ΜΕΡΟΣ IΙ: ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΥ κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΡΑΠΑΝΟΥ

 

Ομιλία υποδοχής
«Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ»
ΜΕΡΟΣ ΙI

 

5.    Διακυβέρνηση, θεσμοί και δημοσιονομική πολιτική στην Ελλάδα

Η διαπίστωση ότι η ποιότητα διακυβέρνησης και θεσμών επηρεάζει καταλυτικά τις επιδόσεις του δημόσιου τομέα, θέτει το ερώτημα για το πώς η ποιότητα αυτή επηρεάζει τη δημοσιονομική πολιτική και τη λειτουργία του δημόσιου τομέα στην Ελλάδα. Επειδή οι επιδράσεις των θεσμών στη λειτουργία του δημόσιου τομέα είναι πολλαπλές, στην ανάλυση μας θα εξετάσουμε ορισμένες μόνο διαστάσεις που επηρεάζουν τη δημοσιονομική πολιτική. Ας εξετάσουμε κατ’ αρχήν το πώς μπορεί να συνδέονται τα δημοσιονομικά ισοζύγια με την ποιότητα της διακυβέρνησης και του θεσμικού πλαισίου γενικότερα.

 

5.1. Ποιότητα διακυβέρνησης, θεσμοί και δημοσιονομικό ισοζύγιο

Μια πρώτη εικόνα για τη διασύνδεση ποιότητας θεσμών και την κατάσταση του δημοσιονομικού ισοζυγίου μιας χώρας μας δίνεται στο Διάγραμμα 9, όπου απεικονίζονται η ποιότητα δημόσιων θεσμών, με βάση το δείκτη που δημοσιεύει το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (WEF), και το κυκλικά προσαρμοσμένο δημοσιονομικό ισοζύγιο, όπως το δημοσιεύει η Ευρωπαϊκή Στατιστική Αρχή (Eurostat).

Είναι αλήθεια ότι η συσχέτιση για μερικές χώρες είναι αδύναμη, με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα την Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η περίοδος που εξετάζουμε είναι από το 2001 και μετά και οι χώρες αυτές αύξησαν σημαντικά τα ελλείμματα τους για να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης στον τραπεζικό τομέα. Οι πρώην κομμουνιστικές χώρες αύξησαν επίσης τα ελλείμματα τους λόγω της κρίσης, αλλά οι επιπτώσεις ήταν ελέγξιμες λόγω του χαμηλού δημόσιου χρέους που είχαν οι περισσότερες από αυτές. Από την άλλη πλευρά οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης μπόρεσαν να έχουν πλεονάσματα ή μικρά ελλείμματα και αυτό συνδέεται με το γεγονός ότι η κρίση τις επηρέασε λιγότερο, πράγμα που τους έδωσε τη δυνατότητα να συνεχίσουν τη συνετή δημοσιονομική τους πολιτική που οφείλεται εν πολλοίς στην ποιότητα των θεσμών τους.

Η Ελλάδα από την άλλη πλευρά φαίνεται να αποτελεί ακραία περίπτωση, με μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα και χαμηλή ποιότητα δημόσιων θεσμών. Αν και πρώην κομμουνιστικές χώρες είχαν σε όλη την υπό εξέταση περίοδο χαμηλότερη ποιότητα δημόσιων θεσμών, δεν αύξησαν σημαντικά τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα στην προ κρίσης αλλά και στη μετά την κρίση περίοδο. Παρόμοια εικόνα αποκομίζουμε όταν εξετάσουμε τη συσχέτιση δημοσιονομικού ισοζυγίου με το δείκτη ποιότητας διακυβέρνησης της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα την επίδραση της ποιότητας διακυβέρνησης και θεσμών στο δημοσιονομικό ισοζύγιο, ίσως είναι προσφορότερο να εξετάσουμε πιο αναλυτικά ορισμένες διαστάσεις των δημόσιων θεσμών, όπως π.χ. η ποιότητα της δημόσιας διοίκησης, το επίπεδο διαφθοράς, η αποτελεσματικότητα των δημόσιων δαπανών, κ.α. Πριν προχωρήσουμε όμως σε μια τέτοια εξέταση είναι σκόπιμο να δούμε πως άτυποι θεσμοί, όπως π.χ. η εμπιστοσύνη των πολιτών στην κυβέρνηση μπορεί να επηρεάζουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Στο Διάγραμμα 10, απεικονίζεται η συσχέτιση μεταξύ δημοσιονομικού ισοζυγίου και εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση.

