ΜΕΡΟΣ Ι: ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΥ κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΡΑΠΑΝΟΥ

 

Ομιλία υποδοχής
«Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ»
ΜΕΡΟΣ Ι

Κυρίες και κύριοι Ακαδημαϊκοί,

 

Με τα αισθήματα έντονης συγκίνησης που με διακατέχουν επιθυμώ να ευχαριστήσω θερμά τα μέλη της Ακαδημίας για τη μεγάλη τιμή που μου έκαναν να με εντάξουν, ως Τακτικό Μέλος, στις τάξεις της. Ευχαριστώ τον κ. Πρόεδρο για την θερμή του προσφώνηση και τον κ. Παπαδήμο για τη γενναιόδωρη παρουσίαση του έργου μου. Έχω επίγνωση της ευθύνης που αναλαμβάνω, ιδίως όταν προκάτοχοι μου στο γνωστικό πεδίο της δημοσιονομικής θεωρίας και πολιτικής ήταν σπουδαίες προσωπικότητες, όπως ο Μιχαήλ Ανδρεάδης και ο Άγγελος Αγγελόπουλος.

Την ώρα αυτή αναλογίζομαι το πόσα πολλά οφείλω σε πάρα πολλούς ανθρώπους, που με βοήθησαν καταλυτικά στον περιπετειώδη βίο μου. Είναι δύσκολο να αναφερθώ σε όλους, αλλά θα μου επιτρέψετε να κάνω κάποιες εξαιρέσεις. Νιώθω την ανάγκη να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στους γονείς μου, που μέσα σε αντίξοες συνθήκες φτώχειας και στέρησης, μου έδωσαν τη δυνατότητα να τελειώσω το Γυμνάσιο και Λύκειο της Κω και να συνεχίσω την Πανεπιστημιακή μου εκπαίδευση. Πέρα όμως από την υλική στήριξη, τους ευγνωμονώ διότι μου δίδαξαν το σεβασμό στους συνανθρώπους μου και την αξία που έχει η σκληρή δουλειά στην επιδίωξη του στόχου για μια καλύτερη ζωή. Με άλλα λόγια μου δίδαξαν ότι η επιτυχία θα έρθει μέσα από αυτό που εύστοχα είπε ο αείμνηστος συνάδελφος Άγγελος Δεληβορριάς, «επιμονή, αντοχή και ρωμαίικο πείσμα». Επιθυμώ επίσης να ευχαριστήσω τα αδέλφια μου, Μαρία και Μιχάλη, που στους δύσκολους καιρούς με στήριξαν με κάθε τρόπο και το ότι μπόρεσα να σταθώ όρθιος το οφείλω σε αυτούς. Ακόμη, ευχαριστώ το Θεό που μου έδωσε ως σύντροφο της ζωής μου τη Σοφία, η οποία τα τελευταία τριανταπέντε χρόνια με στηρίζει αδιάλειπτα, μαζί με τα παιδιά μας το Θοδωρή και το Γρηγόρη, αλλά και τη μητέρα της τη Φρόσω. Τέλος, θα ήταν παράλειψη μου να μην ευχαριστήσω τους πολλούς συντρόφους μου στις φυλακές της δικτατορίας, οι οποίοι στήριξαν, εμένα το νεαρό φοιτητή, με κάθε τρόπο και με βοήθησαν όχι μόνο να αντιμετωπίσω τις δυσκολίες της φυλάκισης, αλλά και να στηρίξω σε γερά θεμέλια τη σταδιοδρομία μου.

Στη δύσκολη εκείνη περίοδο είχα την τύχη να γνωρίσω τον αείμνηστο καθηγητή Σάκη Καράγιωργα, γνωριμία που, πέρα από τα άλλα οφέλη, άλλαξε την επαγγελματική μου πορεία. Μέσα από τις πολλές συζητήσεις που είχαμε με έπεισε να αλλάξω κατεύθυνση σπουδών και αντί να συνεχίσω στη Διοίκηση Επιχειρήσεων να στραφώ στη Δημόσια Οικονομική. Ο καλύτερος τρόπος μου είπε να κατανοήσεις το πώς λειτουργεί και αναπτύσσεται μια οικονομία είναι να μελετήσεις τον τρόπο που λειτουργεί ο κρατικός της μηχανισμός. Έτσι, ξεκίνησα τη μεγάλη πορεία των ακαδημαϊκών μου αναζητήσεων. Οι πρώτες εργασίες μου ήταν στο χώρο της φορολογίας και ιδιαίτερα στο πεδίο των περιβαλλοντικών φόρων και τις επιδράσεις που μπορεί να έχουν στην οικονομική δραστηριότητα και τη διανομή του εισοδήματος. Αργότερα, όταν άρχισα να ασχολούμαι με τα γενικότερα προβλήματα της δημοσιονομικής πολιτικής, διαπίστωσα ότι πολλές πολιτικές, που σε άλλες χώρες είχαν αποδώσει θετικά αποτελέσματα, στην Ελλάδα δεν τελεσφορούσαν. Από το σημείο αυτό ξεκίνησε το ενδιαφέρον μου για συγκριτική ανάλυση, με άλλες χώρες, των αιτίων που κάποιες πολιτικές αποδίδουν σε μια χώρα και δεν αποδίδουν σε άλλη. Το θέμα αυτό έγινε ιδιαίτερα επίκαιρο στη χώρα μας την περίοδο της πρόσφατης οικονομικής κρίσης. Πώς μπορεί να εξηγήσει κανείς το γεγονός ότι και άλλες χώρες, όπως η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Κύπρος και η Ισπανία, μπόρεσαν αν ξεπεράσουν την οικονομική κρίση πολύ πιο γρήγορα από την Ελλάδα; Πώς εξηγείται το ότι η Ελλάδα ακόμη και μετά την έξοδο από το τρίτο μνημόνιο δεν έχει ανακτήσει την εμπιστοσύνη των διεθνών χρηματαγορών και των επενδυτών γενικότερα;

