του Σάκου Οικονομόπουλου*

 

Η κρίση της πανδημίας και η προοπτική χρηματοδότησης της οικονομίας από την ΕΕ επανέφερε τη συζήτηση και τον προβληματισμό για την ανάπτυξη. Ο πρωθυπουργός ανέθεσε στον κάτοχο βραβείου Νόμπελ κ.Πισσαρίδη να συγκροτήσει μία ομάδα εμπειρογνωμόνων και να συντάξουν μία επενδυτική πρόταση για την απορρόφηση των προσδοκώμενων κονδυλίων. Στις 3 Αυγούστου δόθηκε στην δημοσιότητα η μελέτη που συνέταξε η επιτροπή με τις γενικές εισαγωγικές διακηρύξεις της οποίας περί αύξησης της παραγωγικότητας, ενίσχυσης των επενδύσεων, διεθνή προσανατολισμό της οικονομίας, καινοτομίας, κλπ. προφανώς κανείς δεν διαφωνεί (σημείωση διαχειριστή: εδώ μια διαφορετική κριτική προσέγγιση της έκθεσης Πισσαρίδη).

 

Οι προτεινόμενες όμως 14 δράσεις προκαλούν δυσάρεστη έκπληξη. Ενώ θα περιμέναμε προτάσεις για συγκεκριμένες επενδυτικές κατευθύνσεις με στόχο την παραγωγή νέου πλούτου, αλλαγή της βιομηχανικής φυσιογνωμίας της χώρας, αναβάθμιση του έμψυχου δυναμικού, επαναφορά της επαγγελματικής αισιοδοξίας, και γενικότερα μία καινούργια και φρέσκα ματιά προς το αύριο, βρεθήκαμε προ ενός απογοητευτικού μηρυκασμού συνταγών του παρελθόντος χωρίς την παραμικρή νότα τομής με τα στερεότυπα που εδώ και δεκαετίες καλλιέργησε ο λαϊκισμός όλου του πολιτικού σκηνικού.

 

 

  • Καλοδεχούμενη η αλλαγή του ασφαλιστικού προς το κεφαλοποιητικό σύστημα. Θα εξομαλυνθούν όμως οι ανισότητες στις συντάξεις; Θα θεσπιστεί ενιαίο έτος συνταξιοδότησης για τους πάντες; Θα υπολογίζεται η σύνταξη αναλογικά με τις καταβληθείσες εισφορές και μόνο; Θα τεθεί κάποιο ποσοστιαίο επί του ΑΕΠ πλαφόν στην χρηματοδότηση του από τον προϋπολογισμό;
  • Καλοδεχούμενη και η μείωση φόρων. Σε ποιους όμως απευθύνεται; Στην συντριπτική πλειοψηφία των επιτηδευματιών και ελεύθερων επαγγελματιών που δεν πληρώνουν ούτε ένα ευρώ;
  • Καλοδεχούμενη η ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης. Αυτό είναι το πρόβλημα ή μήπως η κατάφωρα καταχρηστική ανάμειξη της στη δημοσιονομική πολιτική της εκάστοτε εκλεγμένης κυβέρνησης και η φοβική αντιμετώπιση της παραβατικότητας κατά του κράτους;
  • Καλοδεχούμενη και η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Γιατί όχι όμως και των πανεπιστημιακών, εκατοντάδες των οποίων έχουν εκλεγεί με πλαστά διπλώματα; Και γιατί όχι των γιατρών οι μισοί των οποίων δεν πέτυχαν στις εισαγωγικές εξετάσεις των Ελληνικών πανεπιστημίων; Και γιατί να μην ελεγχθεί η νομιμότητα όλων των διορισμών στο Δημόσιο και τα καταχρηστικά προνόμια των πολιτικών αποσπάσεων στα υπουργεία και στην Βουλή;

 

