Και τώρα, τι;

 

Οικονομική Επιθεώρηση, Aπρίλιος 2019, τ. 981
ΒΡΕΤΑΝΙΑ από τον Τhe Economist

Η κρίση της Βρετανίας σε νέα βάθη: η Βουλή πρέπει να πάρει την πρωτοβουλία για να βγάλει τη χώρα από το χάος

Όταν οι ιστορικοί θα ξετυλίγουν το κουβάρι του πώς η Μεγ. Βρετανία επιχείρησε να φύγει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η δεύτερη εβδομάδα του Μαρτίου θα αναγνωρισθεί ως εκείνη η φάση όπου η χώρα κατάλαβε τελικά σε τι χάος είχε περιέλθει. Στην εκστρατεία για το Brexit, οι οπαδοί της αποχώρησης από την ΕΕ υπόσχονταν στους ψηφοφόρους ότι η διαδικασία θα ήταν εύκολη, επειδή η χώρα «έχει όλα τα καλά χαρτιά στα χέρια της». Τελικά, η Βουλή των Κοινοτήτων συμπεριφέρθηκε με μεγάλη περιφρόνηση στη συμφωνία εξόδου που η Τ. Μαίη είχε περάσει δύο χρόνια διαπραγματευόμενη και επαναδιαπραγματευόμενη στις Βρυξέλλες: οι Βρετανοί βουλευτές την απέρριψαν με διαφορά 149 ψήφων – η τέταρτη μεγαλύτερη ήττα κυβέρνησης της σύγχρονης κοινοβουλευτικής ιστορίας. Ύστερα, απέρριψαν και εκείνο που εθεωρείτο εναλλακτική λύση – μια αποχώρηση χωρίς συμφωνία.

Η πρωθυπουργός έχασε τον έλεγχο των πραγμάτων. Στις ψηφοφορίες, τέσσερις υπουργοί της δεν τη στήριξαν σε καίρια θέματα. Και τα δύο βασικά κόμματα, που εδώ και καιρό είναι διχασμένα γύρω από το Brexit, βλέπουν τον εαυτό τους να θρυμματίζεται σε όλο και πιο οργισμένα κομμάτια. Και όλα αυτά, μόλις δύο εβδομάδες πριν από την ημέρα που προβλεπόταν για την έξοδο.

Ακόμη και αν συγκρίνει κανείς αυτή την κατάσταση με τα τρία χαοτικά χρόνια μετά το δημοψήφισμα και τους όρους αντιπαράθεσης που επικράτησαν στην πολιτική σκηνή, η χώρα είναι χαμένη. Η Τερέζα Μέι κάποια στιγμή καυχήθηκε ότι «θα στείλουμε ένα μήνυμα σ’ ολόκληρο τον κόσμο για το τι χώρα είναι το Ηνωμένο Βασίλειο». Δεν είχε κι άδικο: είναι μια χώρα για γέλια. Μια ψύχραιμη χώρα, που υποτίθεται ότι έχει χτιστεί με βάση τον συμβιβασμό και την αντοχή στις δοκιμασίες, συνταράσσεται πλέον από κατηγορίες για προδοσία και ξεπούλημα.

Πάντως, το ξήλωμα του σχεδίου Μέι προσφέρει στη Βρετανία μια ευκαιρία να ξανασκεφθεί την εσφαλμένη της προσέγγιση εξόδου από την ΕΕ. Η Τερέζα Μέι έκανε τη χειρότερη δυνατή δουλειά με την αποστολή που ανέλαβε. Η χώρα έχει τη δυνατότητα να κάνει κάτι καλύτερο.

Η εξέγερση των βουλευτών
Η άμεση συνέπεια της κοινοβουλευτικής εξέγερσης είναι ότι το Brexit οφείλει να πάει πίσω χρονικά. Η Βουλή των Κοινοτήτων ψήφισε για παράταση της προθεσμίας της 29ης Μαρτίου: για το δικό της το καλό, η ΕΕ θα πρέπει να συμφωνήσει. Μια έξοδος της Βρετανίας χωρίς συμφωνία θα πλήξει τη χώρα βαριά, θα πλήξει όμως και την ΕΕ – τη δε Ιρλανδία το ίδιο βαριά με τη Βρετανία. […]

Προκειμένου να ξεπεραστεί το αδιέξοδο που έχει προκύψει από τις διαιρέσεις του σήμερα, η Βρετανία χρειάζεται μια μακρά παράταση της προθεσμίας [διαπραγμάτευσης της εξόδου]. Το ερώτημα είναι πώς θα αξιοποιηθεί μια τέτοια παράταση προκειμένου να σφυρηλατηθεί μια σταθερή, συναινετική πλειοψηφία στη Βουλή και τη χώρα.

