Και όμως, μπορεί να γίνεται ακόμη και συζήτηση

 

Η ένταση που επικρατεί στην δημόσια σκηνή αυτόν τον καιρό δείχνει στιγμές-στιγμές να αποκλείει την διεξαγωγή συζήτησης. Συχνότερα πρόκειται για διασταύρωση μονολόγων, όχι σπάνια σε φόρμα διαλόγου κωφών, που μάλιστα συνήθως δεν αργούν να εκτραπούν σε αλληλοκαταγγελίες και εκφράσεις που ξεφεύγουν.

Γι’ αυτόν τον λόγο, θεωρήσαμε αξιοσημείωτο ότι μια διοργάνωση, και μάλιστα σε τομέα κατεξοχήν εκρηκτικό, το χθεσινό Συνέδριο της Ναυτεμπορικής για την Υγεία («Η επόμενη ημέρα στο επιχειρείν της Υγείας») διέψευσε αυτό το στερεότυπο. Και μάλιστα στο κομμάτι εκείνο όπου έγιναν οι τοποθετήσεις των πολιτικών – υπουργός Υγείας Ανδρέας Ξανθός, τομεάρχης Υγείας της Ν.Δ. Βασίλης Οικονόμου – με άμεση συζήτηση με τους ανθρώπους του κλάδου του φαρμάκου. Ήδη μια παρατήρηση: και ο υπουργός και ο τομεάρχης έκατσαν και άκουσαν όλη την συζήτηση των εκπροσώπων του κλάδου. Και, όταν λέμε «άκουσαν», δεν εννοούμε ότι δεν σηκώθηκαν να φύγουν μόλις είπε το δικό του ποίημα ο καθένας (όπως συνηθίζεται). Αλλά ξανατοποθετήθηκαν επί των όσων άκουσαν στην συζήτηση και διασταύρωσαν πάλι τις απόψεις τους – ουσιαστικά. Αυτό, μαζί με τις βραχύλογες και επί της ουσίας τοποθετήσεις των άλλων συζητητών, επέτρεψε να ανέβουν στην επιφάνεια χρήσιμα πράγματα:

Η βάση της εισήγησης Ξανθού ήταν ότι ανοίγονται πλέον – στην ΜεταΜνημονιακή εποχή – περιθώρια για μια ανετότερη διαχείριση του χώρου της Υγείας, όπου οι προσαρμογές των τελευταίων χρόνων προκάλεσαν ασυμμετρία πόρων προς τις ανάγκες. Γι αυτόν, αποτελεί τίτλο τιμής ότι παρά τους περιορισμούς, έγιναν επιλογές όπως η αύξηση της πρόσβασης των ανασφάλιστων στο σύστημα. Ενώ η κεντρική επιλογή κατ’ αυτόν ήταν να συνεχιστεί η συνύπαρξη δημοσίου και ιδιωτικού κλάδου στην Υγεία, αλλά με συνειδητοποίηση ότι «το μεν Δημόσιο καλύπτει την ανάγκη, ο δε ιδιωτικός κλάδος την ζήτηση» (που μπορεί να είναι και προκλητή).

Στην τοποθέτηση Οικονόμου, έγιναν παρατηρήσεις για τις αδυναμίες αλλά και τις χαμένες ευκαιρίες στην συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα. Κενά όπως των ευκαιριών για κλινικές μελέτες (όπου μια χώρα όπως το Βέλγιο διακινεί ποσά μέχρι 3 δις, ενώ σ’ εμάς και τα προ ετών 80 εκατομμύρια έγιναν πλέον 40…) ή πάλι των δυνατοτήτων του ιατρικού τουρισμού κατατέθηκαν. Με δήλωση όμως ότι ως αντιπολίτευση προσέρχεται με «θετική συμμετοχή» στις διαδικασίες διαβούλευσης του Υπουργείου σε ευρύ φάσμα θεμάτων. Όμως η κυρίως κριτική του στράφηκε στην καταγγελία της πίεσης που ασκείται από τον δημόσιο κλάδο στον ιδιωτικό («σε λογική κακέκτυπου σοβιετικής χώρας») , ενώ ως πρόταση αναδιοργάνωσης της Υγείας τέθηκε η πρόληψη/οι μηχανισμοί πρωτοβάθμιας υγείας και η προώθηση «νέου τύπου νοσοκομείων» – με κεντρική επιλογή την συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Ο Αλ. Παπαδημητρίου, μιλώντας από πλευράς ΣΦΕΕ, δέχθηκε ότι πολλές προσαρμογές που έγιναν ήταν αναγκαίες και ότι οι νοοτροπίες στον τομέα της Υγείας βελτιώνονται, όμως η κάλυψη των ανασφάλιστων και των αδύναμων ομάδων – κοινωνικά αναγκαία και παραδεκτή – καθώς γίνεται υπό καθεστώς στενότητας (κλειστοί προϋπολογισμοί νοσοκομείων, υποχρεωτικές επιστροφές) καταλήγει να καλύπτεται από τις εταιρείες. Αυτό δημιουργεί αδιέξοδα, που συσσωρεύονται.

Ο Θ. Τρύφων της ELPEN (και πρόεδρος της ΠΕΕΦ) δέχθηκε ότι πολλές λύσεις που προωθήθηκαν δόθηκαν εξ ανάγκης, όμως και αυτός επεσήμανε ότι οι πολύ χαμηλοί κλειστοί προϋπολογισμοί και η συσσώρευση των επιστροφών φέρνουν ασφυξία μετά από 5 χρόνια. Ζήτησε να λαμβάνεται υπόψη η εγχώρια προστιθέμενη αξία κατά τον καθορισμό του clawback, ενώ επεσήμανε ότι ο μηχανισμός αυτός δεν έχει λογική στα γενόσημα.

