του Κώστα Δημητρίου*

 

Κατά τη διάρκεια των προηγούμενων δεκαετιών ένα νέο δόγμα εισήχθη και παγιώθηκε, θα μπορούσε να πει κάποιος, στη <<φαρέτρα>> των εταιρικών πρακτικών. Πρόκειται για την εταιρική κοινωνική ευθύνη (Corporate Social Responsibility), μια έννοια που χαίρει υποστήριξης από ένα πλήθος πολυγραφότατων θεωρητικών των εταιριών αλλά ταυτοχρόνως υφίσταται έντονη πολεμική. Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να εξετάσει τις θέσεις εκατέρωθεν, ενός δόγματος το οποίο τείνει να διχάζει την κοινή γνώμη, και να προβεί σε συμπεράσματα εάν αυτό κριθεί συνετό.

 

H EΚΕ αν και εκφράστηκε ολοκληρωμένα από τον Αμερικάνο οικονομολόγο Howard Bowen (Social responsibilities of a a businessman,1953), είχε αρχίσει να διαμορφώνεται περίπου δύο αιώνες πριν, κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης. Ήταν τότε που η παραγωγή ξεκίνησε να μεταβαίνει σε μια διαφορετική διάσταση, με αποτέλεσμα να μεταβληθούν άρδην και οι εργασιακές συνθήκες. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου (1760-1860) ξεκίνησε ένα έντονο κλίμα αντιπαραθέσεων που αφορούσαν σωρεία κοινωνικών προβλημάτων σχετιζόμενα με την εργασία όπως οι μισθοί, η παιδική εργασία, το ωράριο, η ασφάλιση και οι εν γένει ανθυγιεινές εργασιακές συνθήκες.

 

Οι βιομήχανοι, αντιλαμβανόμενοι πως το ιδιαίτερα τεταμένο κλίμα κάθε άλλο παρά ευνοούσε τις επιχειρήσεις τους, αποφάσισαν να εφαρμόσουν κάποιες τεχνικές άμβλυνσης των διαφωνιών τους με τους καταναλωτές (εκ των οποίων η πλειοψηφία ήταν εργάτες). Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτέλεσαν οι μεγαλοβιομήχανοι Andrew Carnegie και John D. Rockefeller οι οποίοι δώρισαν μεγάλο μέρος της περιουσίας τους σε φιλανθρωπικούς σκοπούς. Οποιοσδήποτε ανατρέξει σε βιβλιογραφικές πηγές για να αναζητήσει περεταίρω πληροφορίες για τους ανθρώπους αυτούς, θα δει ότι ανάμεσα στις ιδιότητες που τους αποδίδονται είναι και οι εξής: δισεκατομμυριούχοι βιομήχανοι- φιλάνθρωποι, ένας συνδυασμός που σίγουρα γεννά ερωτηματικά. Αξίζει να σημειωθεί πως η καθιέρωση των αγαθοεργιών στους κύκλους των βιομηχάνων συνέπεσαν (τέλη 19ου αι.-αρχές 20ου) χρονικά με μια φάση του καπιταλισμού κατά την οποία ξεκίνησαν να διαμορφώνονται μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι με εξουσία συγκρίσιμη των κυβερνήσεων. Εντός των ολιγοπωλιακών αγορών στις οποίες δρούσαν οι όμιλοι αυτοί, ασκούσαν επιρροή στην πολιτική εξουσία και συχνά διαμόρφωναν τους νόμους τιμολόγησης κάποιων αγαθών (Archie Carroll,2008).*

*Sherman Act(1890), Clayton Act (1914), Federal Trade Commission Act (1914)

 

