Η συζήτηση που (πάλι) δεν θα γίνει

 

Οι συνθήκες υπό τις οποίες θα προχωρήσει (και θα κορυφωθεί) η συζήτηση στην Βουλή – με αφορμή/υποτιθέμενο αντικείμενο την μομφή κατά Πολάκη, με επίσημο περιεχόμενο την εμπιστοσύνη 5 μήνες πριν την ακραία συνταγματική προθεσμία για λήξη του βίου αυτής της Κυβέρνησης, με φόντο την αψιμαχία για την θαλαμηγό φιλοξενίας Τσίπρα το τραγικό καλοκαίρι του ΄18, με πολύ βαρύ φόντο την επαναφορά της τραγωδίας της πυρκαγιάς στο Μάτι… – «εξασφαλίζουν» ότι ουσιαστική συζήτηση για την οικονομία δεν θα γίνει. Πάλι. Ενώ όλες οι προϋποθέσεις για μια αληθινή συζήτηση υπήρχαν, κυρίως δε η καθοριστική προϋπόθεση: εκείνη της διαφοράς «συνταγών» για την απ’ εδώ και πέρα πορεία – τουλάχιστον διαφοράς ανάμεσα στις βασικές πολιτικές δυνάμεις.

Πράγματι, ανάμεσα στο επανασυζητημένο Μεσοπρόθεσμο που εξειδικεύθηκε σε μέτρα δυο φάσεων για το 2019-22 από τον Αλέξη Τσίπρα στο Ζάππειο – σε μια σαφή προσπάθεια να προκαταλάβει την συζήτηση στην Βουλή, αλλά και να τονίσει τον χαρακτήρα πάγιου/μόνιμου μέτρου στην επαναφορά 13ης σύνταξης (όμως με αντίστροφα αναλογικό χαρακτήρα: πλήρη στα χαμηλότερα εισοδήματα μέχρι 500 ευρώ με αποκλιμάκωση μέχρι το 30% άνω των 1000, όλα αυτά σε ανοιξιάτικη – άρα προεκλογική – καταβολή) και την μείωση του ΦΠΑ από 24% σε 13% στην εστίαση, την βασική διατροφή και την ενέργεια (ηλεκτρικό, φυσικό αέριο) – και στην λίγο-πολύ σταθεροποιημένη πλέον πρόταση Κυριάκου Μητσοτάκη με τις εμπροσθοβαρείς μειώσεις φόρων (έμφαση στον ΕΝΦΙΑ, αλλά και στην φορολογία εισοδήματος ιδίως νομικών προσώπων) και την τόνωση των επενδύσεων, καθώς και στην επαναδιαπραγμάτευση των πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% για μετά το 2020 που θα καθιστούσε εφικτή την μετάβαση σε νέο περιβάλλον, μεταξύ αυτών των δυο προσεγγίσεων υπάρχουν διαφορές. Διαφορές ουσίας, διαφορές στόχευσης κοινών (εν τέλει εκλογικών κοινών…), διαφορές που θάξιζε να τεθούν διεξοδικά στην κοινή γνώμη/εκλογικό σώμα. Πίσω, δε, από τις διαφορές ουσίας θα υπάρχει πάντα και η διαφορά πειστικότητας: αυτή κι αν μετράει σε εκλογική φάση!…

Αντ’ αυτού, πολύ φοβάται κανείς ότι θα επιλεγεί η εύκολη λύση. Η προσπάθεια αμοιβαίου «αδειάσματος»/ πλειοδοσίας, δηλαδή ποιος «πρόλαβε» τα πιο φιλολαϊκά μέτρα (εδώ η Ν.Δ. έδειξε περίεργα αντανακλαστικά, καταγγέλλοντας/ διαμαρτυρόμενη ότι οι εξαγγελίες Τσίπρα δεν αποτελούν παρά μερική απομίμηση των δικών της προτάσεων) και ποιος θα μπορέσει περισσότερο να περάσει τα δικά του από την αποδοχή των μεταΜνημονιακών μηχανισμών παρακολούθησης – άρα να τα καταστήσει εφαρμόσιμα (θέμα έγκρισης δεν τίθεται, τίθεται όμως το ζήτημα μη-υπέρβασης συμφωνημένων δημοσιονομικών ορίων…). Οπότε, ενώ στην σεβαστή Βουλή των Ελλήνων θα αστράφτει και θα βροντάει Πολάκη και βαριούς χαρακτηρισμούς των δυο αρχηγών/μονομάχων, η ουσία θα διαμεσολαβείται από τα tweets Βέμπερ για «τα λάθη Τσίπρα στην οικονομική πολιτική» που οδηγούν στην άρνηση «πανΕυρωπαϊκής ασφάλειας κατά της ανεργίας», ή πάλι στην αμφιθυμία ανάμεσα σε Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ESM  για τον χειρισμό του Ζαππείου.

Αυτή η συζήτηση/μια τέτοια συζήτηση θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον, ιδίως σε μελλοντοστραφές. Ακριβώς επειδή θα ξεπερνούσε την αίσθηση προσκόλλησης στο πικρό παρελθόν, από το οποίο οι ίδιοι οι Θεσμοί αρχίζουν να παίρνουν αποστάσεις; αυτό άλλωστε εξηγεί το πώς άρχισε να «σβήνει» η υπόθεση της μη-μείωσης του αφορολόγητου από 1-1-2020, αλλά και πώς επιχειρείται από την κυβερνητική πλευρά να ροκανιστεί το συμφωνημένο πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ (για το 2020-22), με την δημιουργία ενός είδους escrow fund από τα υπερπλεονάσματα που βρέθηκε να παράγει η οικονομία (αν και η λέξη «παράγω» ακούγεται αρκετά αντιφατική με την πραγματικότητα, όταν ο λόγος είναι περί υπερπλεονασμάτων). Αλλ’ είπαμε: το σώου κόντρας στην Βουλή, θεωρείται πολύ πιο αποδοτικό. Οπότε…