Η σημασία της ανταγωνιστικότητας – β’ μέρος

 

(α’ μέρος)

του Θάνου Σκούρα

Ελληνική οικονομία: ένταξη στο ευρώ με μη ανταγωνιστική ισοτιμία

Η Ελλάδα μετά την μεταπολίτευση είχε πάντα την τάση για ελλειμματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και διολίσθηση ή υποτίμηση του εθνικού νομίσματος. Και με τις δύο οπτικές, αυτό ήταν ένδειξη χαμηλής ανταγωνιστικότητας που όφειλε να διορθωθεί προκειμένου να ενταχθεί η Ελλάδα στην Ευρωζώνη. Έτσι, δυό χρόνια πριν την ένταξη αποφασίσθηκε η υποτίμηση της δραχμής και ορίσθηκε η συναλλαγματική ισοτιμία με την οποία η χώρα θα εντασσόταν στην Ευρωζώνη. Το μέγεθος της υποτίμησης ήταν η ισοτιμία που εξασφάλιζε ισορροπία στην διεθνή αγορά συναλλάγματος  και η οποία τελικά ήταν 8.1%.[1] Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ιδίως οι Γερμανοί οικονομολόγοι συνιστούσαν μία σημαντικά βαθύτερη υποτίμηση, με το σκεπτικό ότι η ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής οικονομίας ήταν ιδιαίτερα χαμηλή και μια υποτίμηση άνω του 20% θα την βελτίωνε, μειώνοντας το επίπεδο τιμών και κυρίως το εργατικό κόστος ανά μονάδα προϊόντος.

Δεδομένου ότι οι διαρθρωτικοί παράγοντες της ανταγωνιστικότητας δεν βελτιώνονται εξίσου γρήγορα, η παραπάνω βελτίωση τουλάχιστον στους μακροοικονομικούς παράγοντες θα ήταν  πράγματι ιδιαίτερα ευκταία. Δυστυχώς, το ενδιαφέρον όχι μόνο της κοινής γνώμης αλλά και του πολιτικού χώρου ακόμη και τών οικονομολόγων για την ανταγωνιστικότητα την κρίσιμη αυτή στιγμή ήταν σχεδόν ανύπαρκτο. Η έλλειψη συνειδητοποίησης, σχετικά με την σημασία της ανταγωνιστικότητας για τις προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας μέσα στην Ευρωζώνη, ήταν περίπου καθολική.  Έτσι χάθηκε μια μεγάλη ευκαιρία να επιτευχθεί η ένταξη με ένα βαθμό μακροοικονομικής ανταγωνιστικότητας που θα της έδινε κάποια χρονικά περιθώρια για τις απαραίτητες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Αυτό ήταν μεγάλο λάθος γιατί η ίδια η ένταξη μείωσε περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα, ακόμη και με την μακροοικονομική οπτική. Αφ’ εαυτής, η ένταξη μειώνει την ανταγωνιστικότητα των κρατών-μελών που εισέρχονται με πολύ χαμηλή ανταγωνιστικότητα και συγχρόνως αυξάνει την ανταγωνιστικότητα των κρατών-μελών που εισέρχονται με πολύ υψηλή ανταγωνιστικότητα. Ο λόγος είναι ότι με την αντικατάσταση όλων των εθνικών νομισμάτων από το ευρώ, αντικαθίστανται και όλες οι εθνικές συναλλαγματικές ισοτιμίες από την συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ. Αυτή όμως ανταποκρίνεται στην μέση ανταγωνιστικότητα του συνόλου των κρατών-μελών. Επομένως, δεν μπορεί παρά να είναι αναπόφευκτα υψηλότερη από αυτήν που αρμόζει στα χαμηλής ανταγωνιστικότητας μέλη ενώ, συγχρόνως, είναι χαμηλότερη από αυτήν που αρμόζει στα υψηλής ανταγωνιστικότητας μέλη. Η ένταξη δηλαδή προξενεί μία μόχλευση της ανταγωνιστικότητας, η οποία είναι θετική για τα κράτη-μέλη που εισέρχονται με ανταγωνιστικότητα υψηλότερη του σταθμισμένου μέσου όρου για το σύνολο των κρατών-μελών  και αρνητική για τα αυτά που εισέρχονται με χαμηλότερη.[2]

