Το άνοιγμα της αγοράς τον Μάιο θα αποκαλύψει το εύρος της ζημιάς που προκάλεσε η πανδημία στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις – μήπως όμως πρόκειται για μια «εκκαθάριση» που θα βοηθήσει την ελληνική οικονομία να αλλάξει σελίδα;

Οικονομική Επιθεώρηση, Μάιος 2021, τ. 1006

ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ του Χάρη Γ. Σαββίδη – hsav@hotmail.com

Στον ανθρώπινο οργανισμό ο COVID-19 επιτίθεται στους πνεύμονες. Στην περίπτωση, όμως, της ελληνικής οικονομίας η μεγάλη ζημιά φαίνεται ότι θα προκληθεί στη… ραχοκοκαλιά: τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Αν και η δημοσιονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας οδήγησε σε «λουκέτο» εκατοντάδες χιλιάδες από αυτές, εντούτοις παραμένουν η κυρίαρχη μορφή επιχειρηματικότητας: Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, πριν την πανδημία σχεδόν 8 στις 10 επιχειρήσεις είχαν τζίρο μικρότερο από 150.000 ευρώ και 9 στις 10 απασχολούσαν μέχρι 4 άτομα. Η Έκθεση Πισσαρίδη, υιοθετώντας τον ορισμό που ισχύει στην Ευρώπη για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (απασχόληση έως 250 εργαζομένων), εκτιμά ότι το 2018 αυτές αποτελούσαν το 99,96% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα!

Από τον Μάρτιο του 2020 οι περισσότερες αναγκάστηκαν να κατεβάσουν ρολά ή να υπολειτουργούν. Μη έχοντας, κατά κανόνα, πλούσια αποθέματα ρευστότητας, προσπάθησαν όλο αυτό το διάστημα να επιβιώσουν με τις επιστρεπτέες (σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό) προκαταβολές, τα μέτρα αναστολής πληρωμών και επιδότησης της αναστολής εργασίας. Κάπως έτσι διασωληνωμένες τις βρίσκει ο Μάιος και το «άνοιγμα» της αγοράς. Μένει να αποκαλυφθεί η ζημιά που έχει προκληθεί, καθώς θα διακόπτονται τα μέτρα στήριξης.

Η Οικονομική απευθύνθηκε σε θεσμικούς φορείς που εκπροσωπούν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας, Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου, Εμπορικό Επιμελητήριο Αθηνών, Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών, Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιά και Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών) και κάλεσε τους επικεφαλής τους να μιλήσουν για την επόμενη ημέρα: Γιώργος Καββαθάς, Γιώργος Καρανίκας, Κωνσταντίνος Μίχαλος, Σταύρος Καφούνης, Βασίλης Κορκίδης και Γιάννης Χατζηθεοδοσίου καταθέτουν τις απόψεις τους στο τεύχος Μαΐου της Οικονομικής.

Ο φόβος για τα «λουκέτα»

Ήδη με το ξέσπασμα της πανδημίας, το α’ εξάμηνο του 2020, το «πάγωμα» της κίνησης στην αγορά είχε ως αποτέλεσμα 8 στις 10 επιχειρήσεις να έχουν τζίρο μέχρι 20.000 ευρώ (στοιχεία του Ινστιτούτο Εμπορίου και Υπηρεσιών της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου).

Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν πρόκειται για επιχειρήσεις που κάνουν τα πρώτα τους βήματα: στο λιανεμπόριο 1 στις 4 επιχειρήσεις μετρά πάνω από 30 έτη ύπαρξης και 2 στις 4 από 10 έως 30 έτη. Κυρίαρχος τομέας δραστηριότητας τους είναι το χονδρικό και λιανικό εμπόριο (περίπου 227.600 επιχειρήσεις, σύμφωνα με στοιχεία της Έκθεσης Πισσαρίδη), ενώ έπονται οι επαγγελματικές και τεχνικές υπηρεσίες (135.500) και η παροχή καταλύματος (107.700).

Στις αρχές του 2021 ήδη το 26% είχε μηδενικά ταμειακά διαθέσιμα (από 15% τον Ιούνιο του 2020) και ένα επιπλέον 24% είχε διαθέσιμα που επαρκούν το πολύ για ένα μήνα. Σύμφωνα με την έρευνα συγκυρίας της Εθνικής Τράπεζας, κατά μέσο όρο οι πωλήσεις το 2020 ήταν μειωμένες κατά 18%. Τον Φεβρουάριο, έρευνα του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ κατέγραψε σχεδόν διπλασιασμό των επιχειρήσεων που φοβούνται ότι θα βάλουν λουκέτο: 38,2% από 20,9% 12 μήνες νωρίτερα.

