Κι αν έλιωνε η χιονοστιβάδα;

 

Στον επίλογο του προηγούμενου άρθρου μας υπογραμμίσαμε ότι η εκτόξευση του ελληνικού δημόσιου χρέους πάνω από το 180% του ΑΕΠ δεν πρέπει να αποδίδεται εξ ολοκλήρου στη βαθιά ύφεση που ενέσκηψε στην ελληνική οικονομία. Σίγουρα, αξίζει να δούμε το συγκεκριμένο θέμα λεπτομερέστερα. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή…

 

Οι υπερχρεωμένοι

Το 2001, όταν η Ελλάδα προσχωρούσε στην Ευρωζώνη, γινόταν αυτομάτως όχι μόνο το δωδέκατο μέλος της, αλλά και ένα εκ των τριών με δημόσιο χρέος υψηλότερο του 100% του ΑΕΠ. Λίγους μήνες πριν, είχε ερμηνευτεί για εκείνη διασταλτικά το αντίστοιχο κριτήριο αποδοχής της υποψηφιότητας της, όπως ακριβώς είχε γίνει πρωτύτερα με δύο εκ των ιδρυτικών μελών, την Ιταλία και το Βέλγιο: «Αν το δημόσιο χρέος ξεπερνάει το 60% του ΑΕΠ, πρέπει τουλάχιστον να βαίνει μειούμενο προς τα εκεί». Είναι βέβαιο ότι σε κάθε άλλη περίπτωση η Ελλάδα θα ήταν καταδικασμένη να μείνει για πάντα εκτός. Όπως και η Ευρώπη να ενοποιηθεί οικονομικά χωρίς την Ιταλία και το Βέλγιο.

Υπό αυτό το πρίσμα, θα ανέμενε κανείς ότι τα τρία αυτά κράτη-μέλη, από τη στιγμή της προσχώρησής τους στην Ευρωζώνη, θα αντιμετώπιζαν πιο στενή δημοσιονομική παρακολούθηση, προς την κατεύθυνση της αδιάκοπης παραγωγής σημαντικών πρωτογενών πλεονασμάτων. Με στόχο, βέβαια, να μειωθεί το δημόσιο χρέος τους και να συγκλίνουν με τα υπόλοιπα μέλη και στη συγκεκριμένη μεταβλητή. Τι συνέβη, όμως, ακριβώς;

Ας ρίξουμε μια ματιά στο πρωτογενές ισοζύγιο της γενικής τους κυβέρνησης, από τη χρονιά της ένταξης μας, το 2001, μέχρι σήμερα:
– Το Βέλγιο παρήγαγε εντυπωσιακά πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι και το 2008, κατορθώνοντας έτσι να μειώσει αισθητά τότε το δημόσιο χρέος του.
– Η Ιταλία, επίσης, δεν παρέκκλινε του στόχου, έστω κι αν είχε προ κρίσης μικρότερες επιδόσεις από το Βέλγιο.
– Η Ελλάδα, όμως, έπαψε να είναι πλεονασματική από τον δεύτερο κιόλας χρόνο συμμετοχής της, φτάνοντας εν συνεχεία και σε υπέρογκα πρωτογενή ελλείμματα, πέραν κάθε ευρωζωνικής λογικής.

Ενδεικτικά, τη χρονιά που καταγράφηκε το χειρότερο αποτέλεσμα έκαστης χώρας (ήταν το 2009 και για τις τρεις):
– Το Βέλγιο ήταν ελλειμματικό λιγότερο από 2% του ΑΕΠ.
– Η Ιταλία, λιγότερο από 1%,
– Η Ελλάδα, περισσότερο από… 10%!

Με τον μέσο όρο της περιόδου (2001-2016) να επιβεβαιώνει, επίσης, τη ροπή του Βελγίου και της Ιταλίας προς τα πλεονάσματα (+1,9% και +1,5% του ΑΕΠ, αντίστοιχα) και της Ελλάδας προς τα ελλείμματα (-3,2% του ΑΕΠ).

