Κοιτώντας στο μέλλον (β’ μέρος)

 

του Σάκου Οικονομόπουλου*

(συνέχεια από το α’ μέρος)

 

Πυρηνική ενέργεια

Η ενέργεια ήταν, είναι και θα παραμείνει μείζον θέμα για την κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη της ανθρωπότητας. Οι ανάγκες θα συνεχίσουν να αυξάνονται όπως και η απαίτηση για τον έλεγχο εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και περιστολής της μόλυνσης του περιβάλλοντος και της κλιματικής αλλαγής.
Το μείζον όμως πρόβλημα που αναδύεται από την συγκέντρωση του 50% περίπου του πληθυσμού σε γιγαντιαία αστικά κέντρα είναι η πολυπλοκότητα των υποδομών, παροχών και ρυθμίσεων που καθιστούν την λειτουργία τους ευάλωτη και ασταθή. Ευάλωτη σε φυσικά φαινόμενα, επιδημίες και βλάβες . Ασταθή με την έννοια ότι ένα μείζον πρόβλημα σε κάποια βασική υποδομή μπορεί να προκαλέσει την κατάρρευση του συνόλου ενός αστικού κέντρου. Πολύ εύγλωττο παράδειγμα είναι η κρίση της πανδημίας που ζούμε. Εάν δεν επιβάλλονταν εγκλεισμός ή δραστικά τουλάχιστον μέτρα, είναι πολύ πιθανόν να κατέρρεε η ζωή σε πολλά μεγάλα αστικά κέντρα με διαδοχικές επιπτώσεις στην τροφοδοσία τους σε τρόφιμα και την λειτουργία των υποδομών από τις συγκοινωνίες μέχρι την ενέργεια. Εάν δε δεν αίρονταν εγκαίρως, θα μπορούσαν πιθανόν να συμβούν ακόμα χειρότερα, από εξαθλίωση και εγκληματικότητα μέχρι την κατάρρευση βιομηχανικών μονάδων και γενικότερα της προσφοράς στην αγορά. Τα ανωτέρω περιγράφουν αυτό που αποκάλεσα αστάθεια.

H ηλεκτρική ενέργεια είναι μία από τις ουσιώδεις παραμέτρους ευστάθειας των αστικών κέντρων της χώρας και η συζήτηση για την επάρκεια της σε βάθος χρόνου αποτελεί προτεραιότητα έναντι κάθε άλλης επένδυσης που το επικείμενο γιγαντιαίο πρόγραμμα πρόκειται να εξετάσει.
Οι διαθέσιμες πρωτογενείς πηγές ενέργειας είναι τρεις: τα ορυκτά καύσιμα, οι ανανεώσιμες πηγές και η πυρηνική ενέργεια. Κατά τον Παγκόσμιο Οργανισμό Ενέργειας (IEA, 2017) η παραγωγή ενέργειας στη χώρα μας το 2015 προέρχονταν κατά 32% από τον λιγνίτη, 28% από το φυσικό αέριο, 11% από τους υδροηλεκτρικούς σταθμούς, 10% από αιολικά, 10% από το πετρέλαιο, και 8% από φωτοβολταϊκά. Την συνολική εικόνα συμπληρώνουν οι σημαντικές εισαγωγές ρεύματος κυρίως από την Βουλγαρία και την Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας που το 2017 έφθασαν τα 6 GWh επί συνολικής εγχώριας παραγωγής 45 GWh.

Είναι προφανές ότι πετρέλαιο, φυσικό αέριο και εισαγόμενο ρεύμα, πέραν της άμεσης ή έμμεσης ενεργειακής εξάρτησης επιβαρύνουν και το  ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, θεμελιώδη παράμετρο για μια υγιή οικονομία. Επιπλέον, η δέσμευση μας για αποδέσμευση της παραγωγής ενέργειας και ηλεκτρισμού από τον λιγνίτη κατόπιν της γνωστής συμφωνία του Παρισιού του 2016 για την μείωση εκπομπών αερίων, θα δημιουργήσει περαιτέρω επιβάρυνση αυτής της παραμέτρου.
Στην αποτίμηση των αρνητικών πλευρών της παρούσας κατάστασης θα πρέπει να προστεθεί η χρηματοδότηση από το κράτος του ρεύματος που παράγεται από τις ΑΠΕ πλην υδροηλεκτρικών, που επιπλέον αποδίδονται στην κατανάλωση κατά προτεραιότητα έναντι όλων των άλλων.