Διερωτώμαι, όμως, γιατί η επιτροπή δεν έθιξε τα πλέον εξόφθαλμα καρκινώματα στην Ελληνική κοινωνία σήμερα. Αναφέρομαι στις 500 πανεπιστημιακές σχολές οι  μισές και παραπάνω των οποίων είναι άχρηστες, την καθολική σχεδόν φοροδιαφυγή σε όλη την επαρχία, την μαύρη εργασία, την ανεπάρκεια της τοπικής αυτοδιοίκησης να διαχειριστεί ακόμα και τα απορρίμματα που παράγει η ίδια,  την διαφθορά στην παροχή υπηρεσιών υγείας στον ιδιωτικό τομέα, και τόσα άλλα που η κοινωνία δεν έχει πια το κουράγιο να αντιδρά και με εγκαρτέρηση ανέχεται. Ή μήπως είναι σημαντικότερη από τα ανωτέρω η ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων και η ένταξη των γυναικών στην αγορά εργασίας που, αν μη τι άλλο, αφελώς προτείνει η επιτροπή;

 

Θα ήθελα να τονίσω κάτι εις επήκοον των μελών της επιτροπής, στην πλειοψηφία τους καθηγητών και δημόσιων λειτουργών. Όσους κατά την δεκαετία του ΄80 επενδύσανε και ιδρύσανε εταιρείες, τινές δε εξ ημών στους τομείς της πληροφορικής και του αυτοματισμού, ουδόλως τους απασχόλησαν ούτε τα επιτόκια που ήταν στο 30%, ούτε το ότι δεν μπορούσαν να βάλουν καλά-καλά τηλέφωνα, ούτε τα προβλήματα της δικαιοσύνης ή του ασφαλιστικού. Και γενικεύοντας να πω ότι όποιος έχει ιδέες, γνώσεις, τόλμη, κουράγιο, δημιουργικότητα, επικουρικώς δε και χρήματα να επενδύσει, προχωράει προς τα μπρος αδιαφορώντας τί κάνουν οι άλλοι, το κράτος, κλπ. Αντίθετα, όσοι δεν θέλουν να ζυμώσουν, σ΄ όλη τη ζωή τους κοσκινίζουν.

Οι ανωτέρω παρατηρήσεις αναδεικνύουν τον εξαιρετικά αποσπασματικό και διστακτικό χαρακτήρα των προτάσεων της επιτροπής, εάν σκοπός της ήταν να τα βάλει με τις αγκυλώσεις, τον μαρασμό, την αναποτελεσματικότητα και κυρίως την διαφθορά στο Ελληνικό Δημόσιο.

 

Με δύο λόγια, στην καλλίτερη δυνατή ερμηνεία τους, οι προτάσεις της επιτροπής θα μπορούσαν να εκληφθούν ως ατελείς μεταρρυθμιστικές ρυθμίσεις που ενδεχομένως, μερικές εξ αυτών, να μπορούσαν να βελτιώσουν το επενδυτικό κλίμα. Δυστυχώς όμως δεν είναι αυτό που έχει κατά προτεραιότητα ανάγκη η χώρα της οποίας η οικονομία έχει βυθιστεί στον μαρασμό και η κοινωνία στα χρέη και την απογοήτευση.    Προφανές είναι ότι μερικές εκ των μεταρρυθμίσεων που προτείνονται θα ήταν ευρύτερα χρήσιμες στην βελτίωση της διοίκησης και του οικονομικού κλίματος. Πλην όμως δεν συνιστούν επενδυτικές προτάσεις για την απορρόφηση των αναμενομένων 32 δισ. ευρώ.

Κατ’ αναλογία και απομίμηση, ουχί όμως κατ΄ αντιγραφή του παρελθόντος ή ξένων προτύπων, η οικονομία μεν χρειάζεται μία ανατροπή σαν αυτή που απέφεραν στο παρελθόν οι επενδύσεις του σχεδίου Marshall, η κοινωνία δε μία οραματική παραίνεση, όχι για την επαναφορά των ψευδαισθήσεων των επιδοτήσεων και δήθεν εξευρωπαϊσμού, αλλά για την αποφασιστική επιδίωξη να συμπορευθεί με την παγκόσμια πρωτοπορία της επιστήμης, της προόδου και του πολιτισμού. Εννοώ να παύσει να είναι ο τριτοκοσμικός πελάτης αυτοκινήτων και κινητών και από εξαγωγέας πορτοκαλιών και λαδιού μόνον, να αναζητήσει μία έστω μικρή θέση στον παγκόσμιο καταμερισμό της τεχνολογικής και πολιτιστικής πρωτοπορίας.

