Η σημασία της ανταγωνιστικότητας – γ’ μέρος

 

(β’ μέρος)

του Θάνου Σκούρα

Δείκτες ανταγωνιστικότητας και επίδοση της Ελληνικής οικονομίας

Πόσο χαμηλή είναι η ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής οικονομίας και  ποιά είναι τα κύρια σημεία στα οποία υστερεί ιδιαίτερα; Εδώ, πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή στην “διαρθρωτική οπτική” και να εξετάσουμε τους δείκτες ανταγωνιστικότητας, που έχουν διαμορφωθεί από εξωπανεπιστημιακά κέντρα εξειδικευμένα στη μελέτη της ανταγωνιστικότητας. Οι πιό γνωστοί δείκτες είναι αυτοί που δημιουργήθηκαν και ετήσια ενημερώνονται από το World Economic Forum, γνωστού από την διοργάνωση του συνεδρίου στο Davos, και από το Institute for Management Development, ιδρύματος για την εκπαίδευση στελεχών επιχειρήσεων με έδρα στην Λωζάνη.

 

Οι δείκτες αυτοί, όπως και άλλοι λιγότερο γνωστοί, διαφέρουν ως προς τον αριθμό των χωρών που συμπεριλαμβάνουν αλλά και ως προς την μεθοδολογία. Δηλαδή, είναι διαφορετική μεταξύ τους η κατηγοριοποίηση και ομαδοποίηση των παραγόντων που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα, καθώς και τό βάρος του κάθε παράγοντα στην συνολική εκτίμηση. Για αυτό τον λόγο, έχουν υποστεί την κριτική ότι δεν είναι αντικειμενικοί και, επιπρόσθετα, ότι η σύνθετη έννοια της ανταγωνιστικότητας σημαίνει ότι κάθε σχετική μέτρηση αποτελεί αυθαίρετη συσσωμάτωση ή συνάθροισμα (aggregation) των συστατικών στοιχείων της και, επομένως, η “διαρθρωτική οπτική” στερείται αξιόπιστων εργαλείων και επιστημονικής προοπτικής.  Η κριτική όμως αυτή είναι τελείως αβάσιμη. Αγνοεί ότι, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, η συσσωμάτωση ισχύει για κάθε μέτρηση οικονομικής έννοιας και, συνήθως σε μεγάλο βαθμό, για κάθε μακροοικονομική μέτρηση. Η μόνη διαφορά είναι ότι δεν έχει ακόμη επικρατήσει μια συμβατική μέτρηση για την ανταγωνιστικότητα, όπως για τα άλλα μακροοικονομικά μεγέθη.

Ας επικεντρωθούμε σε έναν από τους δείκτες που ίσως επικρατήσει μελλοντικά στην συμβατική μέτρηση της ανταγωνιστικότητας, αυτόν του Institute for Management Development, και ας δούμε τι μας λέει για την ελληνική οικονομία. Ο δείκτης αυτός χρησιμοποιεί 340 κριτήρια, καλύπτει 63 χώρες και στηρίζεται κατά τα δύο τρίτα σε επίσημα στατιστικά στοιχεία και κατά το ένα τρίτο σε έρευνες γνώμης. Δημοσιεύεται κάθε χρόνο για πάνω από 25 χρόνια στο World Competitiveness Yearbook, το οποίο συμπεριλαμβάνει δείκτες ψηφιακής ανταγωνιστκότητας, αναλυτικό προφίλ κάθε χώρας σχετικά με την συνολική και  ψηφιακή ανταγωνιστικότητα και ένα μεγάλο αριθμό στατιστικών πινάκων.

Σύμφωνα με το Yearbook του 2020 (με στοιχεία που συλλέχθηκαν και αφορούν το 2019), η Ελλάδα κατατάσσεται 49η στην συνολική και 53η στην ψηφιακή ανταγωνιστικότητα μεταξύ 63 χωρών. Για πρώτη φορά μετά από 5 χρόνια συνεχούς χειροτέρευσης, υπήρξε μία αισθητή βελτίωση 9 θέσεων. Ξεπέρασε έτσι την Σλοβακία και έπαψε πλέον να είναι η τελευταία χώρα στην Ευρωζώνη.