Τα ανωτέρω συνηγορούν στον επείγοντα χαρακτήρα της λήψης αποφάσεων για την εξασφάλιση της ενεργειακής κάλυψης της χώρας σε βάθος δεκαετιών με τους οικονομικότερους δυνατόν όρους και σεβασμό των δεσμεύσεων μας έναντι της κοινότητας των χωρών στην οποία ανήκουμε.
Η παραγωγή ηλεκτρισμού με πυρηνική ενέργεια είναι μία δυνατότητα η οποία πρέπει να ενταχθεί μεταξύ των επιλογών και να αξιολογηθεί όπως όλες αφήνοντας κατά μέρος τις φοβίες και προκαταλήψεις που την απέκλεισαν στο παρελθόν από κάθε συζήτηση.
Προσβλέποντας στο άνοιγμα του διαλόγου παραθέτω στη συνέχεια μερικά των στοιχείων που πιστεύω θα μπορούσαν να ενημερώσουν την κοινή γνώμη αλλά πρωτίστως τους πολιτικούς που θα κληθούν να σταθμίσουν τις προτεραιότητες των επενδύσεων για το άμεσο μέλλον.

Στην έκθεση με τίτλο Το κόστος της απολιγνιτοποίησης  (The Costs of Decarbonisation) που δημοσίευσε το 2019 η επιτροπή ατομικής ενέργειας του ΟΟΣΑ, αναφέρεται ότι η διαδικασία αυτή για να είναι οικονομικά αποτελεσματική οφείλει να περιλαμβάνει όλες τις διαθέσιμες πηγές χαμηλών εκπομπών με ιδιαίτερη έμφαση την ατομική ενέργεια.

Η μεταβλητότητα των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου σε συνδυασμό με τους περιορισμούς και τα κόστη που εισάγουν οι πολιτικές προστασίας του περιβάλλοντος, έφεραν στο προσκήνιο τις εναλλακτικές πηγές που κυρίως εστιάζονται στην αιολική, τα φωτοβολταϊκά και τους πυρηνικούς αντιδραστήρες.

Τα τελευταία πενήντα χρόνια αναπτύχθηκε έντονη αντιπαράθεση μεταξύ των υποστηριχτών και μη της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με πυρηνικούς σταθμούς. Η αντίδραση στην χρήση της πυρηνικής ενέργειας στηρίχτηκε στο αρνητικό αίσθημα που προκάλεσαν με τις επιπτώσεις τους οι βόμβες στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι και ο φόβος που γεννά το ενδεχόμενο των ατυχημάτων, παρόλο που οι επιπτώσεις και από τα τρία μείζονα ατυχήματα που συνέβησαν έκτοτε αποτιμήθηκαν ως αντιμετωπίσιμες (Jean-Marc Jancovici : Lettre ouverte aux journalistes de France, de Navarre, et d’ailleurs concernant Tchernobyl).
Σε ολόκληρο τον κόσμο λειτουργούν σήμερα περί τους 450 αντιδραστήρες που παράγουν περί τα 400 GWe, δηλαδή σχεδόν το 15 % της παγκόσμιας ενέργειας. Στο τέλος του 2018 καταγράφονταν η κατασκευή 55 νέων αντιδραστήρων με μέση διάρκεια ολοκλήρωσης τα 5 χρόνια (World Nuclear Performance Report 2019) (ακριβής εικόνα της εξέλιξης παγκοσμίως της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με πυρηνικούς αντιδραστήρες καταγράφεται στο παραπάνω διάγραμμα).