 

1. Θεσμοί και οικονομικές επιδόσεις

Έχουν γραφτεί πολλά για την οικονομική κρίση στη χώρα μας, για τα λάθη των ελληνικών κυβερνήσεων και των δανειστών μας και θα ήταν ματαιοπονία να αναφερθώ σε αυτές. Μια διάσταση όμως που δεν έχει διερευνηθεί συστηματικά, κατά τη γνώμη μου, και την οποία θα επιχειρήσω να προσεγγίσω στην ομιλία μου σήμερα, αφορά το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ασκείται η οικονομική και ιδιαίτερα η δημοσιονομική πολιτική. Παρά την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωζώνη και τους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το θεσμικό πλαίσιο της χώρας μας δεν μπόρεσε να εκσυγχρονιστεί για να αντιμετωπίσει της προκλήσεις που δημιούργησε η ένταξη μας στην Ευρωζώνη και γενικότερα η παγκοσμιοποίηση. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που αναφέρει ο G. Kopits (2016), στην έκθεση του για τη δημοσιονομική πολιτική στις χώρες που δέχτηκαν προγράμματα στήριξης λόγω της κρίσης, και την οποία συνέταξε στα πλαίσια του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου:

“Αν και είχε καταταγεί στις ανεπτυγμένες χώρες, λόγω της ένταξης της στην Ευρωζώνη, από κάθε άποψη η θεσμική ικανότητα της Ελλάδας, στη δικαιοσύνη, στη φορολογική διοίκηση, στον έλεγχο των δαπανών και στις στατιστικές υπηρεσίες ήταν σε επίπεδο κατώτερο πρακτικά από κάθε άλλη Ευρωπαϊκή οικονομία.”

Η παρατήρηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή άπτεται μιας ερμηνείας που έχει αποκτήσει πολλούς οπαδούς τα τελευταία χρόνια και η οποία υποστηρίζει το σημαντικό ρόλο που παίζουν οι θεσμοί διακυβέρνησης στις επιδόσεις μιας οικονομίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι οικονομικές πολιτικές έχουν τη σημασία τους. Πολλές όμως εμπειρικές εργασίες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η μακροχρόνια μεγέθυνση και ευημερία μιας χώρας συνδέεται στενά με την ποιότητα των θεσμών της.

Είναι πλέον γενικότερα αποδεκτό ότι η ποιότητα διακυβέρνησης μιας χώρας είναι αντανάκλαση της ποιότητας των θεσμών της. Υγιείς μπορούν να χαρακτηριστούν οι θεσμοί που είναι ανοικτοί, αποτελεσματικοί, λογοδοτούν και με τον τρόπο αυτό συμβάλλουν στο να γίνει και ο δημόσιος τομέας πιο αποδοτικός και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των πολιτών. Με το να διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα οργανώνουν τις οικονομικές τους συναλλαγές και τις κοινωνικές τους σχέσεις, οι θεσμοί αποτελούν βασικό πυλώνα λειτουργίας των σύγχρονων κοινωνιών. Όπως τονίζεται στις εκθέσεις του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ για την ανταγωνιστικότητα, οι διαφορές στους θεσμούς μεταξύ χωρών εξηγούν τις διαφορές στην τεχνολογική πρόοδο, στο φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο, στο επίπεδο εισοδήματος και ευημερίας.

Για τον όρο διακυβέρνηση υπάρχουν πολλοί ορισμοί. Σύμφωνα μια πρόσφατη έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας η διακυβέρνηση μπορεί να οριστεί ως εξής:

“Διακυβέρνηση είναι η διαδικασία μέσα από την οποία κρατικοί και μη κρατικοί φορείς αλληλεπιδρούν για να σχεδιάσουν και εφαρμόσουν πολιτικές μέσα σ’ ένα πλαίσιο τυπικών και άτυπων κανόνων που διαμορφώνουν και διαμορφώνονται από την εξουσία”.
(World Development Report 2017, p. 41)

Το ρόλο των θεσμών στην κοινωνία και την οικονομία ανέδειξε εδώ και αρκετά χρόνια ο Douglas North σε μια σειρά από εργασίες του. Για τον North (1991):

“Θεσμοί είναι οι ανθρωπίνως επινοηθέντες περιορισμοί που διαμορφώνουν πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Αποτελούνται από άτυπους περιορισμούς (κυρώσεις, ταμπού, παραδόσεις, κώδικες συμπεριφοράς) και τυπικούς κανόνες (συντάγματα, νόμους, δικαιώματα ιδιοκτησίας).”