Πριν τα φετινά στοιχεία, η θέση της χειροτέρευε αισθητά από το 2015 και στις δύο κατατάξεις, πέφτοντας σταθερά χρόνο με τον χρόνο 8 θέσεις στην συνολική ανταγωνιστικότητα και 13 θέσεις στην ψηφιακή. Το 2020 επανέκτησε ουσιαστικά το χαμένο έδαφος από το 2015 ενώ στην ψηφιακή δεν σημείωσε ανάλογη βελτίωση (και εξακολουθεί να απέχει πολύ από την 40η θέση που τότε κατείχε).

Η ελκυστικότητα της Ελληνικής οικονομίας σε έρευνα γνώμης στελεχών επιχειρήσεων είναι χειρότερη στην ποιότητα της κρατικής διακυβέρνησης, στην αποτελεσματικότητα του συστήματος Δικαιοσύνης, στην ανταγωνιστικότητα του φορολογικού συστήματος και στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Επομένως, οι πιό αναγκαίες και επείγουσες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να αφορούν  σημαντικές βελτιώσεις στην λειτουργία του Δημοσίου και της Δικαιοσύνης, καθώς και στην φορολογική νομοθεσία και το τραπεζικό σύστημα.

Ανταγωνιστικότητα και εκπαίδευση

Από τον πλούτο των στοιχείων που περιέχει το Yearbook (τα στοιχεία  στα διαθέσιμα μέχρι σήμερα country profiles αφορούν ακόμη το 2019), θα επικεντρωθούμε σε αυτά που είναι σχετικά με την εκπαίδευση, η οποία είναι ιδιαίτερης σημασίας για την μελλοντική ανταγωνιστικότητα της χώρας, όχι μόνο για τις ικανότητες που προάγει αλλά και για την νοοτροπία που διαμορφώνει στη νέα γενιά. Θα είναι ίσως ενδιαφέρον και διαφωτιστικό να συγκρίνουμε αυτά τα στοιχεία, με τα αντίστοιχα δύο ευρωπαϊκών χωρών που έχουν πληθυσμό παρόμοιου περίπου μεγέθους με τον Ελληνικό (10.7 εκ.). Οι εν λόγω χώρες είναι η Πορτογαλία (10.3 εκ. – 37η θέση στην ανταγωνιστικότητα)  και η Ελβετία (8.5 εκ. – 3η θέση στην ανταγωνιστικότητα).

Ένα πρώτο σημαντικό στοιχείο είναι ότι η συνολική δαπάνη για την εκπαίδευση του Ελληνικού Δημοσίου είναι 3.9% του ΑΕΠ, έναντι 5% της Πορτογαλίας και 5.6% της Ελβετίας. Από 63 συνολικά χώρες, οι 41 έχουν υψηλότερη δημόσια δαπάνη για την εκπαίδευση από την Ελλάδα.

Ένα δεύτερο σημαντικό στοιχείο αφορά την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης.  Εδώ, ενδιαφέρον έχουν οι αναλογίες μαθητών και φοιτητών προς τους διδάσκοντες, που θα ανέμενε κανείς να αποτελεί καίριο παράγοντα στον καθορισμό της ποιότητας. Η Ελλάδα σ’ αυτή την μέτρηση έχει εντυπωσιακή επίδοση, έχοντας την 2η μικρότερη αναλογία μαθητών προς δασκάλους στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση με 9,4 μαθητές ανά δάσκαλο. Συγκριτικά, η Πορτογαλία έχει 12,7 μαθητές ανά δάσκαλο και την 28η θέση στην κατάταξη ενώ η Ελβετία 15,3 μαθητές ανά δάσκαλο και την 32η θέση.