Σύμφωνα με τον Eberstadt (1973), από το 1930 διανύουμε την <<εταιρική περίοδο>> κατά την οποία οι ιδιωτικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζονται ως δημόσιοι οργανισμοί που έχουν υποχρεώσεις απέναντι στο δημόσιο συμφέρον. Η εταιρική βιβλιογραφία εμπεριέχει πληθώρα ορισμών της ΕΚΕ, όμως ένας αρκετά αντιπροσωπευτικός του δόγματος που επικρατεί έως σήμερα θα μπορούσε να είναι ο εξής (Harold Johnson,1971,p.50) : Μια εταιρεία είναι κοινωνικά υπεύθυνη όταν τα στελέχη της εξυπηρετούν μια πολλαπλότητα συμφερόντων, χωρίς να επιδιώκουν αποκλειστικά τη μεγιστοποίηση των κερδών για τους μετόχους. Αντίθετα μια υπεύθυνη εταιρία ευαισθητοποιείται ως προς τα συμφέροντα των υπαλλήλων, των προμηθευτών, των διανομέων, των τοπικών κοινωνιών και του έθνους. Με μια επιδερμική ματιά στα γραπτά των υπέρμαχων της ΕΚΕ και στον παρακάτω πίνακα άμεσα εγείρεται το ερώτημα: Γιατί κάποιος να σταθεί στον αντίποδα ενός νεοφυούς ανθρωπιστικού και αλληλέγγυου εταιρικού ρεύματος που άφηνε πίσω του τις κατακριτέες εταιρικές πρακτικές ενώ ταυτόχρονα είχε υιοθετηθεί από την πλειοψηφία των επιχειρήσεων στον δυτικό κόσμο;

 

Την απάντηση έσπευσε να δώσει ο νομπελίστας νεοφιλελεύθερος οικονομολόγος Milton Friedman στο άρθρο με τον εμφατικό τίτλο <<Η κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων είναι να αυξάνουν τα κέρδη τους>> (1970). Σκοπός του άρθρου αυτού ήταν να απενοχοποιήσει την έννοια του κέρδους των εταιριών σε μια κοινωνία ελεύθερης αγοράς που βασίζεται στην ατομική ιδιοκτησία, υγιής επιδίωξη που κατά τον ίδιο η ΕΚΕ υπονόμευε. Η ανάλυση γίνεται υπό το πρίσμα ενός διοικητικού στελέχους το οποίο αποζημιώνεται από τους ιδιοκτήτες της επιχείρησης και μοναδική του ευθύνη, σύμφωνα με τον Friedman, είναι απέναντι σε αυτούς. Η επιχειρηματολογία του οικονομολόγου πηγάζει από ένα θεμελιώδη διαχωρισμό. Ένα εταιρικό στέλεχος μπορεί κάλλιστα στην προσωπική του ζωή να είναι ένα άτομο με ευαισθησίες και να επιλέγει να δαπανά ένα μέρος του εισοδήματός του σε πάσης φύσεως ευεργεσίες χωρίς βέβαια να θίγονται συμφέροντα τρίτων. Δεδομένου, όμως, πως μια επιχείρηση αποτελείται από μέλη τα οποία αυτοβούλως επέλεξαν να συμβαδίσουν προς την επίτευξη κοινών σκοπών, όταν το άτομο υπηρετεί την ιδιότητα του στελέχους, οφείλει να διασφαλίζει τελικά τα συμφέροντα των μετόχων. Εάν κάποιος επιλέξει να αμφισβητήσει την εγκυρότητα του ανωτέρω διαχωρισμού τότε αυτόματα καλείται να αντιμετωπίσει τον εξής συλλογισμό του οικονομολόγου. Έστω, λοιπόν, ότι το στέλεχος έχει ηθική υποχρέωση να εξασκήσει το δόγμα της κοινωνικής ευθύνης. Εκ των πραγμάτων, θα πρέπει να προβεί σε απαραίτητες μισθολογικές αναπροσαρμογές οι οποίες θα πλήττουν ένα η περισσότερα μέρη (μέτοχοι, υπάλληλοι, προμηθευτές κλπ) με σκοπό να συγκεντρωθεί το προοριζόμενο για αγαθοεργίες κεφάλαιο. Μια τέτοια διαδικασία βέβαια δε διαφέρει σε τίποτα από τη γνωστή σε όλους κρατική φορολογία. Μια ομάδα διορισμένων στελεχών, δηλαδή, επιβάλλουν φόρους και ταυτόχρονα κρίνουν το πως/που θα διοχετευτούν αυτοί. Εντός του δημοκρατικού πολιτεύματος, το οποίο φέρει τη νομιμοποίηση της πραγματοποίησης των ανωτέρω διαδικασιών, λειτουργούν τρείς ανεξάρτητες εξουσίες (νομοθετική, δικαστική και εκτελεστική) αρμοδιότητα των οποίων είναι ο συνεχής έλεγχος των άλλων δυο εξουσιών ώστε, μεταξύ  άλλων, οι φόροι να επιβάλλονται, να συλλέγονται και να δαπανώνται με τρόπο που εξυπηρετεί το κοινό συμφέρον. Συμπερασματικά, για να εφαρμοστεί <<δίκαια>> η φορολογία, συνετό είναι να υπάγεται σε δημοκρατικά πρωτόκολλα και όχι να είναι εξουσιοδότηση κάποιων διορισμένων στελεχών τα οποία συγκεντρώνουν και τις τρείς εξουσίες με αυταρχικό, θα μπορούσε να πει κάποιος, τρόπο.