Με πιο απλά λόγια θεσμοί είναι οι κανόνες του παιχνιδιού στο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό πεδίο. Πέρα όμως από τη θετική επίδραση που έχει η καλή διακυβέρνηση στην οικονομική ανάπτυξη και ευημερία μιας χώρας, πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι οι χώρες με καλή ποιότητα διακυβέρνησης μπόρεσαν και ξεπέρασαν πιο γρήγορα την πρόσφατη οικονομική κρίση.4 Τη θετική επίδραση της καλής διακυβέρνησης στο ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης επιβεβαιώνει και η εργασία των Bluhm, et. al. (2016) που διαπίστωσαν ότι οι ισχυροί πολιτικοί θεσμοί, όπως η επιβολή περιορισμών στην εκτελεστική εξουσία, συντομεύουν την περίοδο της ύφεσης. Επίσης οι Rapanos and Kaplanoglou (2014), συγκρίνοντας το θεσμικό πλαίσιο της Ελλάδας και Κύπρου, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, λόγω καλύτερου θεσμικού πλαισίου, η Κύπρος θα εξερχόταν από το πρόγραμμα της τρόικας νωρίτερα από την Ελλάδα, εκτίμηση που επιβεβαιώθηκε από το αποτέλεσμα.

Αν και για τη διασύνδεση θεσμών και οικονομικής ανάπτυξης και ευημερίας έχουν γίνει πολλές εμπειρικές εργασίες, πολύ λιγότερη έμφαση έχει δοθεί από τους οικονομολόγους στην επίδραση που έχει η καλή διακυβέρνηση και το θεσμικό πλαίσιο στις δημοσιονομικές επιδόσεις μιας χώρας. Για την Ελλάδα το θέμα έχει ενδιαφέρον αφού η κρίση προήλθε κυρίως από το μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα σε συνδυασμό με το μεγάλο δημόσιο χρέος. Η συσσώρευση μεγάλου δημόσιου χρέους είναι απόδειξη ότι η χώρα δεν είχε δεσμευτικούς κανόνες και θεσμικούς περιορισμούς, που θα εμπόδιζαν τη δημιουργία ελλειμμάτων για πολλά χρόνια και άρα την άνοδο του δημόσιου χρέους. Στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης που υπήχθησαν σε προγράμματα στήριξης, η αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και η εκτίναξη του δημόσιου χρέους προήλθε από την ανάγκη διάσωσης του τραπεζικού τομέα, που κατέρρευσε λόγω της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης. Η χαμηλή ποιότητα των θεσμών όμως μπορεί να επηρέασε και την αποτυχία της χώρας μας να βγει από την κρίση όσο γρήγορα βγήκαν άλλες χώρες. Είναι χαρακτηριστική η διαπίστωση του καθηγητή J. Frankel (2011) ότι:

“Δεν αρκεί να εισηγηθεί κανείς καλή δημοσιονομική πολιτική σε μια χώρα –ή το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να δώσει ένα δάνειο υπό τον όρο τήρησης της καλής δημοσιονομικής πολιτικής – αν στη χώρα δεν υπάρχουν η βαθύτερη πολιτική στήριξη και οι θεσμοί για να στηρίξουν τη πολιτική.”

Το ερώτημα που ανακύπτει επομένως είναι ποιοι είναι θεσμοί που θα διασφαλίσουν την επιτυχή υλοποίηση των απαιτούμενων δημόσιων πολιτικών. Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει προσπάθειες από διεθνείς οργανισμούς και μη κυβερνητικούς φορείς να καταρτίσουν δείκτες για να «μετρήσουν» την ποιότητα της διακυβέρνησης και των θεσμών. Τελείως επιλεκτικά και λόγω της μεγάλης τους αποδοχής από ερευνητές και οικονομικούς αναλυτές θα εξετάσουμε δύο κατηγορίες τέτοιων δεικτών.

 

2. Δείκτες διακυβέρνησης και ποιότητας θεσμών

Ένα σύνολο δεικτών που έχει ευρεία αποδοχή από πολλούς ερευνητές είναι εκείνο που δημιούργησαν οι Kaufmann, D., Kraay, A., and Mastruzzi, M, (2011), και είναι γνωστό ως γενικότεροι δείκτες διακυβέρνησης (worldwide governance indicators) και δημοσιεύει σε ετήσια βάση η Παγκόσμια Τράπεζα. Υπάρχουν επίσης οι δείκτες που δημοσιεύει το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (World Economic Forum) στα πλαίσια της ετήσιας έκθεσης του για την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα, καθώς και άλλοι διεθνείς οργανισμοί και μη κυβερνητικοί φορείς. Στην ανάλυση που ακολουθεί θα χρησιμοποιήσουμε τους βασικούς δείκτες που δημοσιεύει η Παγκόσμια Τράπεζα και το World Economic Forum. Ας δούμε την εικόνα που μας δίνει ένας δείκτης, που συντίθεται από τους έξη δείκτες που δημοσιεύει η Παγκόσμια Τράπεζα. Με βάση αυτό τον δείκτη μπορούμε να δούμε πως εξελίχθηκε η ποιότητα διακυβέρνησης στην Ελλάδα και τις άλλες χώρες που υπήχθησαν σε προγράμματα στήριξης. Στο Διάγραμμα 1 απεικονίζεται αυτός ο σύνθετος δείκτης για την περίοδο 1996-2017.