 

Παχιά λόγια φουσκωμένα με αέρα θα πείτε. Δεν είναι έτσι. Υπέρ των απόψεων μου δεν συνηγορεί μόνο η αναλλοίωτη γενετική μας έφεση προς την πρόοδο, αλλά κυρίως τα στοιχεία του παρόντος σε έμψυχο υλικό ανυπόμονο να κατακτήσει τον κόσμο, πλην όμως εγκλωβισμένο στους άνευ οριζόντων κοντόφθαλμους πολιτικούς σχεδιασμούς που μονίμως αλληθωρίζουν προς κομμάτι του πληθυσμού που ζει από τους μισθούς, τις συντάξεις και τις εύνοιες του Δημοσίου.

Βρισκόμαστε σε ένα κομβικό σταυροδρόμι. Εάν δεν στραφούμε  προς την αναζήτηση των οραμάτων που σκιαγραφούνται από την πρωτοπόρες κοινωνίες, θα στρίψουμε  και θα καταλήξουμε σαν αυτές που για πρότυπα οργάνωσης έχουν τις συμμορίες και κανόνα διαβίωσης την βία.

Οι αποφάσεις που θα παρθούν πρέπει να έχουν γνώμονα κατ΄αρχάς το τί δεν πρέπει να κάνουμε και στη συνέχεια τι είναι αυτό το οποίο μπορεί σε προοπτική κατ΄ελάχιστον 10-ετίας να επαναφέρει την οικονομία της χώρας σε ένα σύγχρονο αναπτυξιακό τοπίο την δε χώρα σε νοοτροπίες και φιλοδοξίες μιας σύγχρονης κοινωνίας.

 

Τί δεν πρέπει να κάνουμε

 

Δεν πρέπει να επαναλάβουμε τις πολιτικές της τελευταίας 40-ετίας οι οποίες με δύο λόγια διαμορφώθηκαν από τον άκρατο λαϊκισμό όλων των κυβερνήσεων  που στόχο είχαν περισσότερο την επανεκλογή τους και λιγότερο την αποτελεσματική, προοδευτική και ενάρετη διακυβέρνηση. Επικράτησε η ευφορία από την ψευδαίσθηση της ανάπτυξης που βασίστηκε σε επιδοτήσεις και δανεισμό όπως συστηματικά καταγράφονταν στη μέτρηση του ΑΕΠ στην κατανάλωση. Ουδείς νοιάστηκε που το μεγαλύτερο μέρος των επιδοτήσεων και δανείων καταναλώθηκε σε εισαγόμενα προϊόντα με αποτέλεσμα τα χρήματα να επιστρέφουν στις χώρες που χρηματοδοτούν τα ταμεία της ΕΕ, εξοφλώντας τρόπον τινά τα δάνεια ήδη μια φορά αλλά αφήνοντας τα και ανεξόφλητη θηλειά στην ανάπτυξη της χώρας.