 

Ο Friedman ήταν υπέρμαχος της ατομικής ιδιοκτησίας και της ελεύθερης αγοράς, κεκτημένα από τα οποία ο ίδιος θεωρούσε πως πήγαζε η πραγματική ελευθερία του ατόμου. Θεωρούσε το δόγμα της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης αμιγώς σοσιαλιστικό με μια όμως σημαντικότατη στρέβλωση. Η ΕΚΕ προσπαθεί να αποφέρει συλλογικά αποτελέσματα χωρίς να υπάρχουν συλλογικά μέσα, δηλαδή μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία. Αν και μεσοπρόθεσμα αναγνώριζε τους λόγους για τους οποίους μια μεγάλη επιχείρηση αμφιλεγόμενου αντικειμένου (πχ πετρελαϊκή) να ασκεί πολιτικές δημοσίους συμφέροντος, για να προσελκύει δηλαδή καταρτισμένο προσωπικό ή να αποφεύγει πιθανές δολιοφθορές, στο άρθρο είχε εκφράσει την έντονη ανησυχία του σε μακροπρόθεσμο επίπεδο. Η ανησυχία αυτή πήγαζε από τη σκέψη πως η υποστηρικτική προς την ΕΚΕ ρητορική των κεφαλαιούχων θα οδηγούσε εν τέλει στην ανάμειξη των τεχνοκρατών της κυβέρνησης στα πράγματα των εταιριών, άρα στην ανελευθερία. Μέσω του άρθρου του δήλωσε τον θαυμασμό του προς τους επιχειρηματίες της εποχής που κατέκριναν τέτοιου είδους πρακτικές ως απάτη και εξέφρασε την απορία του για τον <<σχιζοφρενικό χαρακτήρα>> κάποιων γνωστών ανθρώπων της αγοράς οι οποίοι αφενός ήταν αναγνωρισμένοι για την επιχειρηματική τους ευφυΐα, αφετέρου αδυνατούσαν να δουν το δυσχερές μέλλον που θα διαμόρφωνε ο εμποτισμός της κοινωνίας με το δόγμα της ΕΚΕ.

 

Μισός αιώνας έχει περάσει από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου και οι εταιρικοί κολοσσοί εφαρμόζουν πιο ευλαβικά από ποτέ την εταιρική ευθύνη. Εταιρίες με υψηλή κεφαλαιοποίηση όπως η Coca-Cola, η Wells Fargo, η Pfizer, η Microsoft και η British petroleum δημοσιεύουν εκθέσεις επί εκθέσεων τονίζοντας τη συμβολή τους σε ζητήματα που προβληματίζουν την παγκόσμια κοινή γνώμη, με τη μερίδα του λέοντος να καταλαμβάνουν η ανοχή στη διαφορετικότητα (μειονότητες, ΛΟΑΤΚΙ) και η περιβαλλοντική μόλυνση. Η πραγματικότητα δείχνει πως παρά το γεγονός οτι οι ιδιοκτήτες των μεγάλων αυτών πολυεθνικών αγνόησαν τις προειδοποιήσεις του Friedman και των ομοϊδεατών όσον αφορά το δόγμα της ΕΚΕ, σύμφωνα με τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και την ευρεία παρουσία τους, διαγράφουν συνεχώς ανοδική πορεία. Προφανώς, η μεγέθυνση των ομίλων αυτών οφείλεται και σε μια πληθώρα άλλων παραγόντων πέρα τις ΕΚΕ, όμως η έντονή προβολή της στα μέσα τους δημιουργεί προβληματισμούς.