Από το Διάγραμμα 1 είναι σαφές ότι ενώ στις άλλες χώρες που υπήχθησαν σε προγράμματα στήριξης, αλλά και κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωσης (ΕΕ 28), η ποιότητα διακυβέρνησης παρέμεινε σχεδόν σταθερή, από το 2000 και μετά, στην Ελλάδα υπήρξε μια σταθερή επιδείνωση. Ενώ μέχρι το 2004 ο δείκτης διακυβέρνησης στη χώρα μας ήταν κοντά στο μέσο όρο της ΕΕ, από το τότε και μετά παρατηρείται μια συνεχής απόκλιση από το μέσο όρο της ΕΕ, αν και μετά το 2016 παρατηρείται μία μικρή βελτίωση.

 

3. Ποιότητα διακυβέρνησης και θεσμών και επιδόσεις του δημόσιου τομέα

Το θέμα μας είναι η ποιότητα διακυβέρνησης και οι επιδόσεις του δημόσιου τομέα. Πριν προχωρήσουμε στη διερεύνηση της επίδρασης των θεσμών στις επιδόσεις του δημόσιου τομέα, αξίζει να δούμε πως εξελίχθηκε η επίδοση του δημόσιου τομέα στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια. Με βάση το σχετικό δείκτη που δημοσιεύει Παγκόσμιο Οικονομικού Φόρουμ (WEF) και για τις χώρες που υπήχθησαν σε προγράμματα στήριξης στην πρόσφατη οικονομική κρίση, έχουμε την εικόνα στο Διάγραμμα 2.

Η Ελλάδα υστερούσε σε σχέση με τις άλλες χώρες και το μέσο όρο της ΕΕ και πριν από την κρίση, αλλά ο δείκτης επιδεινώθηκε πολύ σε όλη την περίοδο μέχρι το 2013 και μετά από μια μικρή ανάκαμψη το 2013 παρέμεινε σε χαμηλό επίπεδο. Από τις άλλες χώρες ενδιαφέρον παρουσιάζει η πορεία της Ιρλανδίας στην οποία αμέσως μετά την κρίση έχουμε μια αξιοσημείωτη βελτίωση της επίδοσης του δημοσίου τομέα, γεγονός που συνετέλεσε και στην ταχεία έξοδο της χώρας από τα προγράμματα στήριξης. Στην Κύπρο υπήρξε μικρή χειροτέρευση ήδη πριν από την κρίση, αλλά μετά το 2015 υπήρξε βελτίωση. Τέλος, για την Πορτογαλία υπήρξε μια σημαντική επιδείνωση με την έναρξη της διεθνούς κρίσης, αλλά μετά την υπαγωγή της σε πρόγραμμα παρατηρείται μια αξιόλογη βελτίωση αν και συνεχίζει να υπολείπεται σημαντικά του μέσου όρου της ΕΕ.

Ένα πρώτο ερώτημα που μπορεί να τεθεί είναι αν η χαμηλή επίδοση του δημόσιου τομέα επηρεάζει την οικονομική ευημερία μιας χώρας. Μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι αν μια χώρα έχει ένα υγιή και δυναμικό ιδιωτικό τομέα τότε η χαμηλή επίδοση του δημόσιου τομέα δεν επηρεάζει σημαντικά την ανάπτυξη και την ευημερία μιας κοινωνίας. Η διεθνής εμπειρία όμως δεν φαίνεται να επιβεβαιώνει μια τέτοια άποψη.5 Στο Διάγραμμα 3, γίνεται μια προσπάθεια να συσχετιστούν οι επιδόσεις του δημόσιου τομέα με την οικονομική ευημερία μιας χώρας.

Ως δείκτη κοινωνικής ευημερίας πήραμε τον σχετικό δείκτη (prosperity index) που δημοσιεύει το Legatum Institute σε ετήσια βάση, τα τελευταία δέκα χρόνια. O δείκτης αυτός είναι σύνθεση εννέα επί μέρους δεικτών για την οικονομία, το επιχειρηματικό περιβάλλον, την εκπαίδευση, την υγεία, την ασφάλεια, το περιβάλλον, κ.α. Για τις επιδόσεις του δημόσιου τομέα χρησιμοποιήσαμε το σχετικό δείκτη του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF). Το δείγμα μας περιορίζεται στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αναφέρεται στην περίοδο 2007-2015.
Από το Διάγραμμα 3 είναι σαφές ότι η διασύνδεση ευημερίας και κρατικής επίδοσης είναι πολύ στενή. Είναι αλήθεια ότι δεν εξετάζουμε την αιτιότητα, δηλαδή το ποιο προκαλεί τι, μπορούμε όμως να υποθέσουμε, με βάση άλλες εμπειρικές εργασίες ότι ο αποδοτικός δημόσιος τομέας, με το να προσφέρει υψηλής ποιότητας παιδεία, υγεία, καλύτερο φυσικό περιβάλλον, κ.α., συμβάλλει σημαντικά στην ευημερία μιας κοινωνίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι χώρες με αποδοτικό δημόσιο τομέα, όπως οι χώρες της βόρειας Ευρώπης έχουν και υψηλό δείκτη ευημερίας. Η Ελλάδα είναι στις χώρες με χαμηλές επιδόσεις και κάτω από χώρες όπως οι Σλοβακία, Πολωνία, Ουγγαρία, κ.α.