Οι σύγχρονες τάσεις διαμορφώνονται από την εξέλιξη της τεχνολογίας από πολλές χώρες, όπως οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία, η Ν.Κορέα, η Γαλλία και η Ρωσία, με αποτέλεσμα να προσφέρονται σήμερα στην αγορά υψηλής ασφάλειας και απόδοσης λύσεις που καθιστούν την πυρηνική ενέργεια εξαιρετικά ανταγωνιστική επιλογή.
Αξιοποιώντας μάλιστα την τεχνολογία των αντιδραστήρων για μηχανές πλοίων, η Ρωσία ανέπτυξε πλωτούς αντιδραστήρες ισχύος μέχρι 70 ΜWe. To ισοδύναμο ετήσιας κατανάλωσης λιγνίτη ή πετρελαίου γι΄ αυτές είναι αντίστοιχα 200 και 100 χιλιάδες τόνοι αντίστοιχα (Floating a nuclear power plant in YakutiaWorld Nuclear News, 30 October 2007).

Τα επιχειρήματα, είτε υπέρ είτε κατά, είναι πολλά για να αναλυθούν στο πλαίσιο του παρόντος σημειώματος. Όπως επίσης δύσκολο είναι να σταθμιστούν οι λόγοι που υπερίσχυσαν είτε για να σταματήσουν τα ατομικά προγράμματα σε μερικές χώρες όπως η Σουηδία, Ελβετία, ή να συνεχίσουν στις περισσότερες άλλες. Η συνεχής σχετική συζήτηση και επιχειρηματολογία αντανακλάται αντίστοιχα στις ετήσιες εκθέσεις της World Nuclear Association και τα World Nuclear Industry Status Reports. Τα διαθέσιμα στοιχεία για όλα τα σχετικά θέματα είναι πολλά και ο διάλογος αν ανοίξει στην Ελλάδα, θα απαιτήσει κάποιο χρόνο για την αντικειμενική αξιολόγηση τους, κυρίως αυτών που άπτονται της ασφάλειας και της οικονομικής ανταγωνιστικότητας.
Κατωτέρω σταχυολογούμε μερικά από τα στοιχεία που φαίνονται να αναδύονται ως αξιόπιστα (World Nuclear AssociationMarch 2020) :
Η παγκόσμια παραγωγή το 2017 προέρχονταν κατά 38% από τον λιγνίτη, 23% από φυσικό αέριο, 16% από υδροηλεκτρικά, 15% από την ατομική ενέργεια, 4% από αιολικά και 2% από φωτοβολταϊκά. Τα δεδομένα αυτά ποικίλουν κατά προέλευση αλλά δίνουν περίπου την τάξη μεγέθους για κάθε πηγή.

Τα κόστη ρύπων για την χρήση λιγνίτη και πετρελαίου μειώνουν την ανταγωνιστικότητα των εν λόγω πηγών, υποβιβάζονται δε έτι περαιτέρω εάν ληφθούν υπόψιν τα κόστη από τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον και την υγεία.
Παρά τα προφανή πλεονεκτήματα της αιολικής ενέργειας αναφορικά με το περιβάλλον και το δωρεάν «καύσιμο», τα υψηλά κόστη εγκατάστασης, ο μικρός χρόνος ζωής των εγκαταστάσεων και τα κόστη εξισορρόπησης παροχής των δικτύων λόγω της ασυνέχειας της παροχής, καθιστούν την ανταγωνιστικότητα της επιλογής συζητήσιμη. Ανάλογα θέματα με την ασυνέχεια της παραγωγής, την ζεύξη στα δίκτυα, το κόστος της γης για την εγκατάσταση, κλπ. δεν επιτρέπουν και στην ηλιακή ενέργεια να καταστεί ελκυστική επιλογή.
Εάν η αξιολόγηση του οικονομικού ενδιαφέροντος  γίνει στην βάση του ανηγμένου κόστους της παραγόμενης KWh στο σύνολο του χρόνου ζωής ενός πυρηνικού σταθμού που σήμερα είναι περί τα 60 χρόνια, τότε η ατομική ενέργεια καθίσταται ίσως η οικονομικότερη πηγή λαμβανομένων υπόψιν των χαμηλότερων δαπανών λειτουργίας και επιπτώσεων στο περιβάλλον, εκτός εάν υπάρχει άμεση πρόσβαση σε φυσικό αέριο.