Όπως φαίνεται η συσχέτιση είναι αρκετά στενή και αυτή μπορεί να έχει διττή ερμηνεία. Μια ερμηνεία θα μπορούσε να είναι ότι η υψηλή εμπιστοσύνη των πολιτών στην κυβέρνηση της δίνει τη δυνατότητα να ασκεί λελογισμένη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών και να μην δημιουργούνται μεγάλα ελλείμματα. Από την άλλη πλευρά η συσχέτιση αυτή μπορεί να σημαίνει ότι η συνετή και λελογισμένη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών δεν οδηγεί σε ελλείμματα και δημοσιονομικές κρίσεις και επομένως η κυβέρνηση δεν παίρνει μέτρα για περικοπές δαπανών ή αύξηση των φόρων, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης του κοινού. Τελικά φαίνεται ότι η σχέση είναι μάλλον αμφίδρομη όπως έχει δείξει η εμπειρική έρευνα για τα θέματα εμπιστοσύνης και οικονομικής ανάπτυξης, που αναφέραμε πιο πάνω.

Στο σημείο αυτό ίσως αξίζει να τονιστεί ότι η συσχέτιση δημοσιονομικών ελλειμμάτων με την ποιότητα των θεσμών μπορεί να μην είναι στενή δια πολλές χώρες αλλά αυτό οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στο γεγονός ότι στην περίοδο που εξετάζουμε, πολλές χώρες με υψηλή ποιότητα θεσμών οδηγήθηκαν στο να έχουν μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης. Το ερώτημα που ανακύπτει από την προηγηθείσα ανάλυση είναι γιατί το επίπεδο εμπιστοσύνης των πολιτών στην κυβέρνηση και στους πολιτικούς θεσμούς είναι στην Ελλάδα πολύ χαμηλότερο από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών;

 

5.2. Οικονομικά αίτια για τη χαμηλή εμπιστοσύνη στους πολιτικούς θεσμούς

Οι παράγοντες που διαμορφώνουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς έχουν εξεταστεί λεπτομερειακά από πολλούς αναλυτές στα γνωστικά πεδία των πολιτικών και οικονομικών επιστημών, της κοινωνιολογίας, της ψυχολογίας, κ.α. Στο τμήμα αυτό εμείς θα περιοριστούμε στην ανάλυση μερικών βασικών δημοσιονομικών παραγόντων που μπορεί να επηρεάζουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στην κυβέρνηση. Όπως τονίζει ο ΟΟΣΑ:

“Η εμπειρία ων τελευταίων ετών έχει δείξει ότι ο καλός προϋπολογισμός υποστηρίζεται και, με τη σειρά του, υποστηρίζει τους βασικούς πυλώνες της σύγχρονης δημόσιας διακυβέρνησης: τη διαφάνεια, την ακεραιότητα, την πρόσβαση στην πληροφορία, τη συμμετοχή, τη λογοδοσία και μια στρατηγική προσέγγιση στον προγραμματισμό και την και την επίτευξη των εθνικών στόχων. Ο προϋπολογισμός είναι επομένως ένας βασικός θεμέλιος λίθος στην αρχιτεκτονική της εμπιστοσύνης μεταξύ κρατών και των πολιτών τους.”

Η πολιτική του Προϋπολογισμού όμως εκδηλώνεται τόσο με την πολιτική δαπανών όσο και με τη φορολογική πολιτική. Ας δούμε πρώτα την πολιτική δαπανών. Με βάση μια σειρά δείκτες που δημοσιεύει το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ και ο ΟΟΣΑ διαπιστώνεται ότι, για την περίοδο 2007- 2017 που έχουμε στοιχεία, η Ελλάδα είναι ουραγός μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην αποτελεσματική διαχείριση των δημόσιων δαπανών. Την ίδια κατάταξη έχει η χώρα μας σε δείκτες που μετρούν την ικανοποίηση των πολιτών από τις υπηρεσίες που προσφέρει το κράτος στην παιδεία, υγεία και δημόσια τάξη. Η χαμηλή ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών αντανακλάται και στην εμπιστοσύνη που έχουν οι πολίτες στην κυβέρνηση, όπως αποκαλύπτει το Διάγραμμα 11.

Πέρα όμως από τις δαπάνες, σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση παίζουν και τα έσοδα και κυρίως τα έσοδα από τη φορολογία.

 

5.2.2 Κρατικά έσοδα και εμπιστοσύνη στο κράτος

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα 1, στην περίοδο της κρίσης, τα έσοδα από όλες τις κατηγορίες των φόρων αυξήθηκαν, αλλά τα έσοδα από έμμεσους φόρους αυξήθηκαν πολύ περισσότερο από ό,τι αυξήθηκαν στους άμεσους φόρους και τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης. Είναι άξιο σημείωσης ότι αν και υπήρξε μεγάλη μείωση του ΑΕΠ και κατά συνέπεια της απασχόλησης και της κατανάλωσης, σημειώθηκε σημαντική αύξηση των εσόδων σε όλες τις κατηγορίες φόρων. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι ο περιορισμός της φοροδιαφυγής ήταν μάλλον περιορισμένος και τα αυξημένα έσοδα προήλθαν είτε από αυξήσεις των φορολογικών συντελεστών και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης με μείωση αφορολογήτων ποσών ή κατάργηση μειωμένων συντελεστών στην έμμεση φορολογία, είτε από επιβολή νέων φόρων.