Το ερώτημα που ανακύπτει είναι αν η επίδοση του δημόσιου τομέα συνδέεται με την ποιότητα της διακυβέρνησης γενικότερα και των θεσμών. Στο Διάγραμμα 4, απεικονίζεται η συσχέτιση μεταξύ των δύο δεικτών. Η σχέση είναι πολύ στενή και επιβεβαιώνει την άποψη ότι η ποιότητα διακυβέρνησης επηρεάζει σημαντικά την επίδοση του δημόσιου τομέα, αν και η αιτιότητα μπορεί να είναι και προς τις δύο κατευθύνσεις. Η θέση της Ελλάδας είναι πολύ χαμηλή και καλύτερη μόνο από εκείνη πρώην κομμουνιστικών χωρών, όπως η Κροατία, Βουλγαρία και Ρουμανία. Είναι ίσως άξιο επισήμανσης ότι μερικές χώρες με τις καλύτερες επιδόσεις, όπως η Φινλανδία, η Σουηδία, η Δανία και η Ολλανδία είναι και χώρες που έχουν μεγάλο δημόσιο τομέα, πράγμα που σημαίνει ότι το μεγάλο μέγεθος του δημόσιου τομέα δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά και χαμηλή αποδοτικότητα.

Από την πιο πάνω συνοπτική παρουσίαση διαπιστώνεται ότι η ποιότητα των θεσμών επηρεάζει σημαντικά τις επιδόσεις του δημόσιου τομέα και φυσικά την ευημερία μιας κοινωνίας. Πέρα όμως από τους τυπικούς θεσμούς, όπως π.χ. δικαστήρια, πολιτικά κόμματα, δημόσια διοίκηση, κ.α., υπάρχουν και άτυποι κανόνες και θεσμοί που παίζουν σημαντικό ρόλο στην ευημερία μιας κοινωνίας. Ας δούμε κάποιους από αυτούς τους κανόνες και θεσμούς.

 

4.    Άτυποι θεσμοί, εμπιστοσύνη και επιδόσεις του δημόσιου τομέα

Μερικοί άτυποι κανόνες που φαίνεται να έχουν σημαντική επίδραση στην εύρυθμη λειτουργία μιας κοινωνίας έχουν σχέση με την κοινωνική εμπιστοσύνη (social trust), τις πολιτισμικές ή και θρησκευτικές παραδόσεις και κοινωνικές πρακτικές που επικρατούν στις διάφορες χώρες.

Μια κλασική αναφορά είναι εκείνη του Kenneth Arrow (1972), που έχει ως εξής:

“Όλες σχεδόν οι εμπορικές δραστηριότητες εμπεριέχουν ένα στοιχείο εμπιστοσύνης … Μπορεί εύλογα να ισχυριστεί κανείς ότι ένα μεγάλο ποσοστό της οικονομικής οπισθοδρόμησης στον κόσμο μπορεί να εξηγηθεί από την έλλειψη αμοιβαιότητας σε εμπιστοσύνη.”

Είναι πλέον γενικότερα αποδεκτό ότι η εμπιστοσύνη στους θεσμούς μπορεί να βοηθήσει τις κυβερνήσεις να προωθήσουν διαρθρωτικές αλλαγές αφού σε ένα περιβάλλον αμοιβαίας εμπιστοσύνης μπορούν να δημιουργηθούν ευρύτερες συναινέσεις μεταξύ πολιτικών φορέων και πολιτών. Η ποσοτική ή αριθμητική αποτύπωση των άτυπων θεσμών δεν είναι εύκολη υπόθεση. Σε ό,τι αφορά όμως την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς, αλλά και των πολιτών μεταξύ τους έχουν γίνει αρκετές έρευνες τα τελευταία χρόνια που εξετάζουν αυτά τα θέματα. Υπάρχουν πλέον πολλά στατιστικά δεδομένα και σε μακροχρόνιες σειρές που αποτυπώνουν τη γνώμη πολιτών και επιχειρήσεων σε αυτό το θέμα. Το θέμα της εμπιστοσύνης μπορεί να χωριστεί σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη αφορά τη διαπροσωπική εμπιστοσύνη, δηλαδή την εμπιστοσύνη μεταξύ προσώπων και η δεύτερη κατηγορία αναφέρεται στην εμπιστοσύνη της κοινωνίας σε φορείς, επιχειρήσεις, νόμους και κανόνες και μηχανισμούς εφαρμογής τους. 7 Ας δούμε πρώτα το θέμα της εμπιστοσύνης σε δημόσιους θεσμούς και κυρίως της εμπιστοσύνης σε πολιτικούς θεσμούς, όπως είναι η κυβέρνηση, το κοινοβούλιο, τα πολιτικά κόμματα, που αποτελούν βασικούς πυλώνες λειτουργίας των σύγχρονων δημοκρατιών.