Η κύρια αβεβαιότητα που επηρεάζει σημαντικά την επιλογή της πυρηνικής ενέργειας είναι το υψηλό κόστος κατασκευής των μονάδων που είναι άμεσα συνδεδεμένο με ενίοτε αστάθμητους παράγοντες που είναι ο χρόνος ολοκλήρωσης και το κόστος του χρήματος. Το θέμα αυτό είναι αντικείμενο σωστής διαπραγμάτευσης μεταξύ κατασκευαστών και κυβερνήσεων με σκοπό την αποδοχή διαδικασιών εξομαλύνσεως οσάκις αναφύονται σχετικά προβλήματα.
Τα ανωτέρω περισσότερο σκιαγραφούν το πεδίο των θεμάτων και δεν μπορούν να τεκμηριώσουν μία θέση. Η τεχνική συζήτηση επ΄ αυτών είναι ευρεία και εξαιρετικά πολύπλοκη. Αρκεί να σημειώσουμε ότι για βασικά θέματα, όπως το προαναφερθέν ανηγμένο κόστος της KWh, γνωστό ως  LCOE (levelized cost of energy) η αρθρογραφία είναι τεράστια και στο τέλος παραμένουν πάντα αστάθμητοι παράγοντες, όπως αίφνης η παροχή της παραγόμενης ενέργειας στο δίκτυο και η ταύτιση παροχής με την ζήτηση, που καθιστούν τον υπολογισμό της για μεγάλη χρονική περίοδο ακανθώδη.

Πλην όμως τα διαθέσιμα σήμερα στοιχεία για το κόστος κατασκευής ενός πυρηνικού σταθμού και της λειτουργίας του είναι επαρκή για την διαμόρφωση της οικονομικής εικόνας του θέματος.
Ο κατωτέρω πίνακας από την έκθεση του ΟΟΣΑ (2015) με τίτλο Projected Costs of Generating Electricity καταγράφει συγκριτικά κόστη σε cents ανά κιλοβατώρα στις χώρες που παράγουν ρεύμα με ατομική ενέργεια, λιγνίτη και φυσικό αέριο με το κόστος του χρήματος στο 5% ετησίως.

Χώρα

πυρηνική λιγνίτης Φυσικό αέριο

Βέλγιο

6.6 7.7

10.4

Τσεχία

Γαλλία

6.5

9.5

Γερμανία

7.1 10.4

Ουγγαρία

7.0

9.9

Ιαπωνία

7.4 10.1

13.6

Κορέα

3.4 7.9

12.0

Ολλανδία

8.3

9.9

Σλοβακία

6.7

Ελβετία

ΗΠΑ

6.5 8.8

6.3

Κίνα

3.5 8.0

9.1

Ρωσσία

Επιπλέον, μελέτη του 2017 του Energy Innovation Reform Project (EIRP) σε 8 κατασκευαστικές εταιρείες αντιδραστήρων από 48 μέχρι 1650 ΜWe (Μεγαβάτ ηλεκτρισμού) ανέδειξε ότι στου χαμηλού επιπέδου κόστους αντιδραστήρες, τα εργοστάσια παραγωγής ρεύματος αποδεικνύονται εξαιρετικά ανταγωνιστικά, γεγονός που υποδεικνύει μία εξαιρετικά συμφέρουσα πολιτική τμηματικής εισαγωγής της πυρηνικής ενέργειας με μικρές μονάδες, αίφνης των 200 ΜWe η καθεμία.
Τέλος, τα εν χρήσει συνήθη σχήματα περιλαμβάνουν σύνθετη χρηματοδότηση από τις κυβερνήσεις, τους πωλητές και ιδιωτικά κεφάλαια που διευκολύνουν εξαιρετικά την επένδυση και την λήψη της απόφασης.
Το συμπέρασμα εκ των ανωτέρω είναι ότι μία πυρηνική μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας έχει μεγάλο μεν κόστος κατασκευής πλην όμως μικρό κόστος λειτουργίας.