Την αύξηση των εσόδων λόγω αύξησης φορολογικών συντελεστών την αναγνωρίζει και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην τελευταία του έκθεση για την Ελλάδα (IMF, 2018), όταν αναφέρει ότι:

“Η Ελλάδα έχει επιτύχει μια εντυπωσιακή δημοσιονομική προσαρμογή, αλλά με σημαντικό κόστος για την οικονομική μεγέθυνση. Για να επιτύχει τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που συμφώνησε με τους Ευρωπαίους εταίρους, η Ελλάδα έχει βασιστεί σε μια μεγάλη συμπίεση των δαπανών για επενδύσεις και δαπανών που είχε διακριτική ευχέρεια και αυξήσεις στους ήδη υψηλούς φορολογικούς συντελεστές.”

Μια πρώτη αίσθηση της αύξησης της φορολογικής επιβάρυνσης μας δίνουν τα στοιχεία του Πίνακα 2, όπου απεικονίζονται οι αλλαγές σε συντελεστές του Φόρου Εισοδήματος Φυσικών Προσώπων (ΦΕΦΠ), στο Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) και στα έσοδα από τον ετήσιο φόρο περιουσίας ως ποσοστό των φορολογικών εσόδων.

Από τα στοιχεία του Πίνακα 2, παρατηρούμε ότι ο ανώτατος οριακός συντελεστής στη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων αυξήθηκε από το 40% το 2009 στο 55% το 2017, συντελεστής που είναι ο τέταρτος υψηλότερος στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά τη Σουηδία, Πορτογαλία και τη Δανία. Παράλληλα όμως την αύξηση του ανώτατου οριακού συντελεστή στο ΦΕΦΠ υπήρξε και σημαντική μείωση του αφορολόγητου ποσού εισοδήματος και περιορίστηκαν ή καταργήθηκαν μια σειρά από απαλλαγές και εκπτώσεις.

Όπως όμως είδαμε και στον πίνακα 1, τα έσοδα από την έμμεση φορολογία αυξήθηκαν σημαντικά και αυτό φαίνεται και από την αύξηση του βασικού συντελεστή του ΦΠΑ από το 19% το 2009 στο 24% το 2016 και είναι από τους υψηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι επίσης γνωστό ότι και στους άλλους έμμεσους φόρους, όπως οι ειδικοί φόροι σε ενέργεια, οινόπνευμα και καπνικά προϊόντα αυξήθηκαν σημαντικά. Τέλος, μια άλλη μορφή φορολογίας που αυξήθηκε σημαντικά στα χρόνια της κρίσης είναι εκείνη της ακίνητης περιουσίας. Με βάση τα στοιχεία της Eurostat τα έσοδα από το φόρο ακίνητης περιουσίας το 2009 ήταν το 3.1% των φορολογικών εσόδων, ενώ το 2016 έφτασαν το 7,1%. Μέσα σε λίγα χρόνια δηλαδή το ποσοστό υπερδιπλασιάστηκε και είναι το τρίτο μεγαλύτερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Από τα πιο πάνω στοιχεία είναι εμφανές ότι το φορολογικό βάρος στην Ελλάδα έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια σημαντικά και η αύξηση αυτή συνέβη σε μια περίοδο που η μέση αμοιβή στον εργαζόμενο μειώθηκε σημαντικά. Ένα χαρακτηριστικό δείγμα της μεγάλης φορολογικής επιβάρυνσης δίνεται από τα στοιχεία του Διαγράμματος 12.

Στο Διάγραμμα απεικονίζονται ο μέσος μισθός στον ιδιωτικό τομέα, σε δολάρια ΗΠΑ και αγοραστικές ισοτιμίες και η φορολογική επιβάρυνση μιας οικογένειας με δύο παιδιά και έναν εργαζόμενο. Στις 21 χώρες του δείγματος μας (χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι και μέλη του ΟΟΣΑ), η Ελλάδα είναι τέταρτη σε φορολογική επιβάρυνση και 16η σε επίπεδο εισοδήματος.