Ιπποδρομίες, γκολφ και μόχλευση της ανταγωνιστικότητας από το ευρώ

Το αποτέλεσμα της μόχλευσης μπορεί ίσως να κατανοηθεί καλύτερα μέσα από την αναλογία του με αθλήματα που χρησιμοποιούν συστήματα χάντικαπ, όπως το γκολφ και οι ιπποδρομίες. Ο σκοπός του χάντικαπ είναι να εξισώσει κατά το δυνατόν τις πιθανότητες επιτυχίας ανάμεσα στους συμμετέχοντες σε ένα αγώνα, δυσκολεύοντας την επικράτηση των πλέον ικανών. Έτσι, στις ιπποδρομίες παραδείγματος χάριν, τα άλογα σε μιά κούρσα φορτώνονται με διαφορετικά βάρη (ή χάντικαπ), ανάλογα με τις επιδόσεις τους στις πρόσφατες προπονήσεις κσι προηγούμενες ιπποδρομίες, ούτως ώστε να εξισορροπούνται οι πιθανότητές τους να νικήσουν. Παρομοίως, στο γκολφ οι καλύτεροι παίκτες επιβαρύνονται με μεγαλύτερο χάντικαπ, προκειμένου να εξισορροπηθούν οι δυνατότητες επιτυχίας ανάμεσα στους συναγωνιστές.

Σ’ αυτό προσομοιάζουν στις ελεύθερες αγορές συναλλάγματος, οι οποίες διαμορφώνουν τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, ούτως ώστε να εξισορροπούνται χονδρικά οι διαφορές στις εθνικές ανταγωνιστικότητες. Το σύστημα των χάντικαπ λειτουργεί δηλαδή περίπου όπως οι συναλλαγματικές ισοτιμίες. Όπως οι συναλλαγματικές ισοτιμίες καθορίζονται στις ελεύθερες αγορές συναλλάγματος, έτσι ώστε να εξισορροπούνται οι διαφορές στην «ουσιαστική» ανταγωνιστικότητα, τα χάντικαπ εξισορροπούν τις διαφορετικές ικανότητες των συναγωνιστών σ’ ένα άθλημα.

Η ένταξη στην Ευρωζώνη όμως ακυρώνει τον μηχανισμό εξισσορόπησης στις διαφορές ανταγωνιστικότητας μεταξύ κρατών-μελών μέσω συναλλαγματικών ισοτιμιών. Αυτό συμβαίνει διότι τις αντικαθιστά όλες με την συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ, η οποία ανταποκρίνεται στη σταθμισμένη μέση ανταγωνιστικότητα του συνόλου των κρατών-μελών.

Στα αθλήματα που χρησιμοποιούν συστήματα χάντικαπ, το ανάλογο της ένταξης στην Ευρωζώνη θα ήταν εάν η ένταξη ενός αλόγου σε ένα στάβλο αλόγων η ενός παίκτη γκολφ σε ένα σύλλογο γκολφ, αυτομάτως αντικαθιστούσε το ατομικό χάντικαπ του αλόγου ή παίκτη από το ομαδικό του στάβλου ή του συλλόγου. Δηλαδή, το χάντικαπ να μην βασίζεται πλέον στις επιδόσεις του κάθε αλόγου ή του κάθε παίκτη γκολφ ξεχωριστά αλλά να καθορίζεται από τον μέσο όρο του συγκεκριμένου στάβλου αλόγων ή συλλόγου παικτών.