 

Πριν επιχειρηθεί μια προσπάθεια προσέγγισης των βαθύτερων αιτιών εφαρμογής της κοινωνικής ευθύνης μέχρι σήμερα, κρίνεται σημαντικό να αναφερθούν κάποια ποιοτικά γνωρίσματα των μεγάλων πολυεθνικών ομίλων που πηγάζουν από αναλύσεις έγκυρων οικονομολόγων των τελευταίων δεκαετιών. Οι μεγάλοι όμιλοι από τις απαρχές του καπιταλισμού μέχρι σήμερα, με το οικονομικό σύστημα να έχει περάσει από πολλές φάσεις*, φέρουν τρία βασικά χαρακτηριστικά. Λόγω του μεγέθους τους και της ίσως συστημικής τους ιδιότητας καταφέρνουν να ασκούν πιέσεις στο πολιτικό κατεστημένο της εκάστοτε χώρας δρώντας ανενόχλητοι υπό καθεστώς ολιγοπωλίου. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι αναιρείται η κατάσταση τέλειου ανταγωνισμού έτσι όπως την είχε οραματιστεί ο Adam Smith και αυτόματα καταρρέει η θεωρία του φθίνοντος ποσοστού κέρδους (αναφερόμαστε πάντα σε ένα μικρό αριθμό εταιριών που λειτουργούν έτσι και όχι σε όλη την αγορά). Οι όμιλοι που δραστηριοποιούνται σε κοινούς τομείς με σκοπό να διατηρήσουν, αν όχι να αυξήσουν, τα υπερκανονικά τους κέρδη συνεννοούνται άτυπα μεταξύ τους ώστε ο ανταγωνισμός να μη διεξαχθεί σε επίπεδο τιμών και μισθών αλλά σε επίπεδο μάρκετινγκ και <<προστιθέμενης αξίας>>. Αυτή η κατάσταση μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτή με το παράδειγμα δύο, γνωστών σε όλους, κολοσσών της αθλητικής ένδυσης, τη Nike και την Adidas. Παρατηρείται ότι οι τιμές των προϊόντων τους είναι αρκετά υψηλότερη από τη πραγματική αξία τους και ανταγωνιστικά προϊόντα κυκλοφορούν σε παρόμοιες τιμές. Ο ανταγωνισμός τους φαίνεται να διεξάγεται στο ποιος διάσημος αθλητής θα τους διαφημίσει αυτό τον μήνα και ποιο τμήμα μάρκετινγκ θα δημιουργήσει την καλύτερη καμπάνια προσέλκυσης καταναλωτών. Όλα αυτά φυσικά με δαπάνες πολλών εκατομμυρίων. Το τρίτο χαρακτηριστικό είναι ότι αυτές οι επιχειρήσεις δρουν στην αδιαφάνεια. Η σύγχρονη ιστορία βρίθει εταιρικών σκανδάλων (Enron, Siemens κ.α.) στα οποία υπεξαιρέθηκαν γιγαντώδη ποσά και ελάχιστοι από τους ηθικούς και άμεσους αυτουργούς εν τέλει τιμωρήθηκαν.

 

Η παραπάνω παράγραφος υπάρχει ώστε να διαμορφώσει στον αναγνώστη μια εικόνα του ευρύτερου ειδικού πλαισίου στο οποίο λειτουργούν κάποιοι μεγάλοι σε κεφαλαιοποίηση όμιλοι. Όπως αναφέρθηκε, στις περισσότερες των περιπτώσεων τον <<νικητή>> σε μια ολιγοπωλιακή αγορά τον καθορίζει το μάρκετινγκ και οι στρατηγική των πωλήσεων. Γι’ αυτό άλλωστε τα συγκεκριμένα τμήματα επανδρώνονται με τους καλύτερους ψυχολόγους, κοινωνιολόγους και άλλους καλοπληρωμένους επιστήμονες. Απώτερος σκοπός αυτών των επιστημόνων είναι να δημιουργούν συνεχώς νέες πλαστές ανάγκες στο καταναλωτικό κοινό οι οποίες ικανοποιούνται μόνο με το <<επαναστατικό>>  προϊόν της τάδε εταιρίας. Η τιμή αυτού του προϊόντος που θα είναι υπερπολλαπλάσια του κόστους παραγωγής, συνήθως νομιμοποιείται από τα επαναλαμβανόμενα διαφημιστικά μηνύματα που τονίζουν την καινοτομία και την ευχαρίστηση που θα αντλεί ο καταναλωτής από τη χρήση του. Εν τέλει, οι επαγγελματίες που αναλαμβάνουν αυτές τις διαδικασίες κάνουν πολύ καλά τη δουλεία τους αφού ο μέσος καταναλωτής αδυνατεί να αντιληφθεί πως σε προηγμένες οικονομίες οι υπηρεσίες μάρκετινγκ απορροφούν πάνω από 50 cents για κάθε δολάριο που δαπανά (Perreault, Cannon, McCarthy,2008, σελ. 6).