Από την προηγηθείσα παρουσίαση βασικών δεικτών για τη φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα την περίοδο της κρίσης είναι φανερό ότι το φορολογικό βάρος αυξήθηκε σημαντικά και αυτό δεν φαίνεται να συνοδεύεται από καλύτερη ποιότητα δημόσιων υπηρεσιών. Είναι επομένως αναμενόμενο η εμπιστοσύνη των πολιτών προς την κυβέρνηση να είναι χαμηλή και αυτό με τη σειρά του επηρεάζει την προθυμία των πολιτών να συμμορφώνονται στις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Υπάρχει πλέον πλούσια βιβλιογραφία, όχι μόνο οικονομολόγων αλλά πολιτικών και κοινωνικών επιστημόνων που τεκμηριώνουν την άποψη ότι σε χώρες που οι πολίτες εμπιστεύονται την κυβέρνηση, η συμμόρφωση στη φορολογική νομοθεσία είναι αυξημένη και κατά συνέπεια περιορισμένη η φοροδιαφυγή.

 

6. Πώς δημιουργούνται αξιόπιστοι και αποτελεσματικοί θεσμοί;

Από την προηγηθείσα ανάλυση γίνεται φανερό ότι οι χαμηλές δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας μας οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στη χαμηλή ποιότητα των θεσμών της. Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει προσπάθειες για τη βελτίωση του θεσμικού πλαισίου με τη δημιουργία κυρίως ανεξάρτητων αρχών, μερικές από τις οποίες είναι και συνταγματικά κατοχυρωμένες. Παρόμοιες προσπάθειες, σε περιορισμένο βαθμό, έχουν γίνει στο χώρο της δημοσιονομικής πολιτικής, αρχικά με τη δημιουργία του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής και αργότερα με τη δημιουργία του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου. Όμως, το μεν Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής δεν είναι ανεξάρτητο, αλλά απλά μια υπηρεσία που βοηθά τη Βουλή στα θέματα Προϋπολογισμού, το δε Δημοσιονομικό Συμβούλιο είναι ανεξάρτητο, αλλά μέχρι τώρα πολύ μικρή παρουσία έχει στο διάλογο για τα δημόσια οικονομικά.

Ένα πιο επιτυχημένο εγχείρημα στη δημιουργία δημοσιονομικών θεσμών φαίνεται να είναι εκείνο της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ). Παρά τα αρχικά προβλήματα στη λειτουργία της, η ΑΑΔΕ έχει κάνει σταθερά βήματα προόδου και έχει αρχίσει να αποκτά αξιοπιστία στο κοινό. Απέχει όμως πολύ ακόμη από αντίστοιχες υπηρεσίες άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι αδυναμίες όμως του φορολογικού μας συστήματος εξακολουθούν να είναι σημαντικές. Η φορολογική μας νομοθεσία συνεχίζει να είναι πολύπλοκη και ασαφής, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση και να αναγκάζονται οι πολίτες και επιχειρήσεις να καταφεύγουν στα δικαστήρια. Ίσως είναι αναγκαίο να συσταθεί και στη χώρα μας, κατά το πρότυπο άλλων χωρών, μια Διαρκής Επιτροπή Απλοποίησης της φορολογικής νομοθεσίας, που θα έχει την ευθύνη της κωδικοποίησης της και ταυτόχρονα της υποβολής προτάσεων για απλοποίηση της. Ένα άλλο θέμα είναι η εξωδικαστική επίλυση φορολογικών διαφορών. Παρά την ύπαρξη της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ, η επίλυση φορολογικών διαφορών εξακολουθεί να μην είναι αποτελεσματική.

Στον τομέα των δημόσιων δαπανών έχει γίνει σημαντική πρόοδος στην παρακολούθηση και τον έλεγχο των δαπανών της κεντρικής κυβέρνησης. Παραμένουν όμως αρκετά προβλήματα στον ουσιαστικό έλεγχο σε αποκεντρωμένους φορείς, όπως η τοπική αυτοδιοίκηση, τα νοσοκομεία, κ.α. Η προσπάθεια που έχει ξεκινήσει στην κεντρική κυβέρνηση για αξιολόγηση των δαπανών πρέπει να προχωρήσει και να επεκταθεί σε όλη τη γενική κυβέρνηση. Ένας βασικός φορέας ελέγχου είναι αναμφισβήτητα το Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο όμως είναι ουσιαστικά Δικαστήριο που εξετάζει κυρίως τη νομιμότητα των δαπανών. Είναι καιρός να γίνει ουσιαστικό όργανο ελέγχου της ποιότητας και αποδοτικότητας των δαπανών και ίσως ενόψει της συνταγματικής αναθεώρησης θα πρέπει να επανεξεταστεί ο ρόλος του. Στα πλαίσια της αναμόρφωσης του συστήματος παρακολούθησης και αξιολόγησης των δημοσίων δαπανών θα ήταν μεγάλη καινοτομία να δημοσιεύονται ισολογισμοί, ελεγμένοι από ορκωτούς ελεγκτές, από όλους τους φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης, τα νοσοκομεία και άλλους σημαντικούς φορείς του Δημοσίου.