Μια όλο και δημοφιλέστερη απάντηση είναι: ας απαλλαγούμε από την Τερέζα Μέι. Η συμφωνία της κατέπεσε και το κύρος της έχει τραυματισθεί. Αυξανόμενος αριθμός Συντηρητικών πιστεύουν ότι ένας νέος ηγέτης, με νέα εντολή, θα βοηθούσε να ξεπεραστεί το αδιέξοδο. Δεν παύει όμως να υπάρχει ο κίνδυνος να αναδειχθεί από τα μέλη του Συντηρητικού Κόμματος αντικαταστάτης, που θα οδηγήσει τη χώρα προς ένα «υπερσκληρό» Brexit. Πέραν τούτου, η αντικατάσταση της Τ. Μέι λίγα θα προσέφερε στην επίλυση του αινίγματος, πώς να στηθεί στα πόδια της μια συμφωνία. Τα κόμματα είναι διχασμένα μέχρι θεμελίων. Το να πιστεύει λοιπόν κανείς ότι ένας νέος ένοικος στην Ντάουνινγκ Στριτ θα μπορούσε να τα επανασυγκολλήσει και να διαμορφώσει μια πλειοψηφία ισοδυναμεί με πίστη στη φαντασίωση των πιστών του Brexit: ότι το σχέδιο τους είναι λαμπρό, αλλ’ απλώς και μόνο υλοποιείται λάθος.

Το ίδιο παραπλανητικές είναι οι εκκλήσεις για νέες βουλευτικές εκλογές. Η χώρα είναι το ίδιο διχασμένη όσο και τα κόμματα. Η Βρετανία κινδυνεύει να ζήσει την τέταρτη συνάντησή της με τις κάλπες μέσα στον ίδιο αριθμό ετών – και να καταλήξει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε. Οι βουλευτές των Συντηρητικών θα μπορούσαν να ευθυγραμμισθούν, αν είχαν εκλεγεί με βάση πρόγραμμα που να υπόσχεται εφαρμογή της συμφωνίας. Όμως, ποιος ειλικρινά πιστεύει ότι οι Συντηρητικοί θα προσέρχονταν στην εκλογική μάχη βασισμένοι στην προτεινόμενη συμφωνία Μέι, μια συμφωνία που έχει δύο φορές βουλιάξει με την ψήφο των βουλευτών και την οποία, μεταξύ ψηφοφοριών, ακόμη και ένας φιλικός της βουλευτής περιέγραφε ως την «καλύτερη διαθέσιμη κουράδα»; Δεν δείχνει να είναι το καλύτερο υλικό για επιτυχημένη εκλογική καμπάνια.

Προκειμένου να ξεπεράσει το αδιέξοδο, η Τερέζα Μέι χρειάζεται να κάνει δύο πράγματα. Το πρώτο είναι να συμβουλευθεί τη Βουλή, με μια σειρά ενδεικτικών ψηφοφοριών, που θα αποκάλυπταν τι είδους Brexit θα μπορούσε να συγκεντρώσει πλειοψηφία. Το δεύτερο είναι να προκηρύξει δημοψήφισμα προκειμένου αυτή η επιλογή να αποκτήσει ουσιαστική νομιμοποίηση. Σήμερα, κάθε πολιτική παράταξη εμμένει στις κόκκινες γραμμές της, ισχυριζόμενη ότι ομιλεί εκ μέρους του λαού. Μόνον αυτός ο συνδυασμός μπορεί να σιγάσει αυτού του είδους τη διαμάχη.