 

Αντίστοιχα εγχειρίδια κάνουν λόγο για την έννοια του στρατηγικού management με τους Johnson και Scholes να το ορίζουν ως την κατεύθυνση και το εύρος δραστηριοτήτων μιας επιχείρησης μακροπρόθεσμα η οποία εξασφαλίζει το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για την επιχείρηση, μέσω της διαχείρισης σε ένα ευμετάβλητο περιβάλλον. Με μια διαφορετική διατύπωση θα μπορούσε να είναι η εξής: Πρωταρχικός στόχος μιας μεγάλης πολυεθνικής είναι να καταφέρει να περάσει στην αγορά/κοινωνία τα δικά της standards, ως standards της αγοράς/κοινωνίας. Αν το καταφέρει αυτό, τότε έχει αποκτήσει τεράστιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και οι παραγγελίες έρχονται αυτόματα. Στην επιτυχία αυτής της προσπάθειας καθοριστικός είναι ο ρόλος της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης.

 

Εφόσον οι μεγάλες εταιρίες δεν μπορούν πλέον να συντηρούν τα υπερκανονικά κέρδη και το μέγεθος τους απλώς καλύπτοντας τις υπάρχουσες ανάγκες των καταναλωτών σε αγαθά/υπηρεσίες μέσω απλών σχέσεων πωλητή-αγοραστή εφαρμόζουν διαφορετικές μεθόδους προσέγγισης του αγοραστικού κοινού όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Βασική επιδίωξη είναι να δημιουργηθεί μια σχέση εξάρτησης μεταξύ του καταναλωτή και ενός brand, κάτι που συνήθως επιτυγχάνεται μακροπρόθεσμα και υποσυνείδητα. Ας δούμε ένα παράδειγμα. Το 1998 οι Hays και McNeil δημοσίευσαν ένα άρθρο στους NewYorkTimes που διερευνούσε τις μεθόδους επέκτασης της CocaCola στην αφρικανική ήπειρο, μιας ανεκμετάλλευτης αγοράς που τότε είχε 600 εκ. πληθυσμό και το 2016 είχε ήδη διπλασιαστεί. Εντοπίζοντας τις αναδυόμενες αγορές φτωχών χωρών που δεν είχε μέχρι πρότινος παρουσία, η εταιρία είχε τοποθετήσει πάνω από 50.000 ψυγεία σε μέρη που προσφάτως είχαν αποκτήσει ηλεκτρικό ρεύμα, χορηγούσε ιδιώτες να ανοίγουν σημεία πώλησης του αναψυκτικού καλύπτοντας όλα τα αρχικά κόστη και διοργάνωνε εκπαιδευτικά σεμινάρια για τους ντόπιους εμφιαλωτές. Τους τόνιζε πως <<ο ρόλος τους δεν είναι απλά να ικανοποιούν την υπάρχουσα ζήτηση αλλά να την δημιουργούν όπου δεν υπάρχει>>. Ναυαρχίδα της καμπάνιας μάρκετινγκ ήταν η χορηγία στο κύπελο εθνών Αφρικής με το λογότυπο να φιγουράρει σε αφίσες, γήπεδα, λεωφορεία και τηλεοπτικές διαφημίσεις. Οι καμπάνιες αυτές συνέβαιναν επί τω πλείστον υπό τον <<μανδύα>> των ευεργεσιών. Η λογική λέει πως ένα ανυποψίαστο καταναλωτικό κοινό που δέχεται τόσα ερεθίσματα ξαφνικά, είναι πιθανό να <<αγκιστρωθεί>> για πολλά χρόνια στην κατανάλωση του συγκεκριμένου προϊόντος.

 

 

