Κάλλιο αργά παρά ποτέ;

 

Για τα Ελληνικά μας μέτρα, αρκετά γρήγορα προέκυψε η ευαισθητοποίηση των συλλογικών φορέων της αγοράς («της Επιχειρηματικότητας/ΣΕΒ, των Τραπεζών/ΕΕΕ, και της Χρηματιστηριακής Αγοράς/ΧΑΑ», κατά την σχετική ανακοίνωση) με πρωτοβουλία «για την βελτίωση της εταιρικής διακυβέρνησης και φήμης». Αρκετά γρήγορα μετά την υπόθεση Folli-Follie για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, υπόθεση όπου η αναφορά και μόνο των λέξεων «εταιρική διακυβέρνηση» φέρνει πικρό μειδίαμα στα χείλη. Όμως άμα προσθέσει κανείς από δίπλα την ωρολογιακή βόμβα που κάνει ως φαίνεται  τικ-τακ, τικ-τακ στις οικονομικές καταστάσεις της ΔΕΗ (της μεγαλύτερης επιχείρησης της χώρας, όμως που δεν παύει να είναι και … εισηγμένη), τις σκιές στην ΔΕΠΑ μετά την υπόθεση ΕΛΦΕ, την περιπέτεια δίπλα (να το πούμε ευγενικά) στην Jumbo η έννοια «too little, too late» έρχεται εύκολα στο προσκήνιο.

Αν, πάντως, προτιμήσει κανείς να φανεί εποικοδομητικός και επιλέξει το «κάλλιο αργά, παρά ποτέ», τότε η αναζήτηση κάποιας προοπτικής μεγαλύτερης (και, κυρίως, έγκαιρης• κι ακόμη πιο ουσιαστικά, πειστικής…) διαφάνειας στα οικονομικά στοιχεία και την εταιρική διακυβέρνηση με την αναδιάρθρωση του Ελληνικού Συμβουλίου Εταιρικής Διακυβέρνησης/ΕΣΕΔ, με συμμετοχές ΣΕΒ,ΕΕΕ, ΧΑΑ αλλά και ΥπερΤαμείου (και με υψηλού κύρους Πρόεδρο, στρατολογημένο από HBS…), με την καθιέρωση μετρήσιμων δεικτών και με την επιμονή στην ανεξαρτησία των Δ.Σ. από την ιδιοκτησία καθώς και με την ευθύνη των λογιστών-ελεγκτών – όλα αυτά, ναρκοπέδια που αλληλεπικαλύπτονται – η αναζήτηση αυτή αποκτά νόημα.

Στην παρουσίαση αυτών των πρωτοβουλιών από τον Θόδωρο Φέσσα του ΣΕΒ ακούστηκε κάποια στιγμή η κομβικής σημασίας λέξη: «Υποτίθεται». Κανόνες, ρυθμίσεις, δεσμεύσεις, διαδικασίες – όλα αυτά χρειάζεται να μεταταγούν από το πεδίο των προθέσεων και του σχεδιασμού στην πράξη, δηλαδή να φύγουν από το «υποτίθεται». Ενώ από τον Νίκο Καραμούζη της ΕΕΕ, πέρα από τις αιχμηρές του παρατηρήσεις για τις ευθύνες των ελεγκτών (και την υπόσχεση/απειλή ότι η αξιολόγηση της εταιρικής διακυβέρνησης θα μπει, εφεξής, περισσότερο στην δανειακή πολιτική – και στην τιμολόγηση! – των τραπεζών), αφέθηκε να πλανάται η αίσθηση ότι άμα δεν προχωρήσει αρκετά η αυτορρύθμιση στο καίριο αυτό ζήτημα η Α, επίκειται νέα φάση ρυθμιστικών παρεμβάσεων. Όπου – το σχόλιο δικό μας… – άμα και πάλι έχουμε το φαινόμενο προηγούμενων εμπειριών, κινδυνεύουμε με αυστηρές ρυθμίσεις τόσο, ώστε να αποβούν στην πράξη ανεφάρμοστες.

Η κατακλείδα: άμα ο επιχειρηματικός κόσμος (ιδιωτικού και δημόσιου τομέα) και η πλαισίωσή του (τράπεζες, χρηματιστήριο) δεν συνειδητοποιήσει ότι κινδυνεύει να τεθεί η Ελλάδα συνολικά «εκτός» της ματιάς του διεθνούς συστήματος, τότε τίποτε δεν θα έχει αλλάξει. Πάλι.