Το θέμα της σημερινής μου ομιλίας όμως δεν είναι να κάνω αναλυτικές προτάσεις για αναμόρφωση ή δημιουργία δημοσιονομικών θεσμών. Επιδίωξη μου είναι να θέσω έναν προβληματισμό για τον ρόλο των θεσμών για να κατανοήσουμε ότι η κρίση στη χώρα μας δεν ήταν μόνο κρίση που προήλθε από ανεύθυνες οικονομικές ή κοινωνικές πολιτικές, αλλά και κρίση που οξύνθηκε από το ξεπερασμένο ή αδύναμο θεσμικό πλαίσιο. Την αδυναμία αυτή δεν φαίνεται να είχαν αντιληφθεί ή κατανοήσει οι πιστωτές της χώρας, με αποτέλεσμα πολλά από τα μέτρα που επέβαλαν να μην έχουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Στο βασικό ερώτημα πώς θα μπορέσουμε να βελτιώσουμε το θεσμικό μας πλαίσιο η απάντηση δεν είναι εύκολη. Ούτε πρέπει να επιδιώξουμε την αντιγραφή επιτυχημένων σε άλλες χώρες θεσμών. Για να έχουν επιτυχία οι μεταρρυθμίσεις σε θεσμικό πλαίσιο είναι απαραίτητο οι πρωτοβουλίες να ληφθούν από το εγχώριο πολιτικό σύστημα και να έχουν την ευρύτερη δυνατή συναίνεση πολιτικών δυνάμεων και κοινωνικών εταίρων. Η αντιγραφή θεσμικών ρυθμίσεων που αγνοούν τη δομή της διακυβέρνησης, την κουλτούρα, τις παραδόσεις και τις αξίες μιας κοινωνίας δεν έχουν πολλές ελπίδες ευδοκίμησης. Όπως εύστοχα γράφει ο Θανάσης Βαλτινός:

«Καμιά επιστημονική ή άλλη κατάκτηση δεν θα παραγκωνίσει ποτέ τον Αγαμέμνονα, π.χ. του Αισχύλου, ή τον Βαρλάμη του δημοτικού τραγουδιού ή τον απολειπόμενο Αντώνιο του πανούργου γέροντα της Αλεξάνδρειας.»

Θέλω να πιστεύω ότι με την πείρα που έχουμε από την περιπέτεια της Ελλάδας και τη γνώση που μπορούμε να αποκομίσουμε από τις εμπειρίες άλλων χωρών θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε στη διαμόρφωση αξιόπιστων θεσμών που θα μας προφυλάξουν από την επανάληψη των λαθών του παρελθόντος. Οι υγιείς και αξιόπιστοι θεσμοί θα βοηθήσουν να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στην κυβέρνηση και τους πολιτικούς μας θεσμούς, που είναι πυλώνες της δημοκρατίας. Μέσα στα προβλήματα της καθημερινότητας έχουμε λησμονήσει ότι η δημοκρατία δεν μας ήρθε ως δώρο αλλά κατακτήθηκε μέσα από αγώνες και θυσίες. Η δημοκρατία είναι το πολίτευμα που μέσα από διάλογο και μηχανισμούς συναίνεσης έχει βοηθήσει τις κοινωνίες να επιλύουν τις διαφορές τους με ειρηνικό τρόπο και να αποφεύγουν συγκρούσεις και αιματοχυσίες. Όπως έδειξε ο μεγάλος οικονομολόγος και φιλόσοφος Amartya Sen, η Δημοκρατία είναι η μεγάλη κατάκτηση του 20ου αιώνα. Μόλις στα τελευταία τριάντα χρόνια και για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, η κοινοβουλευτική δημοκρατία έγινε το γενικότερα αποδεκτό σύστημα διακυβέρνησης. Η δημοκρατία όμως είναι ένα πολίτευμα εύθραυστο και μπορεί εύκολα να χειραγωγηθεί από επιτήδειους, αν οι πολιτικοί θεσμοί είναι αδύναμοι και οι πολίτες δεν επαγρυπνούν και δεν συμμετέχουν ενεργά στην υπεράσπιση της.