Είναι προφανές ότι ένα τέτοιο σύστημα που απονέμει σε όλα τα άλογα του στάβλου το ίδιο χάντικαπ, το οποίο καθορίζεται από τον μέσο όρο των επιδόσεών τους, προσφέρει ένα αθέμιτο πλεονέκτημα στα πιο γρήγορα και αποδυναμώνει ακόμη περισσότερο τα πιο αργά. Το ίδιο με τους παίκτες του γκολφ, ένα τέτοιο σύστημα συλλογικού χάντικαπ ενισχύει  τους καλύτερους και επιβαρύνει τους χειρότερους. Αυτό δε συμβαίνει σε όλο το εύρος του συναγωνισμού και όχι μόνο με τα άλογα του ίδιου στάβλου ή τους παίκτες του ίδιου συλλόγου. Επομένως, ένα τέτοιο σύστημα μοχλεύει τις επιδόσεις των αλόγων και παικτών που διαφέρουν από τους μέσους όρους των στάβλων και συλλόγων, όταν συναγωνίζονται άλλα άλογα ή παίκτες των οποίων τα χάντικαπ έχουν καθορισθεί στη βάση των ατομικών τους επιδόσεων.

Γιατί διαχρονικά παραμελήθηκε η Ελληνική ανταγωνιστικότητα για 20 χρόνια;

Το συμπέρασμα είναι ότι η παραμέληση της ανταγωνιστικότητας όταν έγινε η ένταξη στην Ευρωζώνη ήταν σοβαρό λάθος. Ακόμη και στη βάση αποκλειστικά της “μακροοικονομικής οπτικής”, η παραμέληση των επιπτώσεων της υψηλής συναλλαγματικής ισοτιμίας, με την οποία έγινε η ένταξη, στις προοπτικές της οικονομίας ήταν αδικαιολόγητη. Οι μακροοικονομικοί παράγοντες της ανταγωνιστικότητας που ήταν σχετικά εύκολο να διαμορφωθούν κατάλληλα, ώστε να ενισχύσουν σε κάποιο βαθμό την χαμηλή ανταγωνιστικότητα, αντιμετωπίστηκαν μυωπικά. Η  μακροοικονομική πολιτική και συγκεκριμένα η συναλλαγματική ισοτιμία, με την οποία το ευρώ αντικατέστησε την δραχμή, ήταν αναμφισβήτητα λάθος, γιατί αγνόησε ακόμη και τις βραχυχρόνιες συνέπειες για την ανταγωνιστικότητα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ένταξη δεν έπρεπε να γίνει ή ότι έγινε πρόωρα.[3] Είναι σωστό ότι η ένταξη απαιτούσε βελτίωση της ανταγωνιστικότητας ώστε να προσεγγίζει τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και αυτό δεν είχε ακόμη επιτευχθεί. Όμως, ήταν λογικό να αναμένεται ότι η ένταξη θα βελτίωνε τις προοπτικές επίτευξης των απαιτούμενων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Και αυτό γιατί, πέρα από τις δυνατότητες που άνοιγε για φθηνό και άπλετο δανεισμό, η ένταξη πρόσφερε επίσης βασικό κίνητρο, τεχνολογική βοήθεια και σημαντικούς πόρους για μεταρρυθμίσεις. Επομένως, το ζητούμενο ήταν με την ένταξη να ξεκινήσει μια αποφασιστική και έντονη προσπάθεια για τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα βελτίωναν ουσιαστικά την ανταγωνιστικότητα.

Δυστυχώς, αυτό δεν συνέβη. Η άκρατη κομματική διαμάχη και η μικροπολιτική νοοτροπία του πολιτικού κόστους που επικράτησε πλήρως στην πολιτική ζωή του τόπου, έσπρωξαν στο περιθώριο κάθε σκέψη για ουσιαστική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και ματαίωσαν ακόμη και μετριοπαθείς προσπάθειες για αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Ακόμη χειρότερα, όχι μόνο το σύνολο των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων αδιαφόρησε για την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας αλλά ακόμη και οι ειδικοί στα οικονομικά θέματα, στην μεγάλη τους πλειονότητα, δεν έμοιαζαν να  συνειδητοποιούν την σημασία της ανταγωνιστικότητας. Έτσι, το ενδιαφέρον για την ανταγωνιστικότητα ήταν σχεδόν μηδαμινό στον δημόσιο διάλογο, κατά την διάρκεια ολόκληρης σχεδόν της πρώτης δεκαετίας μετά την ένταξη στην Ευρωζώνη.