Επιπλέον, οι περιβαλλοντολογικές πρόνοιες στην Ευρώπη ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα της ατομικής ενέργειας.
[Herbst, Alan M. and George W. Hopley, Nuclear Energy Now: Why the Time has come for the World’s Most Misunderstood Energy Source, Wiley, 2007]

Αυτό όμως που στην πατρίδα μας σήμερα φαντάζει αρχικά ανυπέρβλητο εμπόδιο είναι η ιδεολογική και πολιτική αποδοχή της ένταξης της ατομικής ενέργειας στην καθημερινότητα. Η αποδοχή μιας τόσο ρηξικέλευθης επιλογής προϋποθέτει υπομονετική και λεπτομερή ενημέρωση επί του συγκεκριμένου θέματος και ένταξη του στις εθνικές επιλογές για το μέλλον.
Στην περίπτωση που η πολιτεία αποφασίσει να ασχοληθεί με το θέμα θα πρέπει να θυμηθεί ότι η χώρα μας ήταν από τις πρώτες που συμμετείχαν σε ερευνητικές και πειραματικές εργασίες στην πυρηνική ενέργεια με την ίδρυση του γνωστού ινστιτούτου Δημόκριτος και την εγκατάσταση και λειτουργία αντιδραστήρα  ισχύος 5 ΜW για ερευνητικούς σκοπούς. Δυστυχώς, το 2004 διακόπηκε η λειτουργία του.

Αμυντική βιομηχανία

Ο ιστορικός χρόνος συστέλλεται για κάθε γενιά και χρειάζεται μεγάλη ωριμότητα για να μπορέσει μια κοινωνία να στοχαστεί για το παρελθόν της και να αντιμετωπίσει με οξυδέρκεια και θάρρος το μέλλον της, πέραν του προσδόκιμου της δικής της επιβίωσης. Πολλοί γράφουν, και φίλοι που αγαπώ και υπολήπτομαι, ότι ο μέσος Έλληνας, και κατ΄επέκτασιν η κοινωνία, λόγω ιδιοσυγκρασίας, οικονομικής ανάπτυξης και τρυφηλού βίου, αδυνατεί πλέον να σκεφθεί ότι μπορεί να υπάρξει πολεμική αναμέτρηση στο μέλλον και έτι χαλεπώτερον να πολεμήσει και ο ίδιος ή τα παιδιά του.
Ακούγεται δε και γράφεται με αρνητική χροιά ως παράδειγμα προς αποφυγή, ο όρος Ισραηλοποίηση. Πέραν όμως των αξιοθαύμαστων επιτευγμάτων της κοινωνίας του Ισραήλ, θα ήθελα να τονίσω ότι οι εκατοντάδες start up  που φύτρωσαν στο Ισραήλ αξιοποιώντας τις τεχνολογίες της άμυνας και διαπρέπουν διεθνώς, αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση και θαυμασμό και από την αφρόκρεμα της δικής μας νεολαίας που εκπατρίζεται και διαπρέπει στα καλλίτερα τεχνολογικά ιδρύματα των ΗΠΑ.

Διερωτώμαι όμως και σας ερωτώ γιατί η Ελβετία που δεν κινδυνεύει άμεσα τουλάχιστον, όπως το Ισραήλ, από κανέναν γείτονα της διατηρεί έναν απίστευτα εξοπλισμένο και ετοιμοπόλεμο στρατό; Υπενθυμίζω ότι γείτονες της είναι η Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία και Αυστρία. Γιατί όλοι οι πολίτες της, άνευ μεμψιμοιρίας και δυσφορίας, προσέρχονται μέχρι τα 21 τους χρόνια σε στρατιωτική εκπαίδευση επί 21 μήνες και συνεχίζουν να την επαναλαμβάνουν μέχρι τα 34 τους χρόνια για 3 επιπλέον εβδομάδες κατ΄ έτος. Και να προσθέσω ότι όταν το 2013 ετέθη σε δημοψήφισμα η επιλογή να καταργηθεί ο στρατός, το 73% της κοινωνίας την καταψήφισε.
Θέλω να πω ότι ακόμα και το καλλίτερο σύμφωνο φιλίας και μη επιθέσεως και τελέσεως λειτουργιών στην Αγιά Σοφιά να κάνουμε, η αντιπαράθεση μας με την Τουρκία δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ, εις τον αιώνα των αιώνων. Έρχεται από τα βάθη των αιώνων και της ιστορίας και θα πορευθεί στο άγνωστο του μέλλοντος. Τουτέστιν, η δυνατότητα αντιμετώπισής της δια της ισχύος, οφείλει να είναι το πρωταρχικό μέλημα της χώρας, μονίμως και άνευ δισταγμών.