Παρόμοια εντυπωσιακή επίδοση έχει η Ελλάδα και στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπου καταλαμβάνει την 5η θέση στην κατάταξη με 8,6 μαθητές ανά καθηγητή. Η Πορτογαλία βρίσκεται στην 11η θέση με 9.5 μαθητές ανά καθηγητή και η Ελβετία στην 29η θέση με 12 μαθητές ανά καθηγητή.
Με αυτά τα στοιχεία, θα περίμενε κανείς ότι η Ελλάδα θα είχε και την καλύτερη επίδοση από τις τρεις χώρες στο Πρόγραμμα Διεθνούς Μαθητικής Αξιολόγησης PISA του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Αυτό όμως δεν συμβαίνει. Το πρόγραμμα αυτό αξιολογεί ανά τριετία την ικανότητα παιδιών 15 χρονών στην αναγνωστική ικανότητα και στα μαθηματικά, καθώς και στις επιστημονικές γνώσεις που αφορούν την αντιμετώπιση προβλημάτων της καθημερινής ζωής. Η πιο πρόσφατη αξιολόγηση ήταν το 2018 και περιλάμβανε στοιχεία για 600.000 περίπου μαθητές από 79 χώρες. Η Ελλάδα είχε χειρότερη βαθμολογία από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ και κατείχε την 43η θέση στην κατάταξη (στον μέσο όρο βαθμολόγησης των τριών ικανοτήτων), η Πορτογαλία την 27η και η Ελβετία την 22η.

Πιο αναλυτικά, στην ικανότητα ανάγνωσης και κατανόησης κειμένου, η Ελλάδα ήταν 42η, ξεπερνώντας  μόνο την Μάλτα και την Κύπρο μεταξύ των μελών της Ευρωζώνης, ενώ η Πορτογαλία ήταν 24η και η Ελβετία 27η. Στα μαθηματικά, η Ελλάδα ισοβαθμούσε στην 44η θέση με την Κύπρο, έχοντας την τελευταία θέση στην Ευρωζώνη, ενώ η Πορτογαλία ήταν 28η και η Ελβετία 11η. Τέλος, στις επιστημονικές γνώσεις, η Ελλάδα ήταν 44η, προτελευταία στην Ευρωζώνη πριν την Κύπρο, ενώ η Πορτογαλία ήταν 26η και η Ελβετία 23η. Είναι επομένως φανερό ότι η Ελλάδα υστερεί απέναντι στις άλλες δύο χώρες και ότι οι επιδόσεις στη σύγκριση μεταξύ τους παραδόξως καλυτερεύουν με περισσότερους μαθητές ανά διδάσκοντα. Επομένως, το πρόβλημα αποτελεσματικότητας της διδασκαλίας στα Ελληνικά σχολεία, που δείχνουν οι παραπάνω επιδόσεις, δεν φαίνεται να οφείλεται σε έλλειψη διδακτικού προσωπικού.

Ακόμη πιο ανησυχητική όμως είναι η διαχρονική εξέλιξη των Ελληνικών επιδόσεων, συγκριτικά με άλλες χώρες. Στην ανάγνωση, η Ελλάδα το 2000 ήταν στην 25η θέση και έκτοτε χειροτερεύει σταθερά (πτώση 17 θέσεις). Παρόμοια χειροτέρευση παρατηρείται στα μαθηματικά,  όπου ξεκίνησε  το 2003 στην 32η θέση (πτώση 12 θέσεις), καθώς και στις επιστημονικές γνώσεις, όπου ξεκίνησε το 2006 στην 37η θέση (πτώση 7 θέσεις). Είναι φανερό ότι χρειάζονται δραστικά μέτρα για να αντιστρέψουν την καθοδική πορεία και τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι κυρίως οργανωτικά και θεσμικά παρά πρόσληψης περισσότερου διδακτικού προσωπικού. Το επείγον της ανάληψης τέτοιων μέτρων φαίνεται και στο κριτήριο, του κατά πόσον οι δυό πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης ανταποκρίνονται στις ανάγκες μιάς ανταγωνιστικής οικονομίας, όπου η Ελλάδα κατατάσσεται 48η, η Πορτογαλία 26η και η Ελβετία 2η.