Θέλω επίσης να απευθυνθώ στους ομότεχνους μου οικονομολόγους και να τους πω ότι, παρά την πρόοδο στη θεωρία και στις υπολογιστικές τεχνικές, η οικονομική παραμένει στο βάθος της ηθική επιστήμη. Είναι άξιο αναφοράς ότι η Ακαδημία Αθηνών, από συστάσεως της, έχει εντάξει την οικονομική στην τάξη των ηθικών και πολιτικών επιστημών. Αυτή η διαπίστωση σημαίνει ότι στις αναλύσεις και προτάσεις πολιτικής που κάνουμε θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι οι πολίτες δεν ανταποκρίνονται αποκλειστικά και μόνο σε οικονομικά κίνητρα. Οι πολιτισμικές αξίες, οι αντιλήψεις για δικαιοσύνη και οι ιδεολογικές πεποιθήσεις των πολιτών παίζουν σημαντικό ρόλο στη συμπεριφορά και στις αντιδράσεις τους σε μέτρα οικονομικής πολιτικής. Γι’ αυτό και θεωρώ ότι είναι καθήκον όλων μας ,που ασχολούμαστε με το χώρο των κοινωνικών επιστημών, να συμβάλουμε στη διαμόρφωση προτάσεων για δημόσιες πολιτικές που θα λαμβάνουν υπόψη τους όλα αυτά τα στοιχεία για να είναι εφαρμόσιμες και αποτελεσματικές. Στην κατεύθυνση αυτή καθοριστικό ρόλο θα παίξει και η δημιουργία υγιών δημόσιων θεσμών που θα συντελέσουν στο να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στο πολιτικό μας σύστημα και θα συμβάλουν στην ενίσχυση των δημοκρατικών μας θεσμών. Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς και στη δημοκρατία είναι προϋπόθεση για ένα καλύτερο μέλλον για το λαό και τη νεολαία μας που έχουν υποφέρει πολύ τα τελευταία χρόνια. Και σε αυτό πρέπει να εμμείνουμε, γιατί όπως αναφέρει η μεγάλη κυρία της ποίησης μας, η Κική Δημουλά:

«… η εμμονή είναι ένα χρέος απέναντι στον όρκο που δώσαμε στην ελπίδα, ότι δεν θα την εγκαταλείψουμε ποτέ, ούτε κι όταν εκείνη μας εγκαταλείψει.»

 

Bρείτε το ΜΕΡΟΣ Ι εδώ

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

Acemoglu, D., S. Johnson and J. Robinson (2005), “Institutions as a Fundamental Cause of Long-run Growth”, in P. Aghion and S. N. Durlauf (eds.), Handbook of Economic Growth, Vol 1A. Amsterdam: Elsevier B. V.

Acemoglu, D. (2008), “Interactions between Governance and Growth”, in the volume Governance, Growth, and Development Decision-making, Reflections by: Douglass North, Daron Acemoglu, Francis Fukuyama, and Dani Rodrik. World Bank.

Acemoglu, D.., and J. A. Robinson, (2012), Why Nations Fail: The Origins of Power, Prosperity, and Poverty. New York: Crown Business.

Algan, Y, and P. Cahuc (2014), “Trust, Growth, and Well-Being: New Evidence and Policy Implications”, in Durlauf, S. and P. Aghion (eds.), Handbook of Economic Growth, Vol 2A, Chapter 2, Elsevier, pp. 49- 120.

Alm, J. (2012), ”Measuring, explaining, and controlling tax evasion: lessons from theory, experiments, and field studies”, International Tax and Public Finance, vol. 19, Issue 1, pp 54–77.

Arnold, J. M., Brys, B., Heady, C., Johansson, A., Schwellnus, C. and Vartia, L., (2011), “Tax policy for economic recovery and growth”, Economic Journal, vol. 121, pp. F59-F80.

Arrow, K. (1972) ‘Gifts and exchanges’, Philosophy and Public Affairs, vol. 1, no. 4, pp. 343–367.

Artavanis, N., A., Morse, and M., Tsoutsoura, (2016), “Measuring Income Tax Evasion Using Bank Credit: Evidence from Greece”, The Quarterly Journal of Economics, Vol. 131, Issue 2, pp. 739–798.

Attinasi, M.G. and L. Metelli (2016), “Is fiscal consolidation self-defeating? A panel-VAR analysis for the euro area countries”, Working Paper No 1883, European Central Bank.

Bjørnskov, C. (2012), “How Does Social Trust Affect Economic Growth?”, Southern Economic Journal, vol. 78, no 4, pp. 1346–1368.

Bjørnskov, C. and P-G. Méon (2015), “The Productivity of Trust”, World Development, vol. 70, pp. 317– 331.

Bluhm, R. D. de Crombrugghe, and A. Szirmai (2016), “Do Weak Institutions Prolong Crises? On the identification, characteristics, and duration of declines during economic slumps”, UNU-MERIT Working Paper Series 069.

Bouckaert, G. (2012), “Trust and Public Administration”, Administration, Vol. 60, No. 1, pp. 91-115.

Bruinshoofd, A. (2016), “Institutional quality and economic performance”, Rabobank, Economic Research.

Doh, S. (2014), “Social Capital, Economic Development, and the Quality Of Government: How Interaction Between Social Capital and Economic Development Affects the Quality Of

Government”, Public Administration, vol. 92, no. 1, pp.104–124.

Dutu, R. and P. Sicari (2016), “Public Spending Efficiency in the OECD: Benchmarking Health Care, Education and General Administration”, OECD Economics Department Working Papers, No. 1278, OECD Publishing, Paris.