Από αρκετά διαφορετικό πρίσμα προσέγγισε το ζήτημα ο Σίμος Αναστασόπουλος, του ΕλληνοΑμερικανικού Επιμελητηρίου, που μόλις είχε επιστρέψει από την ΔΕΘ όπου – όπως ανέφερε – η παρουσία Ελληνικών start-ups, η διασύνδεση με Αμερικανούς συμμετέχοντες, η αναζήτηση συνεργασιών και επενδυτικών προοπτικών ήταν σε εντυπωσιακό επίπεδο. Στάθηκε κι αυτός στα οφέλη που μπορούν να προκύψουν από την προώθηση των κλινικών μελετών, όπου καλλιεργούνται κλάδοι αιχμής, εξασφαλίζονται σημαντικά εισοδήματα σε νέους και εμπειρότερους γιατρούς, ενώ μπορεί να υπάρξει μέχρι και μερική αντιστροφή του brain drain…

Η Έλενα Χουλιάρα, της Astra Zeneca, επεσήμανε την εξαιρετικά μεγάλη βελτίωση που έχει επέλθει στην διαθέσιμη θεραπευτική αγωγή σε σημαντικές ασθένειες – όπως ο καρκίνος, όπου μεγάλο ποσοστό ασθενών όχι απλώς αντιμετωπίζεται με επιτυχία αλλά και επανέρχεται στην κανονική ζωή, δουλειά κλπ. Εκείνο που δημιουργεί προβληματισμό, είναι η επίπτωση των διαδικασιών στην ενσωμάτωση της καινοτομίας στις θεραπείες – αλλά και του γεγονότος ότι (ιδιαίτερα στα καινοτόμα φάρμακα) η καθοριζόμενη τιμή μέχρι και στο μισό της χαμηλότερης στην Ευρώπη, οδηγεί σε περιθωριοποίηση της Ελληνικής αγοράς.

Ο Θάνος Δημόπουλος, πρύτανης της ΕΚΠΑ και – όπως όλοι παραδέχονταν – κεντρικός συντελεστής στην προσπάθεια να ωριμάσει ο κλάδος των κλινικών μελετών, κατέθεσε και αυτός την εμπειρία ότι στην Ελλάδα η κάλυψη σε θεραπείες όπως οι ογκολογικές είναι από τις πληρέστερες στον πλανήτη αφού π.χ. σε χώρες αιχμής όπως η Ταϊβαν υπάρχει μεν πλήρης κάλυψη αλλά με οροφή «όσο βγάζει η μέση/median σε διάρκεια θεραπείας». Ενώ στην επισης υπερανεπτυγμένη Ιαπωνία η συμμετοχή του ασθενούς είναι στο 10%-50%… Την ίδια στιγμή στην Ελλάδα, ασθενείς με καρκίνο του νεφρού μπορούν να έχουν πρόσβαση μέχρι και σε 6 σκευάσματα. Εκείνο που χρειάζεται να συνειδητοποιήσει ο ιατρικός κόσμος είναι η δική του ευθύνη: έδωσε ως παράδειγμα ότι η συνταγογράφηση ερυθροποιητίνης (Σημ. χρησιμοποιείται για την νεφρική ανεπάρκεια, την αναιμία κοκ – αλλά και στον αθλητισμό όπου φθάνει μέχρι μορφές ντόπινγκ) ή ανοσοσφαιρίνης (Σημ.: παίζει ρόλο σε αντιμετώπιση αλλεργιών, αποευαισθητοποίηση κοκ) φθάνει μέχρι και σε 10πλάσιο χωρών όπως η Δανία, πράγμα που αποτελεί παραλογισμό. Επίσης εξέθεσε πώς στον τομέα των κλινικών μελετών, τα  bottlenecks δεν βρίσκονται πια στον ΕΟΦ/στο Κράτος, αλλά στις Επιστημονικές Επιτροπές και τα ΔΣ των νοσοκομείων.

Όπως σημειώσαμε και στην αρχή, η συζήτηση έγινε και μεταξύ των εισηγητών (που παρενέβαιναν, αλληλοσυμπληρώνονταν, διαφωνούσαν) και, στο τέλος, με τοποθετήσεις Ξανθού και Οικονόμου όπου υπήρξαν μεν τζαρτζαρίσματα (ο Ξανθός απέκρουσε ως εκτός λογικής την αναφορά σε «κακέκτυπο σοβιετικής χώρας», παρατηρώντας ότι ενώ στις ανεπτυγμένες χώρες η σχέση δημοσίου ιδιωτικού είναι 80:20, σ’ εμάς ήταν 60:40 και η κρίση την έφερε σε 62:38) και επέμεινε στις επιλογές που έχουν γίνει, επαναφέροντας την διάσταση του καθεστώτος ανάγκης – και τις προοπτικές χαλάρωσης που τώρα ανοίγονται. Αλλά και ο Οικονόμου διευκρίνισε ότι με τίποτε δεν υπαινίσσεται ότι οι γιατροί του δημοσίου τομέα υστερούν σε αποτελεσματικότητα του ιδιωτικού – όμως η εξισορρόπηση της συνεργασίας οφείλει να βελτιωθεί.