Ας δούμε τώρα και τα στοιχεία για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Σε αντίθεση με τις χαμηλότερες βαθμίδες, εδώ οι αναλογίες φοιτητών προς διδάσκοντες και η σχετική θέση στην κατάταξη των τριών χωρών αντιστρέφεται πλήρως. Στην Ελλάδα αναλογούν οι περισσότεροι φοιτητές ανά καθηγητή και κατατάσσεται 59η, η Πορτογαλία 13η  και η Ελβετία 5η.

Επομένως, στην τριτοβάθμια βαθμίδα, η ποιότης της εκπαίδευσης έχει την αναμενόμενη σχέση με την αναλογία φοιτητών προς διδάσκοντες. Αυτό φαίνεται και στο κριτήριο, του κατά πόσο  η πανεπιστημιακή εκπαίδευση ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιάς ανταγωνιστικής οικονομίας, όπου η Ελλάδα κατατάσσεται 52η, η Πορτογαλία 18η και η Ελβετία 1η.  Παρόμοια είναι και η κατάταξη στο κατά πόσο η εκπαίδευση στην διοίκηση επιχειρήσεων ανταποκρίνεται στις επιχειρηματικές  ανάγκες. Η Ελλάδα κατατάσσεται πάλι 52η, η Πορτογαλία 15η και η Ελβετία για άλλη μια φορά 1η.

Συμπέρασμα

Συμπερασματικά, η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας εξαρτάται πάνω απ’ όλα από την ετοιμότητα και κατάλληλη κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού της. Η δημόσια εκπαίδευση δυστυχώς δεν βοηθά στην βελτίωση της ανταγωνιστικότητας ενώ υπάρχουν και άλλες σημαντικές αδυναμίες που χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο δυναμικό, οι οποίες είναι ίσως ακόμη πιο δύσκολο να διορθωθούν. Αυτές είναι η δημογραφική γήρανση με την τάση μείωσης του εργατικού δυναμικού (59η θέση στην σχετική κατάταξη), η διαρροή εγκεφάλων (60η θέση), η έλλειψη φροντίδας από τις επιχειρήσεις για επιμόρφωση και βελτίωση της κατάρτισης του προσωπικού (60η θέση), καθώς και η χαμηλή προτεραιότητα από πλευράς επιχειρήσεων για προσέλκυση και διακράτηση ταλέντων (58η θέση) και, τέλος, κατάλληλο περιβάλλον για την προσέλκυση ξένων στελεχών υψηλής κατάρτισης (61η θέση).

Δεδομένων των παραπάνω αδυναμιών, είναι ακόμη πιο επιτακτική η ανάγκη ριζικής βελτίωσης της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες. Και προϋπόθεση γι’αυτό είναι η αλλαγή νοοτροπίας και απαλλαγή της Ελληνικής κοινής γνώμης από ιδεολογικές προκαταλήψεις και αναχρονιστικές αγκυλώσεις. Είναι αδιανόητο να μην υπάρχει γενική κατακραυγή και απόρριψη σε απόψεις όπως «η αριστεία είναι ρετσινιά», ιδίως όταν εκφράζεται από Υπουργό Παιδείας, ή σε στάσεις όπως αυτή της Ομοσπονδίας Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης να αρνούνται διδασκαλία μέσω ίντερνετ, για την αναπλήρωση απολεσθέντων μαθημάτων λόγω πανδημίας. Ιδίως, όταν επικαλούνται δήθεν Συνταγματική απαγόρευση για την «προστασία των προσωπικών τους δεδομένων» και παρόμοιας φαιδρότητας επιχειρήματα. Δυστυχώς, όσο τέτοια φαινόμενα όχι μόνο δεν θεωρούνται τελείως απαράδεκτα αλλά και βρίσκουν  υποστήριξη από κόμματα κάποιας βαρύτητας στην πολιτική ζωή του τόπου (πόσο μάλλον από την αξιωματική αντιπολίτευση), η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και διατηρήσιμη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου προοιωνίζεται προβληματική αν όχι ανέφικτη.