Εν ολίγοις, η χώρα μας αψήφησε τελείως το πνεύμα της συνθήκης του Μάαστριχτ. Αφού εξασφάλισε την είσοδό της στην Ευρωζώνη, εγκατάλειψε κάθε προσπάθεια να μειώσει το δημόσιο χρέος της, παρότι είχε ένα από τα τρία υψηλότερα μεταξύ όλων των μελών της – και ίσως, υπό αυτήν την έννοια, είχε γίνει καταχρηστικά δεκτή και στην ΟΝΕ, όπως ακριβώς η Ιταλία και το Βέλγιο. Οι δύο τελευταίες χώρες, όμως, ακολούθησαν πολύ πιο ενάρετες δημοσιονομικά πολιτικές ως μέλη, με παράπλευρη συνέπεια η Ελλάδα να καταστεί μια περίπτωση από μόνη της. Το “μαύρο πρόβατο” μεταξύ και των «19», δυστυχώς…

 

Μάλλον ανώφελη απορία

Τώρα, στο αρχικό ερώτημα: πού ακριβώς θα βρισκόμασταν αν έλιωνε η χιονοστιβάδα. Αν εξαλειφόταν, δηλαδή, με ένα μαγικό τρόπο η επίπτωση της βαθιάς ύφεσης της ελληνικής οικονομίας στη σχέση δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ. Έστω κι αν, πριν ακόμα αυτή ενσκήψει, το 2008, είχαμε ξεπεράσει αισθητά όχι μόνο το Βέλγιο, αλλά και την Ιταλία. Με μια εκρηκτική δυναμική αύξησης του δημοσίου χρέους κρυμμένη πίσω από το ελληνικό ποσοστό, λόγω ενός καλπάζοντος πρωτογενούς ελλείμματος (που θα έκλεινε την επόμενη χρονιά πάνω από το 10% του ΑΕΠ).

Όπως και να έχει, δεν είναι δύσκολο να δούμε ότι το δημόσιο χρέος μας, που έκλεισε πέρυσι (παρά το PSI) στα 317,5 δισεκατομμύρια ευρώ, διαιρούμενο με το ΑΕΠ του 2008 αντί του 2016, θα αντιστοιχούσε στο 130 και κάτι % αντί στο 180 και κάτι % του ΑΕΠ.

Πράγματι μια εντυπωσιακή διαφορά, μεγαλύτερη του μισού σημερινού ΑΕΠ, ως αποτέλεσμα μόνο της πτώσης του τελευταίου στην ενδιάμεση περίοδο. Διαφορά η οποία θα μπορούσε θεωρητικά να καλύψει και την αντίστοιχη που μας χωρίζει από την Ιταλία ως προς το δημόσιο χρέος σε όρους ΑΕΠ.

Επί της ουσίας, βέβαια, το πόσο θα ήταν το δημόσιο χρέος μας ως προς το ΑΕΠ χωρίς τη βαθιά ύφεση είναι μια ακαδημαϊκή συζήτηση, μάλλον αμφιβόλου αξίας. Το 2010, η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη, εκ των πραγμάτων, να μειώσει τα υπέρογκα δίδυμα ελλείμματά της (δημοσιονομικό και εξωτερικό), στα οποία οφειλόταν και το πλασματικά υψηλό ΑΕΠ του 2008. Καθώς είχαν εξαφανιστεί οι πρόθυμοι να τα χρηματοδοτούν. Και οι οποίοι αναζητούνται ακόμα, 7 χρόνια μετά, παρά τον αιματηρό ισοσκελισμό…

Αποτελεί, τέλος, ειρωνεία της τύχης το ότι οι ίδιοι άνθρωποι που συνηγορούσαν στο παρελθόν υπέρ των πολιτικών των ελλειμμάτων προπαγανδίζουν σήμερα ότι το πρόβλημά μας θα λυθεί με διαγραφή του χρέους. Τι κι αν αποδείχτηκε οδυνηρά πως η τελευταία είναι τελείως ανέφικτη; Μένει να εμπεδώσουμε ότι και οι ετήσιες δαπάνες εξυπηρέτησής του είναι ισχυρότερο κριτήριο βιωσιμότητας, για να μετατοπιστούμε επιτέλους από την ανώφελη δημοσιοχρεολογία στο πώς θα αυξηθεί, χωρίς ελλείμματα, με επενδύσεις και εξαγωγές, το ΑΕΠ…