Μια στις τέσσερις επιχειρήσεις δηλώνει ότι έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς εφορία και ασφαλιστικά ταμεία, μία στις τρεις καθυστερεί την αποπληρωμή τραπεζικών δανείων (και 44,6% φοβάται ότι θα μείνει πίσω στην αποπληρωμή μέχρι το τέλος του έτους), το 23% χρωστάει νοίκια και το 32,9% δεν είναι συνεπείς στις πληρωμές προς προμηθευτές.

Μερικές εβδομάδες νωρίτερα, το ΙΜΕ διεξήγαγε διαδικτυακή έρευνα μέσω του Facebook, προκειμένου να αποτυπώσεις τις επιπτώσεις της κρίσεις στην οικονομία και την κοινωνία. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πανδημία «τείνει να πλήττει περισσότερο τα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα που έχουν χαμηλότερο εκπαιδευτικό και οικονομικό υπόβαθρο». Το 15% των ερωτηθέντων δηλώνει αισιόδοξο ότι η οικονομική κρίση θα έχει τελειώσει μέχρι τα Χριστούγεννα, το 25% προβλέπει ότι θα κρατήσει 2 χρόνια και πάνω από το 50% ότι θα διαρκέσει περισσότερο.

Μέτρα αντιμετώπισης

Δεδομένων των συνθηκών και του φόβου για το αύριο, όλοι αναζητούν την κρατική στήριξη. Μόλις το 6% των ερωτηθέντων στην έρευνα του ΙΝΕ χαρακτήρισε επαρκή τα μέτρα της κυβέρνησης για τη στήριξη της οικονομίας, ενώ το 58% τα θεωρεί ανεπαρκή.

Σύμφωνα με έρευνα πεδίου της Εθνικής, σε δείγμα 1.000 επιχειρήσεων, το 37% δηλώνει ότι ενδιαφέρεται πρωτίστως για κρατική οικονομική ενίσχυση, το 34% για επιδότηση της αναστολής εργασίας, το 17% για κρατική ενίσχυση των δανείων και μόλις το 12% για τραπεζική ενίσχυση. Έτσι κι αλλιώς τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος καταγράφουν σταθερή μείωση της χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Πέραν της άμεσης στήριξης, το 42,2% προκρίνει τα μέτρα τόνωσης της κατανάλωσης, το 27,5% μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας και μόλις το 17,4% μέτρα αναπτυξιακής πολιτικής, όπως ο ψηφιακός μετασχηματισμός, η υποστήριξη της στροφής προς την πράσινη οικονομία και γενικά η ενίσχυση επενδύσεων. Σύμφωνα με την έρευνα του ΙΝΕ, την πρακτική του click away αξιολογεί αρνητικά το 47% και θετικά μόλις το 5,2%.

Οι αναλυτές της Εθνικής επισημαίνουν και τη σημασία των μέτρων που έλαβαν οι ίδιες οι επιχειρήσεις: τα 2/3 έχουν ήδη προχωρήσει σε διαρθρωτικές αλλαγές και ψηφιακές αναβαθμίσεις, ενώ ένα επιπλέον ποσοστό της τάξης του 10% σχεδιάζει σχετικές ενέργειες για το αμέσως επόμενο διάστημα. Το 41% προχώρησε σε εφαρμογή τηλεργασίας, το 22% έκανε χρήση ηλεκτρονικού εμπορίου και ένα 11% είναι σε διαδικασία προετοιμασίας των σχετικών υποδομών.

Μέτρα ανάκαμψης

Οι παρεμβάσεις αυτές θα βοηθήσουν τις επιχειρήσεις να συνεχίσουν την πορεία τους μετά την πανδημία. Στην επόμενη ημέρα εστιάζει και το πλέγμα παρεμβάσεων που προωθεί η κυβέρνηση, προκειμένου να υποστηρίξει την ανάκαμψη της οικονομίας. Το Σχέδιο «Ελλάδα 2.0» προβλέπει τη χρηματοδότηση επενδύσεων αλλά και μεταρρυθμίσεων, που κινούνται στη λογική των προτάσεων της Επιτροπής Πισσαρίδη.

Η έκθεση της Επιτροπής που παρουσιάστηκε προ μηνών περιλαμβάνει ειδικό κεφάλαιο για τα προβλήματα και τις προοπτικές των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. «Η κυριαρχία μονοπρόσωπων και πολύ μικρών επιχειρήσεων αποτελεί κυρίαρχο και προβληματικό χαρακτηριστικό, καθώς η παραγωγικότητα στις επιχειρήσεις αυτές είναι γενικά χαμηλή», επισημαίνεται χαρακτηριστικά. Για τον λόγο αυτό οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις αποσκοπούν στη συστηματική μεγέθυνση όλων των επιχειρήσεων, μικρών, μεσαίων και μεγάλων, ώστε να βελτιωθούν οι όροι κόστους και χρηματοδότησής τους. Η κεντρική ιδέα είναι να προωθηθούν δράσεις που θα υπερκεράσουν τα προβλήματα που προκύπτουν από τη μικρότερη κλίμακα, όπως δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης, καινοτομία, ανάπτυξη δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού, πράσινο και ψηφιακό μετασχηματισμός, καθώς και τόνωση εξωστρέφειας.