Το χειρότερο όμως όλων ήταν η αδιαφορία των κυβερνήσεων να αναδείξουν ανταγωνιστικές υπηρεσίες στην κρατική μηχανή για να διαχειριστούν αποτελεσματικά τα συμφέροντα μας στις Βρυξέλλες τόσο κατά την συμφωνία σύνδεσης όσο και στη συνέχεια μέχρι σήμερα. Αρχικά δεν καταλάβανε ότι η αποδοχή της ρύθμισης χαρακτηρισμού ενός προϊόντος ως εθνικού με την προσθήκη έστω μιας μηδενικής αξίας συνιστώσας  από ένα κράτος μέλος, θα επέτρεπε τις ισχυρές βιομηχανίες να κατασκευάζουν τα προϊόντα τους σε χώρες με χαμηλό εργατικό κόστος και να τα πουλάν στην εσωτερική αγορά ως δικά τους. Κοντολογίς με την είσοδο μας στην ΕΕ το 1981 κατακλύστηκε η αγορά μας από δήθεν προϊόντα κρατών μελών με το μεγαλύτερο ποσοστό της σημερινής κατανάλωσης να έχει περιέλθει σε εταιρείες όπως το ΙΚΕΑ, το ΖΑΡΑ, το LIDL, το PRAKTIKER για να αναφέρω τις γνωστότερες, με το σύνολο των προϊόντων τους να κατασκευάζεται εκτός ΕΕ. Έτσι, προοδευτικά, συμπαρομαρτούντων και των νεωστί αναφυέντων πράσινων συνδικαλιστών της δεκαετίας του ΄80, διαλύθηκε ο βιομηχανικός ιστός της χώρας και σήμερα εισάγουμε τα πάντα, από καρφίτσες μέχρι ελικόπτερα, συμπεριλαμβανομένων και λεμονιών, την στιγμή που αυτά φύονται και σαπίζουν στην αυλές μας αλλά οκνούμε να συλλέξουμε.

Παράλληλα, με αντάλλαγμα τις επιδοτήσεις στην γεωργία, αφήσαμε τους γεωργούς να γλεντάν στα καφενεία, να νομίζουν  ότι κλέβουν την ΕΕ εξάγοντας βαμβάκι με μαρμαρόσκονη, ενώ στην ουσία βυθίστηκαν στην αδράνεια και την αυτοκαταστροφή με χαμηλής υπεραξίας καλλιέργειες και προϊόντα που οδηγούνται στις χωματερές. Τα ίδια συνέβησαν και με την κτηνοτροφία και την αλιεία με επιτομή της ανοησίας μας να δεχθούμε να καταστρέψουμε ακόμα και τα καΐκια μας, αν μη τι άλλο, θεματοφύλακες των νοσταλγιών μας.

Μία δεύτερη μεγάλη παγίδα στους σχεδιασμούς της πολιτείας είναι ο συνεχής μιμητισμός των εταίρων μας σε ό, τι αυτοί θεωρούν πρόοδο της οικουμένης, δηλαδή στήριξη της βιομηχανίας τους. Η πράσινη ενέργεια, με πρόσχημα την κλιματική αλλαγή, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του πως μπορούμε να βγάζουμε μόνοι μας τα μάτια μας. Θα έπρεπε να είναι αδιανόητο να συναινέσουμε στην πολιτική των ρύπων και την κατάργηση της εκμετάλλευσης του λιγνίτη, έστω τουλάχιστον για κάποια χρόνια, αφού η εξ αυτού επιβάρυνση περιβάλλοντος είναι μικρότερη από την έκλυση μεθανίου από την κτηνοτροφία άλλων κρατών μελών.

Πλησιάζοντας το θέμα μας, εξ ίσου αντιοικονομική και προβληματική διαφαίνεται και η οδός της πράσινης ενέργειας με τις αιολικές γεννήτριες και τα φωτοβολταϊκά. Πρώτον και σημαντικότερο διότι δεν κατασκευάζουμε ούτε το ένα ούτε το άλλο, δεύτερον διότι και αυτές οι πηγές προκαλούν προβλήματα στο περιβάλλον, τρίτον διότι σε μεγάλη κλίμακα δυσκολεύουν την ζεύξη στα δίκτυα, και τέλος τα προβλήματα στην αποθήκευση και ανακύκλωση των γεννητριών στο τέλος του κύκλου ζωής τους είναι τεράστια.

 

Τι πρέπει να κάνουμε

 

Εάν ρίξει κανείς μια ματιά στις ποικίλες διαθέσιμες μελέτες και εκθέσεις για την οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδος θα διαπιστώσει την συνεχή επικράτηση αντιγραφής ξένων προτύπων ή εφαρμογή μελετών από ξένες συμβουλευτικές εταιρείες και μία συνεχή κούρσα της πολιτικής πίσω από τις εξελίξεις.