Ο βασικός ίσως λόγος για την απουσία της ανταγωνιστικότητας στον δημόσιο διάλογο και την παραμέλησή της ακόμη και από τους οικονομολόγους, ήταν ότι το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών έπαψε να αποτελεί δεσμευτικό περιορισμό στην αύξηση της συνολικής ζήτησης. Αυτό απάλλαξε τις κυβερνήσεις από ένα σημαντικό εμπόδιο στην επιδίωξη όσο το δυνατόν εντονότερης και συνεχούς επεκτατικής πολιτικής μέσω εξωτερικού δανεισμού.

Η  αύξηση της κατά κύριον λόγο καταναλωτικής δημόσιας δαπάνης, εξασφάλιζε υψηλές αμοιβές στους πολυάριθμους δημόσιους υπαλλήλους, οι οποίοι μέσω των ισχυρών συνδικαλιτικών τους οργανώσεων είχαν ιδιαίτερο πολιτικό βάρος. Συγχρόνως, η αύξηση στην συνολική ζήτηση, που στηριζόταν κυρίως στον κρατικό δανεισμό από το εξωτερικό, τόνωνε την κερδοφορία, οικονομική δραστηριότητα και μισθούς στον ιδιωτικό τομέα. Ως αποτέλεσμα, η αύξηση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) ήταν σημαντικά υψηλότερη του μέσου όρου της Ευρωζώνης και δημιουργούσε την ψευδαίσθηση ότι η ακολουθούμενη πολιτική εγγυώταν την ευημερία. Οπότε, δεν υπήρχε πιεστικός λόγος για ανησυχία και ανάγκη μέριμνας σχετικά με την ανταγωνιστικότητα. Έτσι, οι παρενέργειες στην εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας αγνοήθηκαν, παρότι η χειροτέρευση στους μακροοικονομικούς δείκτες θα έπρεπε να έχει σημάνει συναγερμό. Συγκεκριμένα,  το εργατικό κόστος ανά μονάδα προϊόντος αυξήθηκε πάνω από 20%, συγκριτικά με το αντίστοιχο Γερμανικό, και το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο έφθασε σε πρωτοφανή ύψη, πλησιάζοντας το 15% του ΑΕΠ ΤΟ 2008.

Βέβαια, η αύξηση του βιοτικού επιπέδου δεν κατοχυρώνεται με δανεικά. Και αυτό έγινε αναπόφευκτα φανερό με την διεθνή χρηματοοικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008. Η ψευδαίσθηση ότι η αύξηση του ΑΕΠ και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου μέσω κρατικού δανεισμού ήταν διατηρήσιμη, κλονίστηκε με την ουσιαστική χρεοκοπία του ελληνικού δημοσίου το 2010 και το μνημόνιο, που απαιτήθηκε για την συνέχιση του κρατικού δανεισμού. Για μεγάλο μέρος όμως της κοινής γνώμης, δυστυχώς δεν κατέρρευσε όπως θα όφειλε μέχρι τουλάχιστον τα μέσα του 2015.