 

4.1 Εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση

Χωρίς εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση και τους άλλους κοινοβουλευτικούς θεσμούς είναι δύσκολο να υλοποιηθούν πολιτικές που έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομική ανάπτυξη και τη μακροχρόνια ευημερία μιας κοινωνίας. Η μείωση της εμπιστοσύνης μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη συμμόρφωση των πολιτών και επιχειρήσεων στη νομοθεσία και τους κανόνες και γενικότερα στις υποχρεώσεις τους. Πέρα όμως από τις επιπτώσεις στην οικονομία, η εμπιστοσύνη είναι και πυλώνας νομιμοποίησης και διατήρησης του πολιτικού συστήματος. Όπως τονίζει σχετική έκθεση του ΟΟΣΑ για το θέμα (OECD 2013):

“Η εμπιστοσύνη είναι βασικό στοιχείο κοινωνικής συνοχής και ευμάρειας, καθώς επηρεάζει την ικανότητα της κυβέρνησης να κυβερνά και της δίνει τη δυνατότητα να δρα χωρίς να καταφεύγει στην καταπίεση. Κατά συνέπια είναι ένα αποτελεσματικό μέσο για να μειώνει το κόστος συναλλαγών σε όλες τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές σχέσεις.”

Η εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση φαίνεται να παίζει ιδιαίτερο ρόλο σε περιόδους κρίσεων, οικονομικών ή άλλης μορφής, αφού χωρίς εμπιστοσύνη δύσκολα η κυβέρνηση θα μπορέσει να πάρει τις κρίσιμες αποφάσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης ή άλλων έκτακτων καταστάσεων. Ταυτόχρονα θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η εμπιστοσύνη πρέπει να έχει και την αντίστροφη κατεύθυνση, δηλαδή από την κυβέρνηση προς τους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Όπως τονίζει ο Bouckaert (2012), η εμπιστοσύνη της κυβέρνησης προς τους πολίτες και τις επιχειρήσεις και οργανισμούς, αλλά και μεταξύ των μελών της ίδιας της κυβέρνησης μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τόσο τη διαμόρφωση της δημόσιας πολιτικής όσο και την υλοποίηση της.

Με βάση στοιχεία που δημοσιεύει δύο φορές το χρόνο το Ευρωβαρόμετρο έχουμε στο Διάγραμμα 5 μια εικόνα για την εξέλιξη του δείκτη εμπιστοσύνης των πολιτών στην κυβέρνηση.

Είναι φανερό ότι ο μέσος όρος εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση στις χώρες της ΕΕ μειώθηκε ελαφρά την περίοδο της κρίσης, αλλά το 2017 έχει επανέλθει στα προ της κρίσης επίπεδα. Για την Πορτογαλία και την Ιρλανδία η εμπιστοσύνη το 2017 είναι σε επίπεδα υψηλότερα εκείνων πριν από την κρίση. Για την Κύπρο η πτώση ήταν η πλέον δραματική, σε σύγκριση με τις άλλες χώρες, αλλά και εκεί παρατηρείται σημαντική βελτίωση τα τελευταία χρόνια. Στην Ελλάδα, ο δείκτης εμπιστοσύνης το 2004 ήταν πάνω από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά το 2007 και μετά παρουσιάζει μια σημαντική πτώση. Το 2015 παρατηρήθηκε μια μικρή ανάκαμψη, αλλά μετά μειώθηκε ξανά και το 2017 είναι και πάλι χαμηλά και μάλιστα το επίπεδο του δείκτη είναι το μικρότερο σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρόμοια είναι και η εικόνα για άλλους δείκτες, όπως η εμπιστοσύνη στο Κοινοβούλιο και τα πολιτικά κόμματα.

Μετά την πιο πάνω συνοπτική αναφορά στην εξέλιξη της εμπιστοσύνης των πολιτών σε μερικούς βασικούς θεσμούς επανερχόμαστε στο βασικό μας θέμα που είναι η επίδραση τους στις επιδόσεις του δημόσιου τομέα. Με βάση τα στοιχεία που έχουμε, για την περίοδο 2007-2017, η συσχέτιση μεταξύ εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση και επίδοσης του δημόσιου τομέα απεικονίζονται στο Διάγραμμα 6.