Η πολιτική της άμυνας της χώρας κατά την διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών υποτάχθηκε στο αμερικανικό δόγμα του 7 προς 10, αγοράζοντας δηλαδή αμυντικό εξοπλισμό 7 εμείς και 10 οι Τούρκοι. Κάποια στιγμή το δόγμα αυτό έσπασε και η Τουρκία μερίμνησε να αναπτύξει δική της αμυντική βιομηχανία η οποία μπορεί μαζί με το γιγαντιαίο στράτευμα των 400,000 ανδρών που συντηρεί να εξυπηρετήσει τους γεωπολιτικούς στόχους της.
Αντίθετα η Ελλάδα εγκατέλειψε στον μαρασμό και την μικρή ακόμα αμυντική βιομηχανία που είχε αναπτύξει και περιορίστηκε στην συνεχή αγορά σύγχρονου εξοπλισμού από αεροπλάνα, ελικόπτερα και πλοία μέχρι όπλα και πυρομαχικά. Πέραν της οικονομικής αντοχής που προϋποθέτει ο ανταγωνισμός στους εξοπλισμούς, διερωτάται κανείς ποια πολιτική διπλωματίας και άμυνας εξυπηρετεί;
Αρχικά στην Κύπρο και εν συνεχεία στα Ίμια αποδείχθηκε ότι η χώρα δεν μπορεί να διεξάγει επιθετικό πόλεμο που θα απαιτούσε η ενδεχόμενη επιθυμία ανακατάληψης των κατεχόμενων εδαφών στην Κύπρο και στο Αιγαίο.

Η επόμενη ερώτηση είναι εάν, με την μη ευκαταφρόνητη πολεμική μηχανή που διαθέτει, μπορεί η χώρα να αμυνθεί σε ενδεχόμενο επιθετικό πόλεμο της Τουρκίας. Αυτό δεν μπορεί να το ξέρει ο γράφων. Ούτε τί σόι επιθετικό πόλεμο θα κάνει η Τουρκία ούτε τί αμυντικές δυνάμεις θα αντιπαραθέσει η Ελλάδα όταν έρθει η στιγμή.
Την επομένη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, όταν ΗΠΑ και USSR επιδόθηκαν στην κούρσα του ατομικού εξοπλισμού και στα ευρωπαϊκά σύνορα ευρίσκονταν έτοιμα να εισβάλλουν απειράριθμα σοβιετικά στρατεύματα, η Γαλλία συνέλαβε και υλοποίησε την στρατηγική της αποτροπής που ακούγεται τελευταία συχνά χωρίς να είναι σαφές σε τί συνίσταται. Για την Γαλλία, δυνατότητα αποτροπής στο ενδεχόμενο στρατιωτικής εισβολής ή πυρηνικής απειλής της Σοβιετικής ένωσης στην Ευρώπη, εξασφάλιζε μόνο η διάθεση πυρηνικών όπλων ικανών να επιφέρουν στον αντίπαλο απώλειες τέτοιες που θα καταστούσαν ανώφελα τα κέρδη από την επίθεση του.
Όπως π.χ. δύναμη αποτροπής έναντι των ισχυροτέρων και πολυπληθέστερων βαρβάρων του Βυζαντίου ήταν ο πλούτος του. Τους ρωτούσαν για τα προσδοκώμενα κέρδη ενδεχόμενης επιδρομής τους, τους τα κατέβαλλαν τοις μετρητοίς σε χρυσό, και έφευγαν. Όταν τελείωσε ο χρυσός, τελείωσε και το Βυζάντιο. Όταν η αφρόκρεμα της κοινωνίας κατέφευγε στο απόκοσμο των μονών, όπως η δική μας στο εγκόσμιο της χλιδής, η κοινωνία απώλεσε και την τελευταία ικμάδα ρώμης.

