Καταθέσεις σχετικά με την «έξοδο από τα Μνημόνια»

 

Θα ζήσουμε, όταν με το καλό ξαναπάρει μπρος η μηχανή της δημόσιας ζωής, χωνευτεί η γαλοπούλα των Χριστουγέννων, προσπεραστεί η οικογενειακή βασιλόπιττα της Πρωτοχρονιάς, ακόμη-ακόμη λειτουργήσει ο φωτισμός των Φώτων, μιαν επανάληψη των συζητήσεων για το 2018 ως «χρονιά εξόδου από την εποχή των Μνημονίων».

Και της μεν Κυβέρνησης την επίσημη θέση την γνωρίζουμε: «καθαρή έξοδος» χωρίς δεσμεύσεις και με το μίνιμουμ επιτήρησης. Δείτε όμως μια συλλογή από γιορτινές (κατά τον χρόνο, όχι κατά το περιεχόμενο…) αποκλίνουσες απόψεις. Που έρχονται να συμπληρώσουν, διαφορετικά, την σύσταση Γιάννη Στουρνάρα για ένα προληπτικής λειτουργίας Πρόγραμμα Στήριξης παράλληλα με την σταδιακή έξοδο στις αγορές.

Πρώτον, ο Βαγγέλης Βενιζέλος αναφερόμενος (στο ΒΗΜΑ) σε «καθαρή είσοδο στο 2018», επιχείρησε να δείξει πώς η ΕΕ δεν θεωρεί πλέον «βασικό πρόβλημα την Ελληνική οικονομία», αλλά βρίσκεται η ίδια σε φάση διαχείρισης άλλων, μειζόνων ζητημάτων. «Ζητούμενο για την Ελλάδα να κινηθεί μέσα στους νέους συσχετισμούς» με βάση βέβαια δικές της προτεραιότητες. αλλά στο βάθος αφήνεται αμφιβολία για μια πορεία «χωρίς Ευρωπαϊκό μηχανισμό κάλυψης» και με ανάληψη από την Ελλάδα του «κινδύνου να δει να αυξάνεται το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους της». Τα ταμιακά διαθέσιμα ασφαλείας, που επιχειρείται τώρα να συγκεντρωθούν, δεν αποτελούν κατ’ αυτόν επαρκή εγγύηση.

Πιο συγκεκριμένη, πιο λειτουργική – «Σπασμένες φτερούγες», επίσης στο ΒΗΜΑ – η προσέγγιση του Αλέκου Παπαδόπουλου. Προκρίνει ευθέως «το Πρόγραμμα Προσαρμογής της Ελλάδας (Μνημόνιονα παραταθεί μέχρι το τέλος του 2022». Θεωρεί ότι τα όποια στοιχεία δημοσιονομικής εξυγίανσης έχουν επιτευχθεί, «είναι απελπιστικά εύθραυστα, κυρίως γιατί δεν είναι πολιτικά διατηρήσιμα». Διαβλέποντας ότι στο πλαίσιο οποιασδήποτε τυχόν συμφωνίας ρύθμισης του Ελληνικού χρέους θα υπάρξουν «χρυσοί κανόνες» που ούτως ή άλλως θα επιβληθούν, προτείνει: (1) Ενοποίηση σε ένα ενιαίο νέο Πρόγραμμα  όλων των συμφωνημένων, ψηφισμένων κοκ μέτρων και αλλαγών, συν όσων θα μείνουν πίσω τώρα, με την τρίτη και την τέταρτη/τελευταία αξιολόγηση, (2) καθώς δεν θα υπάρχει πλέον δυνατότητα νέας χρηματοδότησης της Ελλάδας, «να διασφαλιστεί ρητώς η δυνατότητα άντλησης από τα υπόλοιπα του τρίτου/τρέχοντος Προγράμματος, αν χρειαστεί», με το χαμηλότατο επιτόκιο αυτών των κεφαλαίων (3) αποδοχή συνεχιζόμενης εξωτερικής /θεσμικής αξιολόγησης, αντί εκείνης των αγορών και μόνο.  Το τελευταίο, το συνδυάζει με το ότι η αξιολόγηση των διεθνών κεφαλαιαγορών είναι πολύ αυστηρότερη απ’ ότι η όποια θεσμική αξιολόγηση.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς, ο Νίκος Χριστοδουλάκης προσήλθε στον ΣΚΑΙ και δη στον Γιώργο Αυτιά προκειμένου να θέσει και πάλι στο τραπέζι την σταθερή ανάγνωσή του, της ανάγκης για περιορισμό των μη-επιτεύξιμων πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% του ΑΕΠ σε βάθος 2022. Προστίθεται εδώ η ανάγκη για επίτευξη δημοσιονομικού χώρου, που να επιτρέπει στροφή προς επενδύσεις (και επενδυτική επανεκκίνηση, ώστε να ξεκολλήσει η οικονομία) καθώς και η ανάγκη για έναν ευρύτερο/συναινετικό/εθνικό σχεδιασμό, ακριβώς προς το επενδυτικό. Και για αλλαγή παραγωγικού προτύπου, εν συνεχεία.