκηνή. Στην σύγχρονή της μορφή, ο πλούτος ενός έθνους δεν είναι πλέον ο χρυσός και τα πολύτιμα μέταλλα αλλά η συνολική ζήτηση για τα εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα και υπηρεσίες, καθώς και τα συνολικά εγχώρια κέρδη. Τα παραπάνω βέβαια επηρεάζουν αποφασιστικά την εγχώρια παραγωγή και απασχόληση, που ενδιαφέρει κυρίως τους πολιτικούς.
Ο νεομερκαντιλισμός, όπως είναι γνωστή η σύγχρονη εκδοχή της μερκαντιλιστικής θεώρησης, συμμερίζεται την ίδια λογική του zero-sum game και υποστηρίζει την ίδια πολιτική δασμών και κρατικών επιχορηγήσεων, οδηγώντας και αυτός σε συγκρουσιακό ανταγωνισμό και αναπόφευκτα στην συρρίκνωση του διεθνούς εμπορίου.

 

Κρατική ανταγωνιστικότητα: Μακροοικονομική και διαρθρωτική οπτική

Επιστρέφοντας στην έννοια της ανταγωνιστικότητας, είναι φανερό ότι σε σχέση με την μερκαντιλιστική θεώρηση, αρχική και νέα, ο αρμόζων όρος είναι ανταγωνισμός (και ανταγωνιστικότητα). Αυτό βέβαια δεν ισχύει για την οικονομική θεωρία, σύμφωνα με την οποία το διεθνές εμπόριο είναι επωφελές για όλα τα ελευθέρως συναλλασσόμενα κράτη και επομένως περισσότερο αρμόζει ο όρος συναγωνισμός (και συναγωνιστικότητα). Έτσι, το συμπέρασμα στο πλαίσιο της οικονομικής επιστήμης είναι, όχι μόνο στο επίπεδο επιχείρησης αλλά και στο επίπεδο εθνικής οικονομίας ή κράτους, ότι η σωστή κατανόηση της ανταγωνιστικότητας έχει θετική χροιά.
Δυστυχώς, η έλλειψη ξεκάθαρης διάκρισης στον δημόσιο διάλογο μεταξύ θετικής και αρνητικής  χροιάς σε αναφορές στην ανταγωνιστικότητα, καθιστά  πολλούς οικονομολόγους ειδικά στον ακαδημαϊκό χώρο  επιφυλακτικούς στην  αποδοχή της ανταγωνιστικότητας, ως αρμόζον πεδίο πανεπιστημιακής μελέτης και θεωρητικής αναζήτησης. Αυτή η  επιφυλακτική  στάση επιτείνεται από την διαρκή και ακόμη σημαντική επιρροή της μερκαντιλιστικής θεώρησης στην κοινή γνώμη και στην πολιτική πρακτική. Ο φόβος είναι ότι η ενασχόληση με την ανταγωνιστικότητα συνδέεται  με το ενδιαφέρον και ενθαρρύνει τις τάσεις για μερκαντιλιστικές πολιτικές δασμολόγησης, επιχορηγήσεων και γενικότερα προστατευτισμού.[6] Έτσι, η μελέτη της ανταγωνιστικότητας έχει παραμεληθεί από τα πανεπιστημιακά τμήματα οικονομικής επιστήμης και έχει αφεθεί, όσον αφορά τις επιχειρήσεις, στα τμήματα Μάρκετινγκ και σε σχολές επιχειρήσεων (business schools) και, όσον αφορά τα κράτη, σε  εξωπανεπιστημιακά ερευνητικά ινστιτούτα και άλλα ιδρύματα,.
Το αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι ότι η ερμηνεία της ανταγωνιστικότητας διαφέρει πλέον αισθητά μεταξύ της οικονομικής επιστήμης και των άλλων πλευρών. Όσον αφορά τα κράτη, η βασική διαφορά είναι ότι οι οικονομολόγοι  αντιλαμβάνονται την ανταγωνιστικότητα, μέσω της επίδρασής της στο ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών, ως έλλειψη ισορροπίας στις εξωτερικές συναλλαγές. Η ανισορροπία αποδίδεται στο σχετικό επίπεδο τιμών και μισθών, μιά διόρθωση του οποίου αποκαθιστά την επιθυμητή για το διεθνές εμπόριο ισορροπία και  ανταγωνιστικότητα. Από την άλλη πλευρά, τα εξειδικευμένα ερευνητικά κέντρα την αντιλαμβάνονται ως την συνισταμένη μεγάλου αριθμού οικονομικών και θεσμικών παραγόντων που καθορίζουν την παραγωγικότητα μιάς χώρας και, σε τελευταία ανάλυση, ως διαρθρωτική και διατηρήσιμη παραγωγικότητα στο σύνολο της οικονομίας. “Διαρθρωτική”, εδώ σημαίνει ότι αφορά κυρίως θεσμικούς παράγοντες και δεν εξαρτάται από διακυμάνσεις του οικονομικού κύκλου και, “διατηρήσιμη”, σημαίνει  ότι λαμβάνει υπόψη τις προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξής της.
Έπεται από την παραπάνω διαφορά, ότι για τους οικονομολόγους η ανταγωνιστικότητα είναι ένα σχετικά βραχυχρόνιο χαρακτηριστικό της οικονομίας που επηρεάζεται από την μακροοικονομική πολιτική και ιδίως την πολιτική συναλλαγματικής ισοτιμίας. Αντίθετα, για τους εξειδικευμένους μελετητές της ανταγωνιστικότητας πρόκειται για βασικά μακροχρόνιο φαινόμενο που, χωρίς να αγνοούνται οι μακροοικονομικοί παράγοντες, επηρεάζεται αποτελεσματικά κυρίως από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Αξίζει να δούμε σύντομα την σημασία αυτής της διαφορετικής οπτικής στην πρόσφατη εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας. Χάριν συντομίας, ας αποκαλέσουμε την πρώτη οπτική “μακροοικονομική” και την δεύτερη “διαρθρωτική”.

(συνέχεια στο β’ μέρος)


[1] Ρητό του Αντισθένη (445-365 π.Χ.), μαθητού του Σωκράτη.
[2] Γ.Δ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας, 1998.
[3] Μία πιθανή εξήγηση βρίσκεται στην αρνητική υποδοχή και δυσκολία αποδοχής του έργου του Adam Smith και της σύμφυτης μ’ αυτό πολιτικής ιδεολογίας του φιλελευθερισμού στον ελληνικό χώρο. Δες, N. Theocharakis, “The reception of Adam Smith in Greece: a most peculiar metakenosis”,Smith Review 7: σελ. 148–165. 13 June 2011. Δεν αποκλείεται η απόδοση αρνητικής χροιάς στην λέξη competition να ήταν επομένως σκόπιμη και για πολιτικο-ιδεολογικούς λόγους.
[4] Δες, Adam Brandenburger and Barry Nalebuf, Co-opetition, Doubleday, 1997.
[5] Δες, Porter, M.E. (1980) Competitive Strategy, Free Press, New York.

[6] Ο φόβος αυτός είναι έκδηλος, παραδείγματος χάριν, στην πιό διάσημη κριτική της κρατικής ανταγωνιστικότητας ως αρμόζουσας έννοιας στην οικονομική θεωρία. Δες, Krugman, P. (1994) “Competitiveness: A Dangerous Obsession” Foreign Affairs, March-April, καθώς και Krugman, P. (1996) “Making Sense of the Competitiveness Debate” Oxford Review of Economic Policy, Vol.12, No. 3.