Πρέπει να βάλουμε βαθιά στο μυαλό μας ότι όσο η οικονομία μας όχι ποσοτικά αλλά κυρίως ποιοτικά διαφέρει σημαντικά από αυτές που θέλουμε να προσεγγίσουμε, τα μέτρα και οι δράσεις μας θα έπρεπε να είναι διαφορετικά. Από την ξένη εμπειρία θα ήταν χρήσιμο να συγκρατήσουμε μόνο ενέργειες προς αποφυγή και πράξεις και στάσεις που σηματοδότησαν αλλαγές πορείας προς την πρόοδο.

Αναφέρω επί παραδείγματι την προς αποφυγή προσπάθεια κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια να εξασφαλιστεί ενεργειακή αυτάρκεια από υδροηλεκτρικά έργα και τις μελέτες που συμβούλευαν να περιοριστεί η χώρα μόνο στην εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου και την οικοδομή. Αντίθετα, ως εξαιρετικής σημασίας, ιδεολογικά και πρακτικά,  αναφέρω το περίφημο νομοθετικό διάταγμα 2687 του 1953 το οποίο προκάλεσε τεράστια ροή ξένων επενδύσεων. Θυμίζω ότι το ακρογωνιαίο του στήριγμα ήταν η πρόνοια του άρθρου 112 του συντάγματος του 1952 που όριζε ότι «νόµος εφ’ άπαξ εκδιδόµενος θέλει ρυθµίσει την προστασία των εκ της αλλοδαπής εισαγόµενων προς τοποθέτησιν στη χώρα κεφαλαίων». Οφείλω δε να μνημονεύσεω ότι εμπνευστές τόσο του νόμου όσο και του συνόλου της αναπτυξιακής πορείας που χάραξε ήταν οι υπουργοί της κυβέρνησης τότε του Παπάγου, Σπ. Μαρκεζίνης και Θ. Καψάλης.

 

Στα 20 χρόνια που ακολούθησαν έγιναν απίστευτες επενδύσεις και η χώρα μεταμορφώθηκε απ΄ άκρου εις άκρον. Βιομηχανίες για την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου στο Λαύριο και στην Χαλκιδική, στο Μαντούδι για τον λευκόλιθο, στον Παρνασσό για τον βωξίτη, στην Μήλο για την βαρυτίνη και την καολίνη,  και στην Λάρυμνα για το νικέλιο. Σιδηρουργίες στην Ελευσίνα, τον Πειραιά, τον Βόλο και την Θεσσαλονίκη. Ναυπηγεία στον Σκαραμαγκά. Σιδηρές κατασκευές για γέφυρες στον Βόλο (Μέτκα). Βιομηχανίες αμαξωμάτων για λεωφορεία, πούλμαν και φορτηγά ψυγεία. Βιομηχανίες κατεργασίας του μαρμάρου. Βιομηχανίες οικιακών συσκευών. Τσιμεντοβιομηχανίες, διυλιστήρια, βαμβακουργίες, κλωστήρια, χαρτοβιομηχανίες, φωσφορούχα λιπάσματα, βιομηχανίες τροφίμων, κονσερβοποιίες και τόσες άλλες βιομηχανίες που δεν μπορώ έτσι προχείρως να θυμηθώ και να τις αναφέρω όλες.

Να προσθέσω στις συνθηματικής φύσης αυτές αναδρομές, την κατοπινή συστηματική υπενθύμιση και εμμονική προσήλωση του Α.Παπαληγούρα στην ισορροπία του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, ως κρίσιμου δείκτη της οικονομίας. Είναι αυτός ο δείκτης που περιφρονήθηκε από τις κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης και βυθίστηκε η χώρα στο χρέος.

Αναφέρω τα ανωτέρω διότι άμεσα σχετίζονται με τις σκέψεις μου για έναν διαφορετικό από την πεπατημένη προσανατολισμό της Ελληνικής οικονομίας.