Παρατηρούμε δηλαδή πως η πρακτική αυτή δεν αποτελεί πάντα ένα προϊόν της ευγενικής ιδιοσυγκρασίας κάποιων επιφανών επιχειρηματιών αλλά μία επιστημονικά καθοδηγούμενη προσέγγιση στον υποσυνείδητο ψυχισμό του μέσου καταναλωτή. Είναι γνωστό ότι το καπιταλιστικό σύστημα αντλεί την νομιμοποίηση του από τον ορθολογισμό και την αποτελεσματικότητα σε όρους πλούτου, γεγονός που είναι αληθές συγκρίνοντας τις σύγχρονες κοινωνίες με άλλες προηγούμενων ετών. Πέραν του πλούτου, αυτό το σύστημα είναι γνωστό για τις εντονότατες ανισότητες που παράγει, αφού η φτώχεια και η εξαθλίωση είναι αναπόσπαστο κομμάτι μιας αναπτυγμένης πόλης με ουρανοξύστες και ακριβά αυτοκίνητα. Τα ερεθίσματα αυτά αποτελούν καθημερινότητα για ένα πολίτη μέσου εισοδήματος ο οποίος αφενός ίσως αισθάνεται τυχερός που καταφέρνει να διατηρεί την αξιοπρέπειά του, αφετέρου διαμορφώνει ενοχικά αισθήματα που επιζητούν λύτρωση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εντοπισμού και εκμετάλλευσης αυτής της ευάλωτης κατάστασης είναι τα Starbucks. Σε διαφημιστικές καμπάνιες τονίζουν πως αγοράζοντας τον σχετικά ακριβό καφέ τους, ένα ποσοστό δαπανάται σε φιλανθρωπίες, ένα άλλο στο περιβάλλον και ούτω καθεξής. Ο φιλόσοφος Slavoj Zizek ορίζει το δόγμα της ΕΚΕ ως το άκρον άωτον του <<cultural capitalism>>. Η αγορά του καφέ δηλαδή δεν αποτελεί μια απλή οικονομική πράξη αλλά ο μέσος άνθρωπος αγοράζει μια πλαστή <<άφεση αμαρτιών>> για τον παθητικό καταναλωτισμό του και την αδράνεια του σε σχέση με την αδικία και τις ανισότητες που αντικρίζει καθημερινά.

 

 

Στον απόηχο δύο καταστροφικών κρίσεων που βύθισαν την παγκόσμια οικονομία, την ύφεση του 2008 και τον covid-19, επιβεβαιώνεται πως ο Milton Friedman είχε ορθώς προβλέψει κάποιες καταστάσεις. Οι τεχνοκράτες τις κυβέρνησης όντως επεμβαίνουν επανειλημμένα  στα πράγματα των εταιριών/τραπεζών, όχι όμως για να καταπιέσουν τις ελευθερίες τους αλλά για να τις ανακεφαλαιοποιήσουν παρατείνοντας πλασματικά την βιωσιμότητα τους. Διαψεύστηκαν όμως οι προβληματισμοί του οικονομολόγου περί διάδοσης μιας κοινωνικής κουλτούρας, λόγω της ΕΚΕ, που θα περιόριζε τη δράση των επιχειρήσεων. Η εταιρική κοινωνική ευθύνη εφαρμόζεται πλέον ανελλιπώς από τους πιο κερδοφόρους οργανισμούς και το πιο ανησυχητικό είναι πως χαίρουν φανατικής στήριξης καταναλωτών λόγω αυτού. Κάποιοι από αυτούς ίσως εθελοτυφλούν, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ενώ κάποιοι άλλοι ίσως πένονται κριτικής σκέψης. Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να υπενθυμίσουμε σε αυτούς τους συμπολίτες μας όπως η φιλανθρωπία έτσι και η ΕΚΕ, δεν επιλύουν τα προβλήματα της φτώχειας και του περιβάλλοντος. Χρησιμοποιούνται συνήθως για να θολώνουν και να αποπροσανατολίζουν την κοινή γνώμη. Παράλληλα, σημαντικό είναι να τονιστεί πως στην οικονομία το πλεόνασμα του ενός είναι έλλειμμα κάποιου άλλου. Αν αυτοί οι όμιλοι ήθελαν να παραγάγουν κοινωνικό έργο θα μείωναν τα πλεονάσματά τους μειώνοντας την παραγωγή (περιβάλλον), θα σταματούσαν να αναζητούν τη φθηνότερη εργασία αυξάνοντας τους μισθούς και θα διένεμαν μέρος των κερδών τους σε αυτούς που τα παρήγαγαν δηλαδή τους εργαζομένους. Εφόσον τα παραπάνω δεν συμβαίνουν, οφείλουμε ως πολίτες και ως καταναλωτές να αντιμετωπίζουμε κριτικά τις εταιρικές πρακτικές διότι η αμφισβήτηση είναι αναπόσπαστο κομμάτι μιας ευημερεύουσας κοινωνίας.


* Ο Κωνσταντίνος Δημητρίου είναι φοιτητής του τμήματος λογιστικής και χρηματοοικονομικής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Ενδιαφέροντά του αποτελούν τα δημόσια οικονομικά, η χρηματοοικονομική και οι νομισματικές θεωρίες