Όπως φαίνεται η συσχέτιση των δύο δεικτών είναι στενή αν και από την απεικόνιση στο διάγραμμα δεν μπορεί να συναχθεί η αιτιότητα. Το βέβαιο είναι ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών στην κυβέρνηση βελτιώνει τις επιδόσεις του δημόσιου τομέα, αλλά θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι και οι καλές επιδόσεις του δημόσιου τομέα ενισχύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στην κυβέρνηση. Στην  επισκόπηση  των         Algan and Cahuc (2014), παρουσιάζονται εμπειρικές εργασίες που διαπιστώνουν ότι υπάρχει στενή συσχέτιση μεταξύ εμπιστοσύνης και ποιότητας του νομικού συστήματος και παρόμοια συσχέτιση μεταξύ εμπιστοσύνης και ποιότητας διακυβέρνησης και η κατεύθυνση είναι και προς τις δύο κατευθύνσεις. Ανεξάρτητα από το βαθμό αιτιότητας από τη μια προς την άλλη κατεύθυνση είναι πλέον αναμφισβήτητο ότι η εμπιστοσύνη φορέων και πολιτών προς την κυβέρνηση και γενικότερα τους πολιτικούς και άλλους θεσμούς είναι καθοριστικός παράγοντας ανάπτυξης και ευημερίας.

Πέρα όμως από την εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση και τους θεσμούς σημαντικό ρόλο παίζουν και οι σχέσεις μεταξύ των πολιτών, οι κοινωνικές και πολιτικές τους διασυνδέσεις, οι πεποιθήσεις τους για την κοινωνική αλληλεγγύη, κ.α., χαρακτηριστικά που έχει επικρατήσει να αποκαλούνται κοινωνικό κεφάλαιο.

 

4.2 Κοινωνικό κεφάλαιο

Είναι πλέον κοινά αποδεκτό ότι οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και οι άτυποι κοινωνικοί κανόνες συμπεριφοράς παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση ατομικών και ευρύτερων ομαδικών συμπεριφορών. Η κοινωνική δικτύωση και η κοινωνική συνοχή μιας κοινότητας έχουν άμεση επίπτωση στην ευημερία μιας χώρας. Οι κοινωνίες με χαμηλό δείκτη εμπιστοσύνης έχουν συνήθως χαμηλά επίπεδα κοινωνικής ευημερίας και αντίστροφα. Η αντίληψη που διαμορφώνεται για την αξιοπιστία των συμπολιτών μας σίγουρα επηρεάζεται και από το πώς οι πολίτες αντιλαμβάνονται την ικανότητα και την αντικειμενικότητα των δημόσιων φορέων της χώρας τους στην παροχή αγαθών και υπηρεσιών. Αυτά τα αγαθά και οι υπηρεσίες πρέπει να χρηματοδοτηθούν μέσα από τη γενική φορολογία. Αν μεγάλο τμήμα του πληθυσμού δεν εμπιστεύεται τη φορολογική νομοθεσία και διοίκηση και τη θεωρεί μεροληπτική και διεφθαρμένη και δεν πιστεύει ότι οι άλλοι πολίτες θα είναι συνεπείς στις φορολογικές τους υποχρεώσεις, και/ή ότι θα καταχραστούν τις παροχές του κράτους, τότε είναι πιθανό και οι ίδιοι να προσπαθήσουν να αποφύγουν την εκπλήρωση των φορολογικών τους υποχρεώσεων. Όπως τονίζει ο Rothstein (2005):

“ Αν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η φοροδιαφυγή, η διαφθορά και η κατάχρηση του κράτους πρόνοιας είναι ευρέως διαδεδομένες, τότε είναι πολύ πιθανό και οι ίδιοι να οδηγηθούν σε φοροδιαφυγή, να δωροδοκηθούν ή να καταχραστούν τους φορείς του κράτους πρόνοιας”.

Πρωτοπόρες στο θέμα είναι οι εργασίες, κυρίως πολιτικών επιστημόνων, όπως του Putnam (1993, 2000), αλλά και οικονομολόγων που έδειξαν τη στενή διασύνδεση μεταξύ δεικτών κοινωνικού κεφαλαίου και οικονομικής ανάπτυξης.10 Ο τρόπος με τον οποίο το κοινωνικό κεφάλαιο συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη μπορεί να πάρει διάφορες μορφές. Όπως έχουν δείξει οι Bjørnskov and Méon (2015), η κοινωνική εμπιστοσύνη επιδρά στις οικονομικές επιδόσεις και την παραγωγικότητα μιας οικονομίας κυρίως εμμέσως, μέσα από τη βελτιωμένη διακυβέρνηση στους τομείς απονομής δικαιοσύνης και ρυθμιστικών παρεμβάσεων.

Τη σημασία του κοινωνικού κεφαλαίου έχει αναγνωρίσει η Παγκόσμια Τράπεζα (World Bank, 2011) και έχει εντάξει στις μελέτες της, εδώ και χρόνια, τη μέτρηση του «πραγματικού πλούτου» των εθνών, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο παραδοσιακούς πόρους, όπως το φυσικό κεφάλαιο, αλλά και άδηλους πόρους, όπως το ανθρώπινο και το κοινωνικό κεφάλαιο. Κάποιες εκτιμήσεις δείχνουν ότι το άδηλο αυτό κεφάλαιο μπορεί να είναι μεταξύ του 60% και του 80% του συνολικού πλούτου στις ανεπτυγμένες χώρες. Πρόσφατη απόπειρα μέτρησης του κοινωνικού κεφαλαίου από τους Hamilton, et. al. (2016), εκτιμά ότι υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ χωρών και γεωγραφικών περιοχών στο δείκτη κοινωνικής εμπιστοσύνης, που κυμαίνεται από το 12% στο συνολικό πλούτο, στη Λατινική Αμερική στο 28% στις χώρες του ΟΟΣΑ.

