Ιδεολογικές εμμονές και παροδικές πληθωριστικές πιέσεις

Του Αντώνη Κεφαλά

Η εξαγγελία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για τον πληθωρισμό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «Ώδινεν όρος και έτεκεν μυν». Μέχρι τώρα η πολιτική της ΕΚΤ ως προς τον πληθωρισμό ήταν ότι θα τον συγκρατούσε «κάτω από αλλά κοντά στο 2%». Η νέα πολιτική θα είναι «στο 2%».

Είναι σαφές ότι για να πετύχει τη συμφωνία όλων των 25 μελών του συμβουλίου της Τράπεζας, η Κριστίν Λαγκάρντ χρειάστηκε να συμβιβάσει τις αντίθετες απόψεις ιέρακων όπως ο Γενς Βάιντμαν με αυτές των μετριοπαθών όπως ο Όλι Ρεν. Στις αγορές, έτσι, στάλθηκε ένα αδύναμο μήνυμα: η ΕΚΤ είναι έτοιμη να ανεχθεί έναν ελαφρά υψηλότερο πληθωρισμό απ’ ό,τι στο παρελθόν. Δεν είναι, όμως, σαφές για πόσο καιρό θα ισχύσει αυτό. Η Λαγκάρντ υποσχέθηκε να δώσει μια πιο ξεκάθαρη εικόνα στις 22 Ιουλίου. Λίγοι παρατηρητές πιστεύουν ότι αυτό θα συμβεί.

Από την άλλη μεριά, η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) δείχνει –όπως πάντα– μεγαλύτερη ευελιξία. Η πολιτική της είναι να αποδέχεται πληθωρισμό της τάξης του 2% κατά μέσο όρο. Αυτό θα μπορούσε να ερμηνευτεί π.χ. ως αποδοχή πληθωρισμού 3% για έξι μήνες και 1% για άλλους έξι, ώστε να βγει ένας μέσος όρος 2%. Το κακό είναι ότι η Fed δεν αποσαφήνισε ούτε την περίοδο μέτρησης ούτε τον ακριβή ορισμό του μέσου όρου. Θα είναι π.χ. μέσος αριθμητικός; Ή μετακινούμενος ανά τρίμηνο; Ή ανά τετράμηνο;

Είναι πραγματικά άξια απορίας αυτή η προσήλωση σε ένα νούμερο, η σημασία του οποίου δεν έχει ποτέ αποδειχθεί. Γιατί 2% και όχι 3%; Ή γιατί όχι 2,5%; Είναι εμμονή-φετίχ, που λίγο τιμά έναν τομέα που θέλει να θεωρείται ως «επιστήμη». Θα νόμιζε κανείς ότι η εμπειρία της περιόδου 2008-2019 και στη συνέχεια αυτή της πανδημίας θα είχε ξυπνήσει συνειδήσεις, αντανακλαστικά και πνευματική περιέργεια σε σημείο που να τεθούν ερωτήματα για βασικές υποθέσεις που μας οδήγησαν στα σημερινά αδιέξοδα. Δυστυχώς, η ιδεολογική εμμονή τυφλώνει. Στους επόμενους μήνες θα ζήσουμε την ηλίθια μάχη μεταξύ των πολλών οικονομολόγων που θεωρούν ότι μπορούμε να επιστρέψουμε στην κανονικότητα της νομισματικής πολιτικής και της πρωτοκαθεδρίας του επιτοκίου και των ολίγων που θα επιδιώκουν την αναθεώρηση της πολιτικής, που κινδυνεύει μεσοπρόθεσμα να τινάξει στον αέρα τον δημοκρατικό καπιταλισμό.

Η βασική ιδέα του Φρίντμαν ότι μακροχρόνια ο πληθωρισμός καθορίζεται από τον ρυθμό αύξησης της προσφοράς χρήματος αποδείχθηκε ελλιπής και ανακριβής. Σήμερα, είναι πιο διαδεδομένη η άποψη ότι ο πληθωρισμός εξαρτάται από τρεις παράγοντες:

  • Τα σοκ στην παραγωγή
  • Το αν η οικονομία βρίσκεται πάνω ή κάτω από το μέγιστο των δυνατοτήτων της
  • Τις προσδοκίες του κόσμου για τον πληθωρισμό

Μολονότι και αυτή η προσέγγιση είναι ελλιπής, μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε για να εξετάσουμε το μεγάλο ερώτημα των ημερών μας: είναι μόνιμες ή παροδικές οι πληθωριστικές πιέσεις που έχουν εμφανιστεί;

Το ερώτημα είναι κρίσιμο – ακριβώς επειδή εξακολουθεί να κυριαρχεί η λογική πως οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες οφείλουν να συγκρατούν τον πληθωρισμό στο 2%. Αν οι πιέσεις είναι μόνιμες, τότε θα πρέπει να αυξηθούν τα επιτόκια. Αν είναι παροδικές, δεν θα πρέπει να υπάρξει παρέμβαση.