Νέα συμφωνία και επιβεβαιωτικό δημοψήφισμα
Αξίζει να δει κανείς αυτά τα βήματα με τη σειρά. Παρόλο το αδιέξοδο, διαφαίνεται ένα περίγραμμα κοινοβουλευτικού συμβιβασμού. Οι Εργατικοί θέλουν μόνιμη συμμετοχή στην τελωνειακή ένωση της ΕΕ – πράγμα κάπως πλησιέστερο στην ΕΕ απ’ όσο η συμφωνία Μέι. Εναλλακτικά, οι βουλευτές μπορεί να προτιμούσαν ένα σχήμα σύνδεσης τύπου Νορβηγίας – το οποίο θα κρατούσε τη Βρετανία στην ενιαία αγορά. Η ΕΕ θα ήταν ανοιχτή και στις δύο ιδέες. Μόνον αν η Τερέζα Μέι δεν μπορέσει να διαμορφώσει consensus, τότε μόνο θα ‘πρεπε να επανέλθει στο τόσο επικρινόμενο σχέδιό της.

Προκειμένου να συγκεντρωθούν ψήφοι υπέρ αυτής ή οποιασδήποτε άλλης προσέγγισης, θα χρειαστεί να σκεφθούμε πέρα από τις διαχωριστικές γραμμές των κομμάτων. Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει φυσιολογικά στη βρετανική πολιτική σκηνή, που είναι αντιθετική και λειτουργεί με πλειοψηφική λογική. Όμως, το σύστημα κομματικής πειθαρχίας καταρρέει. Οι κομματικές δομές θρυμματίζονται. Και στις δύο πτέρυγες της Βουλής των Κοινοτήτων δημιουργούνται ομάδες και κόμματα-εντός-κομμάτων, αλλά και ομάδες που διατρέχουν τις κομματικές γραμμές. Αν προσφερόταν (από τις κομματικές ηγεσίες) στους βουλευτές ελευθερία ψήφου, τότε θα μπορούσε να υπάρξει διακομματική στήριξη σε μια νέα προσέγγιση.

Το δεύτερο βήμα θα ήταν ένα επιβεβαιωτικό δημοψήφισμα. Το Brexit απαιτεί από τη Βρετανία να ανταλλάξει την αυτόνομη πορεία της με τη διατήρηση ωφέλιμων δεσμών με την ΕΕ. Οποιοδήποτε νέο σχέδιο Brexit διαμορφώσει η Βουλή των Κοινοτήτων ασφαλώς θα συνεπάγεται συμβιβασμούς που θα απογοητεύουν πολλούς ψηφοφόρους – ίσως και όλους. Η Τερέζα Μέι και άλλοι επικριτές της ιδέας υποστηρίζουν ότι να ζητηθεί από τους ψηφοφόρους να ψηφίσουν σε νέο δημοψήφισμα θα ήταν αντιδημοκρατικό (βέβαια, την ίδια στιγμή η Τ. Μέι δεν διστάζει να ζητήσει από τους βουλευτές να ψηφίσουν επί του σχεδίου για τρίτη ή και τέταρτη φορά). Όμως η καμπάνια για το αρχικό δημοψήφισμα απέτυχε να συλλάβει την πολυπλοκότητα του Brexit. Η αληθινά αντιδημοκρατική επιλογή θα ήταν να αρνηθούμε στους ψηφοφόρους την ευκαιρία να πουν ότι, ναι, συμφωνούν με τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκαν τα πράγματα.

Συνεπώς, όποια συμφωνία δεχθεί η Βουλή θα πρέπει να τεθεί στον λαό για την τελική του άποψη. Αυτό θα καταγγελθεί από τους οπαδούς του Brexit ως προδοτικό και από τους αδιάλλακτους οπαδούς της παραμονής στην ΕΕ ως αυτοτραυματιστικό. Μην τους δίνετε σημασία! Ο λαός έχει το δικαίωμα να αποφασίσει αν είναι υπέρ της νέας σχέσης με την ΕΕ – ή, άμα το ξανασκεφθεί, αν προτιμά να παραμείνει στη σχέση που ήδη υπάρχει.

 

© The Economist. Μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε από τις Εκδόσεις Κέρκυρα Α.Ε., έπειτα από ειδική άδεια. Το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο βρίσκεται στο www.economist.com