Η μέτρηση του κοινωνικού κεφαλαίου έχει αντιμετωπιστεί με διάφορους τρόπου από τους ερευνητές και έχουν χρησιμοποιηθεί διάφοροι δείκτες και μέθοδοι μέτρησης των σχετικών δεικτών. Στην ανάλυση μας θα χρησιμοποιήσουμε τον δείκτη για το κοινωνικό κεφάλαιο που δημοσιεύει εδώ και δέκα χρόνια το Legatum Institute, στην ετήσια έκθεση του για κοινωνική ευημερία (The Legatum Prosperity Index). Ο δείκτης ευημερίας συντίθεται από μια σειρά άλλων δεικτών, ανάμεσα τους και ο δείκτης για κοινωνικό κεφάλαιο. Σύμφωνα με τον ορισμό του Legatum Institute, ο δείκτης για το κοινωνικό κεφάλαιο μετρά το πόσο ισχυροί είναι οι δεσμοί μεταξύ προσώπων, το βαθμό κοινωνικής δικτύωσης, τους άτυπους κοινωνικούς κανόνες και την κοινωνική συμμετοχή των πολιτών. Μεταξύ άλλων περιλαμβάνει παράγοντες όπως ο εθελοντισμός, η βοήθεια στους ξένους, οι χορηγίες σε φιλανθρωπικά ιδρύματα, το να θεωρούν οι πολίτες ότι μπορούν να εμπιστεύονται συμπολίτες τους, τη συμμετοχή τους στα κοινά, κ.α.

Ο δείκτης είναι διαθέσιμος για όλες τις χώρες τις Ευρωπαϊκής Ένωσης και για τα δέκα τελευταία χρόνια και απεικονίζεται στο Διάγραμμα 7.

Είναι φανερό ότι ο δείκτης για την Ελλάδα είναι πολύ χαμηλός και επιδεινώθηκε τα πρώτα χρόνια της κρίσης. Παρατηρείται επίσης ότι σε όλη την περίοδο της κρίσης ο δείκτης για το μέσο όρο όλων των χωρών της ΕΕ παρέμεινε σταθερός, ενώ για τις χώρες που υπήχθησαν σε πρόγραμμα στήριξης υπήρξε μια βελτίωση, με εξαίρεση την Ιρλανδία, όπου υπήρξε μια μικρή επιδείνωση. Στην Ιρλανδία όμως ο δείκτης ήταν αρκετά υψηλός πριν την κρίση και παραμένει υψηλότερος από το μέσο όρο της ΕΕ. Στην Ελλάδα ο δείκτης παραμένει αρκετά κάτω από το μέσο Ευρωπαϊκό όρο, παρά τη βελτίωση παρατηρείται μετά το 2012. Το ερώτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσο η ποιότητα του κοινωνικού κεφαλαίου επηρεάζει την επίδοση του δημόσιου τομέα. Με βάση τα στοιχεία που παραθέσαμε και το δείκτη επίδοσης του δημόσιου τομέα που χρησιμοποιήσαμε στην προηγηθείσα ανάλυση έχουμε τη συσχέτιση που απεικονίζεται στο Διάγραμμα 8.

Είναι φανερό ότι η συσχέτιση μεταξύ κοινωνικού κεφαλαίου και επίδοσης του δημόσιου τομέα είναι στενή για τις περισσότερες χώρες της ΕΕ, με εξαίρεση την Εσθονία και τη Λιθουανία, χώρες με καλές επιδόσεις στο δημόσιο τομέα, αλλά σχετικά χαμηλό δείκτη κοινωνικού κεφαλαίου. Η Ιταλία η έχει χαμηλή επίδοση στο δημόσιο τομέα αλλά στο κοινωνικό κεφάλαιο έχει επίδοση κοντά στο μέσο όρο της ΕΕ. Aν και δεν υπάρχουν πολλές εμπειρικές μελέτες που να εξετάζουν τnν επίδραση του κοινωνικού κεφαλαίου στην επίδοση του δημόσιου τομέα, μια πρόσφατη εργασία που εξετάζει τη σχέση μεταξύ κοινωνικού κεφαλαίου και καλής διακυβέρνησης (Doh 2014) διαπιστώνει ότι χώρες με υψηλά επίπεδα κοινωνικού κεφαλαίου και οικονομικής ανάπτυξης έχουν καλύτερη ποιότητα διακυβέρνησης.

Με βάση αυτά τα ευρήματα και την εδραιωμένη πλέον πεποίθηση ότι το κοινωνικό κεφάλαιο είναι παράγοντας προωθητικός της οικονομικής ανάπτυξης, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι τα στοιχεία του Διαγράμματος 8 επιβεβαιώνουν την άποψη ότι το υψηλό επίπεδο κοινωνικού κεφαλαίου επιδρά θετικά στην επίδοση του δημόσιου τομέα, αν και όπως αναφέραμε πρωτύτερα η σχέση αυτή μπορεί να έχει και αντίστροφη αιτιότητα.

 

Bρείτε το ΜΕΡΟΣ ΙΙ εδώ