ECB (2016), “Increasing resilience and long-term growth: the importance of sound institutions and economic structures for euro area countries and EMU”, ECB, Economic Bulletin, Issue 5 / 2016 – Article 3.

Fatás, Α. and L. H. Summers (2015), “The Permanent Effects of Fiscal Consolidations”, Discussion Paper No. 10902, Centre for Economic Policy Research, UK.

Frankel, J.A. (2011), “A Solution to Fiscal Procyclicality: the Structural Budget Institutions Pioneered by Chile”, NBER Working Paper No. 16945.

Fukuyama, F. (1995), Trust: The Social Virtues and the Creation of Prosperity, Free Press, Glencoe, IL.

Fukuyama, F. (2013), “What Is Governance?”, Governance: An International Journal of Policy, Administration, and Institutions, Vol. 26, No. 3, pp. 347–368.

Guerrero, A. (2011), “Rebuilding trust in government via service delivery: The case of Medellin, Colombia”, World Bank, Washington, DC,

Gyorffy, D. (2013), Institutional Trust and Economic Policy, Central European University Press.

Gisselquis, R.M. (2013), “Evaluating governance indexes: Critical and less critical questions”, WIDER Working Paper No. 2013/068.

Hamilton, K, J. Helliwell , and M. Woolcock. (2016), “Social Capital, Trust, and Well-being in the Evaluation of Wealth”, Policy Research Working Paper 7707, Development Research Group,Poverty and Inequality Team, World Bank.

Helliwell, J. F, H. Huang, S. Grover and S. Wang (2014), “Good Governance and National Well-being: What Are the Linkages?”, OECD Working Papers on Public Governance, No. 25, OECD Publishing, Paris.

IMF (2018), “2018 Article Iv Consultation and Proposal for Post-Program Monitoring”, IMF, Wahsington, D.C.

Jimenez, P. and G. S. Iyer (2016), “Tax compliance in a social setting: The influence of social norms, trust in government, and perceived fairness on taxpayer compliance”, Advances in Accounting, vol. 34, pp. 17-26. Peggy

Kaplanoglou, G. and Rapanos, V.T. (2013), “Tax and trust: the fiscal crisis in Greece”, South European Society and Politics, Vol. 18 No. 3, pp. 283-304

Kaufmann, D, A.Kraay, and M. Mastruzzi, (2011), “The worldwide governance indicators. Methodology and analytical issues”, Hague Journal on the Rule of Law, Vol. 3, Issue 02, pp 220 – 246.

Henrik Jacobsen Kleven, H.J. (2014), “How Can Scandinavians Tax So Much?” Journal of Economic Perspectives, vol. 28, no. 4, pp. 77–98.

Knack, S. and Keefer, P. (1997), “Does social capital have an economic payoff? A cross-country investigation”, Quarterly Journal of Economics, vol. 112, 4, pp. 1251-88.

Kopits, G (2016), “The IMF and the Euro Area Crisis: The Fiscal Dimension”, IEO Background Paper, Independent Evaluation Office of the International Monetary Fund, BP/16-02/07.

La Porta, R., Lopez-de-Silanes, F., Shleifer, A. and Vishny, R. W. (1997), “Trust in Large Organisations”, American Economic Review, Papers and Proceedings, vol. 87, pp. 333-8.

Leite, D. N., S. T. Silva and O. Afonso (2014), “Institutions, Economics and the Development Quest”, Journal of Economic Surveys, vol. 28, p. 491-515.

Leventi C., Matsaganis M. & Flevotomou M., (2013), Distributional Implications of Tax Evasion and the Crisis in Greece, ΕUROMOD Working Paper No. EM17/13

Mylonas P., N. Magginas and E. Pateli (2010), “What are the Margins for Increasing PIT Revenue in the Greek Economy?”, Monthly Macroeconomic Outlook, Strategy and Economic Research Division, National Bank of Greece.

Masuch, K., E. Moshammer and B. Pierluigi (2016), “Institutions and Growth in Europe”, CEPS working document, No. 421, Brussels.

Morrone, A., N. Tontoranelli and G. Ranuzzi (2009), “How Good is Trust?, Measuring Trust and its Role for the Progress of Societies”, OECD Statistics Working Papers, 2009/03, OECD Publishing, Paris.

Niazi, A. and H. Hassan, (2016), “Trust and economic performance: Evidence from cross-country panel data analysis”, Review of International Business and Strategy, Vol. 26, Issue: 3, pp. 371-391.

North, D. C. (1990), Institutions, Institutional Change and Economic Performance. Cambridge, U.K.: Cambridge University Press.