Το νέο επενδυτικό σχέδιο θα είναι μία ιδανική ευκαιρία να βγει η χώρα από τον μαρασμό των τετριμμένων και άνευ ουσίας επενδύσεων που ακούν σε συνθήματα όπως πράσινη ανάπτυξη, ψηφιακό κράτος, παιδεία, υγεία, και τα τοιαύτα, χωρίς τεκμηριωμένες αναλύσεις στο που στοχεύουν και γιατί είναι αναγκαίες. Όταν επί παραδείγματι η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των πρωτοπόρων στην Ευρώπη σε δαπάνες στην υγεία και στην παιδεία, γιατί χρειάζονται κι άλλες; Επειδή διστάζουμε να αλλάξουμε τα κακώς κείμενα, ή μήπως επειδή ακούγεται καλά και μπορεί να πει μπράβο και η Αριστερά, που ούτως ή άλλως θα πει όχι σε όλα;

 

Θέλω στο σημείο αυτό να τονίσω κάτι σημαντικό που νομίζω ότι έχει διαφύγει της προσοχής των δημοσιογράφων και των πολιτικών. Τα χρήματα που εν μέρει θα δανείσει και εν μέρει υποτίθεται θα χαρίσει η ΕΕ, θα τα δανειστεί για 30 χρόνια από την αγορά. Κατά συνέπεια σε 30 χρόνια θα τα ζητήσει πίσω και η χώρα θα πρέπει να τα επιστρέψει. Άρα τα χρήματα που θα πάρουμε, εάν δεν θέλουμε να επιβαρύνουμε έτι περαιτέρω τον δανεισμό, θα πρέπει να επενδυθούν παραγωγικά. Παραγωγικές δε επενδύσεις είναι μόνο οι επενδύσεις στον πρωτογενή τομέα, στην μεταποίηση και στις υπηρεσίες με εξαγωγικό χαρακτήρα. Αν αρχίσουμε πάλι τους δρόμους, τα γεφύρια, τα νοσοκομεία και πανεπιστήμια, το μόνο που θα πετύχουμε είναι να αυξήσουμε το χρέος.

Δύο μείζονες επενδυτικοί τομείς οι οποίοι μπορούν να αλλάξουν κυριολεκτικά την χώρα, όχι μόνο από οικονομικής πλευράς, αλλά να μετασχηματίσουν τον επαγγελματικό ιστό, να επηρεάσουν το άνοιγμα στον σύγχρονο κόσμο,  να γονιμοποιήσουν τα επιστημονικά ταλέντα, να δώσουν αυτοπεποίθηση στις νέες γενιές και ελπίδα σε όλους, είναι η πυρηνική ενέργεια και η πολεμική βιομηχανία. Προφανώς δεν είναι οι μόνοι τομείς για να επενδυθούν τα οποιαδήποτε διαθέσιμα κεφάλαια και είναι απαραίτητο να υπάρξουν και να αξιολογηθούν πολλές επενδυτικές προτάσεις. Αυτοί όμως επί του παρόντος στερούνται πολιτικής, κοινωνικής και δημοσιογραφικής νομιμοποίησης και απολαμβάνουν της αδιαφορίας και σιωπής των πάντων. Σε επόμενο σημείωμα θα σκιαγραφήσω τις ποικίλες πλευρές του ιδιάζοντος επενδυτικού ενδιαφέροντος που παρουσιάζουν.


* Ο Σάκος Οικονομόπουλος είναι ηλεκτρολόγος  μηχανικός του ΕΜΠ και Docteur Ingenieur του πανεπιστημίου Paris VI. Δίδαξε στο πολυτεχνείο της Λωζάννης, εργάστηκε για το πρόγραμμα ESPRIT στις Βρυξέλλες και το 1988 ίδρυσε την εταιρεία ΖΗΝΩΝ Ρομποτική. Εχει συγκροτήσει την συλλογή Bibliotheca Graeca και συνέγραψε τον Θησαυρό της Ελληνικής Γραμματείας (Αθήνα, 2017)