Το ερώτημα για την άμυνα της Ελλάδας έναντι της πιθανής απειλής κατάκτησης εδαφών της από την Τουρκία τίθεται με τους ίδιους όρους. Τι θα μπορούσε να αποτρέψει την Τουρκία από να επιτεθεί στην Ελλάδα; Προφανώς όχι η υπάρχουσα πολεμική μηχανή μας, διότι όσο αποφασιστική και ισχυρή κι αν είναι, υστερεί έναντι της πολλαπλάσιας Τουρκικής, η οποία θα υπερισχύσει σε μία αντιπαράθεση διαρκείας.
Επειδή προφανώς πυρηνικά όπλα, ούτε έχουμε, ούτε μπορούμε να αποκτήσουμε ή κατασκευάσουμε, η μόνη λύση που θα μπορούσε να αποτρέψει τους Τούρκους να επιτεθούν στην Ελλάδα θα ήταν η διάθεση βαλλιστικών πυραύλων μικρού βεληνεκούς με συμβατικά πυρομαχικά που να μπορούν σε βραχύτατο χρονικό διάστημα να καταστρέψουν πολλούς σημαντικούς  στρατιωτικούς στόχους του αντιπάλου συμπεριλαμβανομένων πολεμικών πλοίων, στρατιωτικών αεροδρομίων και υποδομών, συγκεντρώσεις αρμάτων, στρατηγείων, οδικών κόμβων ακόμα και πολιτικών στόχων εν ανάγκη, όπως γέφυρες, τηλεπικοινωνίες, οδικών αρτηριών, κλπ. Η δυνατότητα της Ελλάδος να εξαπολύσει έναν καταιγισμό πυρός από εκατοντάδες πυραύλους που εντός μίας ώρας θα μπορούσαν να καταστρέψουν την στρατιωτική του μηχανή, πιστεύω θα απέτρεπε τον οιονδήποτε ακόμα και να σκεφθεί μία εναντίον μας επίθεση.
O χώρος δεν είναι κατάλληλος για συζήτηση επί τεχνικών δυνατοτήτων και επιλογών. Αρκεί να σημειώσουμε ότι όλες οι μεγάλες χώρες από την δεκαετία το ΄80 και εντεύθεν, ανέπτυξαν σχετικές τεχνολογίες με εξαιρετική ευελιξία ως προς την εκτόξευση τους και μεγάλη ακρίβεια ως προς την επιτυχία, σταθερών τουλάχιστον στόχων. Με τα σημερινά δεδομένα υποθέτω ότι Γαλλία και Ισραήλ θα μας βοηθούσαν σε θέματα σχεδιασμού και τεχνογνωσίας.
Η Ελλάδα πιστεύω ότι με την απαραίτητη διεθνή τεχνική συνεργασία θα μπορούσε να συμπληρώσει την διαθέσιμη τεχνογνωσία  με όλες τις περαιτέρω απαραίτητες για την εκτόξευση και καθοδήγηση τεχνολογίες ούτως ώστε να εκπονήσει ένα έργο μαζικής κατασκευής ενός ανάλογου όπλου που θα της επιτρέψει να εξασφαλίσει την ειρηνική συνύπαρξη με την Τουρκία.


* Ο Σάκος Οικονομόπουλος είναι ηλεκτρολόγος  μηχανικός του ΕΜΠ και Docteur Ingenieur του πανεπιστημίου Paris VI. Δίδαξε στο πολυτεχνείο της Λωζάννης, εργάστηκε για το πρόγραμμα ESPRIT στις Βρυξέλλες και το 1988 ίδρυσε την εταιρεία ΖΗΝΩΝ Ρομποτική. Εχει συγκροτήσει την συλλογή Bibliotheca Graeca και συνέγραψε τον Θησαυρό της Ελληνικής Γραμματείας (Αθήνα, 2017)