Στην ουσία συγκρούονται δύο πρόσφατες παραδόσεις. Από τη μια μεριά ο φόβος που άφησε ο πληθωρισμός της περιόδου 1975-1990 και από την άλλη η άκαιρη αντίδραση των κυβερνήσεων να αποσύρουν τα μέτρα στήριξης για την αντιμετώπιση της κρίσης του 2008, γεγονός που οδήγησε σε 12 χρόνια χαμηλής ανάπτυξης, αύξηση της ανεργίας, κορύφωση των ανισοτήτων, πτώση των επενδύσεων σε πάγια και επικυριαρχία του χρηματοπιστωτικού τομέα, ο οποίος σήμερα δρα περίπου ανεξέλεγκτα.

Το πρόβλημα ξεκίνησε στις 12 Μαΐου 2021, όταν οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν πληθωρισμό για τον Απρίλιο που έφτανε σε ετήσια βάση το 4,2% – ποσοστό που είχε να εμφανιστεί από το 2008. Η τάση συνεχίστηκε και τον Μάιο – με ποσοστό 4,5% και τον Ιούνιο με ποσοστό 5,4%. Ταυτόχρονα, ανοδικές τάσεις εμφάνισε ο πληθωρισμός στην ΕΕ (1,9% από 0,9%) και στο ΗΒ (2,5% από 1,5%). Μόνο στην Ιαπωνία –που για περίπου τρεις δεκαετίας τώρα δεν μπορεί να ξεκολλήσει από τους αναιμικούς ρυθμούς ανάκαμψης– ήταν η τάση σταθερή.

Οι εξηγήσεις ποικίλλουν: αναταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού λόγω της πανδημίας, αυξήσεις στις τιμές των κοντέινερ, καθυστερήσεις στα λιμάνια, χαμηλά αποθέματα που αναπληρώνονται. Όλες είναι ορθές. Και όλες έχουν επιπτώσεις. Για παράδειγμα, μετά από μήνες περιορισμών οι πολίτες θέλουν να μετακινηθούν. Αυτό φαίνεται καθαρά από το γεγονός ότι αυξήθηκε σημαντικά η ζήτηση για αυτοκίνητα, είδη σπορ και γενικά για τα αγαθά και τις υπηρεσίες που σχετίζονται με την αναψυχή.

Η αυξημένη ζήτηση για νέα αυτοκίνητα δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί όμως, διότι υπάρχει έλλειψη των μικροτσίπ με τα οποία είναι γεμάτα τα σύγχρονα αυτοκίνητα. Η έλλειψη οφείλεται στην αυξημένη ζήτηση λόγω της εισαγωγής και εξάπλωσης του 5G και διαταραχών στην παραγωγή τους. Το αποτέλεσμα ήταν η αύξηση των τιμών των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων.

Η αλυσίδα συνεχίζεται. Ένας λόγος για τον οποίο αυξήθηκε ο πληθωρισμός ήταν ότι το 2020 η τιμή του πετρελαίου είχε πέσει πολύ (οπότε η άνοδός της το 2021 ήταν ποσοστιαία υψηλή), διότι η βάση εκκίνησης είναι χαμηλή. Γι’ αυτό το ενδιαφέρον στράφηκε προς τον λεγόμενο σταθερό πυρήνα του πληθωρισμού – όπου δεν υπολογίζονται οι αλλαγές στις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων, είναι πολύ ευμετάβλητες.

Η έκπληξη ήταν τότε ακόμη μεγαλύτερη. Διότι, ακόμη και χωρίς αυτά τα δύο στοιχεία, στις ΗΠΑ ο μηνιαίος πληθωρισμός του Μαΐου ήταν 0,9%. Όπως παρατηρήθηκε, τέτοιο ποσοστό είχε να εμφανιστεί από τη δεκαετία του 1970!