Ο αντίλογος αφορά στο πόσες από αυτές τις επιχειρήσεις τελικά θα επιβιώσουν για να… μεγαλώσουν. Υπάρχει ο κίνδυνος η πανδημία να αποδειχθεί ένας μηχανισμός φυσικής εκκαθάριση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων ενώ στη συνέχεια η πλειοψηφία των κονδυλίων από το Ταμείο Ανάκαμψης θα στραφεί στους μεγάλους “παίκτες”. Το Σχέδιο «Ελλάδα 2.0» προβλέπει σε βάθος χρόνου τη δημιουργία μόλις 180.000 θέσεων εργασίας, όταν στα τέλη του 2020 υπήρχαν 750.000 άνεργοι. Στο βαθμό που όντως τους επόμενους μήνες πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις οδηγηθούν σε λουκέτο, η αύξηση της ανεργίας θα μπορούσε να είναι αντίστοιχη εκείνης των πρώτων ετών της δημοσιονομικής κρίσης. Η δημιουργία λιγότερων από 200.000 θέσεων απασχόλησης τα επόμενα χρόνια δεν ακούγεται επαρκής απάντηση. Ως πρώτο μέτρο στήριξης των μικρομεσαίων προβάλλεται το «κούρεμα» του χρέους προς το Δημόσιο και η υιοθέτηση πρόσθετων μέτρων τόνωσης της ρευστότητας, είτε μέσω της τραπεζικής οδού είτε με ανασχεδιασμό της αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Η αντιπαράθεση αυτή αναδεικνύει ένα κομβικό ερώτημα για την ελληνική οικονομία: Τελικά είναι κατάρα να υπάρχουν τόσες μικρομεσαίες επιχειρήσεις και άρα θα πρέπει να αντικατασταθούν από μεγαλύτερες, είτε μέσω «φυσικής εκκαθάρισης» (λουκέτα), είτε μέσω εξαγορών, είτε μέσω συγχωνεύσεων; Όντως έτσι θα βελτιώνονταν οι επιδόσεις σε όρους κόστους, πρόσβασης στη χρηματοδότηση και άρα θα ενισχυόταν η ανταγωνιστικότητα. Πλην όμως το μικρό μέγεθος φέρει και οικονομικά πλεονεκτήματα, όπως η ευελιξία και η προσαρμοστικότητα. Επιπλέον το αν μια επιχείρηση είναι μικρή, μεσαία ή μεγάλη είναι σχετικό: άλλα ισχύουν στην Ελλάδα, άλλα στην Ευρώπη κι άλλα σε παγκόσμια κλίμακα.

Η συζήτηση δεν εξαντλείται στα στενά οικονομικά επιχειρήματα. Μια οικονομία που αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από μικρομεσαίες επιχειρήσεις αναπτύσσει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Στις αποφάσεις δεν βαρύνουν πάντα οι αριθμοί, καθώς αναπτύσσονται προσωπικές σχέσεις με εργαζομένους, προμηθευτές ή ακόμα κι ανταγωνιστές. Η έννοια της φήμης, για παράδειγμα, αποκτά πολύ διαφορετικό περιεχόμενο: Μια πολυεθνική θα την καλλιεργήσει μέσω της διαφήμισης – εάν όμως «λερωθεί» το όνομα μιας μικρομεσαίας επιχείρησης, αυτό πολύ δύσκολα αλλάζει.

Η αλλαγή… σπονδυλικής στήλης σε μια οικονομία δεν είναι απλή υπόθεση. Έχει αντανάκλαση στο σύνολο του κοινωνικού ιστού και επηρεάζει τελικά το εθνικό «DNA». Η κυριαρχία των μικρών μεγεθών στον ελλαδικό χώρο, ως αποτέλεσμα της γεωμορφολογίας του, υπήρξε κατά πολλούς ιστορικούς βασική αιτία ανάπτυξης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, όπου (απέναντι στις ασιατικές αυτοκρατορίες) μονάδα κοινωνικής οργάνωσης είναι η πόλη-κράτος. Πρόκειται βέβαια για άλλη εποχή, με διαφορετικές ανάγκες και προκλήσεις. Στον 21ο αιώνα, της πλήρους επικράτησης της παγκοσμιοποίησης και της έλευσης της 4ης βιομηχανικής επανάστασης, μήπως πλέον το μικρό μέγεθος είναι βαρίδι; Ή μήπως αυτό το στοιχείο του ελληνικού DNA συνεχίζει να κρύβει απαντήσεις;