Γι’ αυτή την τραγική καθυστέρηση ευθύνεται η καταστροφική κομματική αντιπαλότητα και άκρατη κομματική διαμάχη. Η κομματική διαμάχη και οι μικροπολιτικές σκοπιμότητες, με βασικό κίνητρο την δημοτικότητα και την αποφυγή του πολιτικού κόστους,  ευθύνονται επίσης για την συνέχιση της ακηδίας σχετικά με την ανταγωνιστικότητα. Έτσι, αντίθετα με τις μακροοικονομικές ανισορροπίες που διορθώθηκαν σημαντικά εξ ανάγκης, μιάς και η διόρθωσή τους ήταν απόλυτη προϋπόθεση για την συνέχιση του κρατικού δανεισμού, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις δεν σημείωσαν ανάλογη πρόοδο. Παρότι τα διαδοχικά μνημόνια συμπεριλάμβαναν και σταδιακά εξειδίκευαν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, η νοοτροπία της προτεραιότητας του κομματικού συμφέροντος και ο φόβος του μικροπολιτικού κόστους, απέτρεπαν την ολοκλήρωση ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες σχεδόν πάντα έχουν πολιτικό, ή πιό σωστά κομματικό, κόστος.[4] Ως αποτέλεσμα, η χαμηλή ανταγωνιστικότητα εξακολουθεί να είναι βασικό χαρακτηριστικό της Ελληνικής οικονομίας μέχρι σήμερα και η βελτίωσή της απαιτεί πρώτα από όλα αλλαγή νοοτροπίας και βελτίωση του πολιτικού κλίματος.[5]

(συνεχίζεται…)


[1] Η πολιτική διαδικασία της υποτίμησης περιγράφεται στο Παπαντωνίου Γ. Στάσεις και Αποστάσεις,  Εκδόσεις Παπαζήση, 2014, και η τελική κατάληξή της στο Garganas, N. (2000) “Mr. Garganas looks at the challenges for Greek monetary policy on the eve of euro-zone entry”, Euromoney International Bond Congress, February 15, London.

[2] Το φαινόμενο της μόχλευσης αναλύεται πιο διεξοδικά σε σχέση με την Γερμανία στο Skouras, T. (2016) «Competitiveness and its Leverage in a Currency Union or How Germany Gains from the Euro», Real-World Economics Review, issue no. 77, 40-49, καθώς και σε σχέση με την Ελλάδα στο Skouras, T. (2019) «On a Low Competitiveness Country Joining the Eurozone: Are There Lessons from Greece?», Harvard University Center of European Studies, Open Forum Series, Oct. 17, 2019.
[3]  Ούτε βέβαια ότι ήταν ο λόγος για την χρεοκοπία του Ελληνικού Δημοσίου. Δες σχετικά, Σκούρας Θ. “Δεν είναι το ευρώ που ευθύνεται  για την Ελληνική  χρεοκοπία και κρίση”, The Books Journal, Οκτώβριος 2017.
[4] Έτσι, διαδοχικές κυβερνήσεις αναλίσκωντο σε διαπραγματεύσεις, σκιαμαχόντας με την εκάστοτε αντιπολίτευση για τις διαπραγματευτικές τους επιτεύξεις, σε μία προσπάθεια για την ηπιότερη δυνατή εφαρμογή των μνημονίων που θύμιζε αγωνιστική διεκδίκηση ασθενούς για αποφυγή δυσάρεστης θεραπευτικής αγωγής, με ελαστικότερη απαγόρευση καπνίσματος και λιγότερο αυστηρή δίαιτα. Η κομματική διαμάχη για την επίδειξη αγωνιστικής αποφασιστικότητας και δεινότερης διαπραγματευτικής ικανότητας έφθασε στο κωμικοτραγικό αποκορύφωμά της στο πρώτο εξάμηνο του 2015, με τον ασθενή να απέχει της θεραπευτικής αγωγής και να αποπειράται αυτοκτονία.
[5] Στις σημερινές συνθήκες, προέχει η άμεση επαναφορά του πλειοψηφικού εκλογικού νόμου για την εξασφάλιση αποτελεσματικής διακυβέρνησης και πολιτικής σταθερότητας και, γενικότερα, η βελτίωση του Συντάγματος. Δες σχετικά, Αλιβιζάτος Ν., Βουρλούμης Π., Γεραπετρίτης, Κτιστάκης Γ., Μάνος Σ.. Σπυρόπουλος Φ., Ένα Καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, Η Καθημερινή, 2016.