Η αναζήτηση των εξηγήσεων συνεχίστηκε έτσι. Παραθέτουμε τις πιο σημαντικές, με την έννοια της αξιοπιστίας:

  • Μετά από περίοδο εγκλεισμού, ο πολίτης θέλει να απολαύσει ξανά τη ζωή του. Αυτό ερμηνεύει την άνοδο των τιμών στον τομέα των υπηρεσιών.
  • Στην ίδια λογική της εξόδου από την καραντίνα και της κατάργησης περιορισμών, ο πολίτης έκανε αγορές που είχε αναβάλει – όπως μόνιμα καταναλωτικά αγαθά, δηλαδή κουζίνες, πλυντήρια, ψυγεία, έπιπλα.
  • Έχοντας χρήματα λόγω των μεγάλων επιδοτήσεων που δόθηκαν, ο κόσμος επιχειρεί να επανέλθει σ’ αυτά που γνώριζε και τον ευχαριστούσαν – είχε δηλαδή τα χρήματα. Πράγματι, η υπερβάλλουσα αποταμίευση ως ποσοστό επί του ΑΕΠ εκτιμάται στο 12% για τις ΗΠΑ και στο 4,5% για την ΕΕ.

Μέχρι τώρα, το ερώτημα «είναι μόνιμη ή παροδική η πληθωριστική πίεση;» παραμένει αναπάντητο. Ερευνώντας τα πράγματα από άλλη σκοπιά όμως, η εικόνα ξεκαθαρίζει κάπως.

Μέχρι τώρα αναφερθήκαμε κυρίως στον πρώτο από τους τρεις παράγοντες που καθορίζουν τον πληθωρισμό: τα προβλήματα στην προσφορά. Τι συμβαίνει με τους άλλους δύο;

Πρώτον, δεν υπάρχει ακόμη καμία ένδειξη πως οι οικονομίες πλησιάζουν τη μέγιστη δυνατότητα παραγωγής τους. Με τις καλύτερες προβλέψεις, το επίπεδο παραγωγής του 2019 θα το δούμε ξανά το 2022 ή το 2023 – ανάλογα και με την εξέλιξη της πανδημίας. Οπότε, διαρθρωτική πληθωριστική πίεση δεν φαίνεται να υπάρχει.

Δεύτερον, οι πληθωριστικές προσδοκίες δεν φαίνεται να έχουν ξυπνήσει. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι η διαφορά (spread) ανάμεσα στα απλά ομόλογα και αυτά που φέρουν ρήτρα προστασίας κατά του πληθωρισμού είναι πολύ μικρή.

Καταλήγουμε, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι οι τωρινές πληθωριστικές πιέσεις είναι μάλλον παροδικές, εξηγούνται εύκολα από τις ειδικές συνθήκες που βιώνουμε και, τουλάχιστον προς το παρόν, δεν έχουν εκδηλωθεί φαινόμενα που να δείχνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση – όπως π.χ. πίεση για αύξηση αμοιβών ή δυσκολίες στις προσλήψεις.

Είναι βέβαια αλήθεια ότι ορισμένες τέτοιες πιέσεις έχουν εμφανιστεί. Συνδέονται όμως κι αυτές με ειδικές συνθήκες. Για παράδειγμα, υπάρχει έλλειψη ειδικών στον τομέα της ψηφιακής τεχνολογίας – εξέλιξη φυσική και αναμενόμενη λόγω της τεχνολογικής έκρηξης. Ταυτόχρονα, πιέσεις σε τομείς όπως η ψυχαγωγία ερμηνεύονται όχι μόνο με αναφορά στην ξαφνική άνοδο της ζήτησης, αλλά, όπως αναφέρουν κοινωνιολόγοι, εξηγούνται και από το γεγονός ότι αρκετοί πολίτες έχουν χρησιμοποιήσει τα χρόνια της πανδημίας ως εποχή εσωτερικής επανεξέτασης και αναθεώρησης και δεν βιάζονται να επιστρέψουν σε μια δουλειά που ίσως τελικά να θέλουν να την εγκαταλείψουν.

Το κρίσιμο θέμα όμως δεν είναι η μονιμότητα ή η παροδικότητα του πληθωρισμού, αλλά η εμμονή στην ιδεολογία του μονεταρισμού και κατά της δημοσιονομικής πολιτικής. Η πρόσφατη εμπειρία απέδειξε την ακρίβεια της πρόβλεψης του Κέινς για την παγίδα ρευστότητας (liquidity trap) – απέδειξε χωρίς αμφιβολία τα όρια που ενέχει η χρήση του επιτοκίου ως εργαλείου πασπαρτού για όλα τα προβλήματα.

Η επιστροφή στην εποχή του 1990-2020 θα είναι μια τραγωδία.