North, D. C. (1991), “Institutions”, Journal of Economic Perspectives, Volume 5, Number 1, P. 97–112

North, D. C., J. J. Wallis, and B. R. Weingast (2009), Violence and Social Orders: A Conceptual Framework for Interpreting Recorded Human History. New York: Cambridge University Press.

OECD (2011), Government at a Glance 2011, OECD Publishing, Paris

OECD (2013), “Trust in government, policy effectiveness and the governance agenda”, in Government at a Glance, OECD Publishing, Paris.

OECD (2015α), Recommendation of the Council on Budgetary Governance, OECD Publishing, Paris. OECD (2015β), Government at a Glance 2017, OECD Publishing, Paris

OECD (2017a), Government at a Glance 2017, OECD Publishing, Paris

OECD (2017b), Trust and Public Policy: How Better Governance Can Help Rebuild Public Trust, OECD Public Governance Reviews, OECD Publishing, Paris.

OECD (2017c), OECD Guidelines on Measuring Trust, OECD Publishing, Paris.

Ogilvie, S. and A. W. Carus (2014), “Institutions and Economic Growth in Historical Perspective”, in in P. Aghion and S. N. Durlauf (eds.), Handbook of Economic Growth, Vol. 2A. Amsterdam: Elsevier.

Ostrom, E. (1998), “A Behavioral Approach to the Rational Choice Theory of Collective Action”. American Political Science Review, vol. 92, no. 1, pp. 1–23.

Putnam, R. (1993), Making Democracy Work: Civic Traditions in Modern Italy, Princeton University Press, New Jersey.

Putnam, R. (2000), Bowling Alone: The Collapse and Revival of American Community, Simon and Schuster, New York.

Peiro-Palomino, J. (2016), “Social Capital and Economic Growth in Europe: NonlinearTrends and Heterogeneous Regional Effects”, Oxford Bulletin of Economics and Statistics, vol. 78, no. 5, pp. 717- 751.

Rapanos, V. T., and G. Kaplanoglou, (2014), “Governance, Growth and the Recent Economic Crisis: The Case of Greece and Cyprus”, Cyprus Economic Policy Review, Vol. 8, No. 1, pp.3-34 (2014)

Rodrik, D (2004), “Getting Institutions Right”, CESifo DICE Report 2/2004.

Rodrik, D. (2008), “Thinking about Governance”, in the volume Governance, Growth, and Development Decision-making, Reflections by: Douglass North, Daron Acemoglu, Francis Fukuyama, and Dani Rodrik, World Bank.

Rosengard, J. K. (2013), “The Tax Everyone Loves to Hate: Principles of Property Tax Reform”, in William J. McCluskey, Gary C. Cornia and Lawrence C. Walters (eds), A Primer on Property Tax: Administration and Policy, Blackwell Publishing Ltd.

Rothstein, B. (2005). Social traps and the problem of trust. Cambridge: Cambridge University Press.

Rothstein, B, (2011), The quality of government: corruption, social trust, and inequality in international perspective, The University of Chicago Press, London, UK.

Rothstein, B. and J. Teorell (2008), “What Is Quality of Government? A Theory of Impartial Government Institutions”, Governance: An International Journal of Policy, Administration, and Institutions, Vol. 21, No. 2, pp. 165–190.

Rothstein, B. (2013), “Corruption and Social Trust: Why the Fish Rots from the Head Down”, Social Research, Vol. 80, no. 4.

Savoia, A. and K. Sen (2015), “Measurement, evolution, determinants, and consequences of state capacity: a review of recent research, Journal of Economic Surveys, Vol. 29, No. 3, pp. 441–458.

Scrivens, K. and C. Smith (2013), “Four Interpretations of Social Capital: An Agenda for Measurement”, OECD Statistics Working Papers, 2013/06, OECD Publishing, Paris.

Shirley, M. M. (2005), “Institutions and Development”, In C. Ménard and M. Shirley (eds), Handbook of New Institutional Economics (pp. 611-638). Dordecht: Springer.

Siegler, V. (2014), Measuring Social Capital, Office for National Statistics, UK

Torgler, B. (2003). Tax morale, rule-governed behaviour and trust. Constitutional Political Economy, 14(2), 119–140.

Torgler, B. (2007). Tax compliance and tax morale: A theoretical and empirical analysis.

Northampton, MA: Edward Elgar Publishing, Inc.

The Legatum Institute (2017), Legatum Prosperity Index, London, UK.

UNDP (2016), Human Development Report 2016, the United Nations Development Programme, New York.

Whitely, P. (2000), “Economic Growth and Social Capital”, Political Studies, vol. 48, Issue 3, pp. 443– 466.

World Bank (2017), World Development Report 2017: Governance and the Law, Washington, DC: World Bank.

World Bank (2011), The changing wealth of nations: measuring sustainable development in the new millennium, The World Bank, Washington DC.

World Economic Forum (2017), The Global Competitiveness Report 2017–2018.