«Μετά τα Μνημόνια»: η εικόνα απ’ έξω

 

Κανονικά, μετά και την τελευταία μελοδραματική χθεσινή σύνοδο του Eurogroup για την Ελλάδα, όλοι θάπρεπε να ασχολούμαστε με την αποτίμηση αυτής της εικόνας: τι σημαίνει η 10ετής περίοδος χάριτος και 10ετής παράταση των ωριμάνσεων των δανείων του EFSF (δηλαδή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους) , τι η ενίσχυση του cash buffer/ «μαξιλαριού» με πρόσθετα 15 δις, τι η κλιμάκωση επιστροφή μέρους των κερδών από ANFAs και SMPs… Επειδή όμως όλα αυτά, συν η διαδικασία παρακολούθησης/εποπτείας της πορείας μετά-το-Μνημόνιο έχουν χιλιοσυζητηθεί, κι εκείνο που ενδιαφέρει τώρα είναι η αποτίμησή τους από τις αγορές, προτείνουμε ένα άλλο μενού για την ημέρα:

Είχε χάζι – να το πούμε με κάπως ευχάριστο, άμεσο τρόπο – η συζήτηση που οργάνωσε χθες, λίγες μόνον ώρες πριν την πολυαναμενόμενη σύνοδο του Eurogroup, το ΙΟΒΕ μαζί με το Ίδρυμα Konrad Adenauer (αυτό είναι ο επίσημος ερευνητικός φορέας των Γερμανών Χριστιανοδημοκρατίας) με θέμα: «Η Ελληνική οικονομία μετά τα Μνημόνια (μεταφράζουμε έτσι τα Προγράμματα, για να συνεννοούμαστε)». Το χρηστικό στο στήσιμο της συζήτησης ήταν ότι πήραν αρχικά τον λόγο δύο «ξένοι» – ο Κρις Άλεν, ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Αθήνα και συμμέτοχος στην συλλογική εμπειρία της Τρόικας και ο Τομπίας Πίλερ, ανταποκριτής για την Ιταλία και την Ελλάδα της FAZ, δηλαδή μιαν από τις πιο έγκυρες μηντιακές «φωνές» της Γερμανίας, που πρόσφατα ενεπλάκη στην αντιδικία με τη επίσημη Ν.Δ. λόγω της κάλυψης από την εφημερίδα των προθέσεων του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Μακεδονικό. Για να συνεχίσει ύστερα ένα πάνελ «δικών μας», του Φραγκίσκου Κουτεντάκη, του Χρήστου Σταϊκούρα και του Φίλιππου Σαχινίδη, που κάλυπταν όλο το κεντρικό πολιτικό φάσμα (αν και με μεγάλη προσοχή όλοι φρόντισαν να μην εκθέσουν σε υπόνοιες πολιτικής εκπροσώπησης τον Φρ. Κουτεντάκη, ως επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού στην Βουλή…). Χωρίς να θέλουμε να αδικήσουμε τους Έλληνες συμμετέχοντες που αληθινά – με τον πικάντικο συντονισμό του Νίκου Βέττα του ΙΟΒΕ έδειξαν τι θα μπορούσε να είναι μια πιο συναινετική πορεία της Ελλάδας την επόμενη μέρα, μια πορεία χωρίς ταυτίσεις πολιτικές (πολύ λιγότερο ιδεολογικές), αλλά και χωρίς στείρα αντιπαραθετικότητα – θα δώσουμε για τον αναγνώστη δυο εικόνες/προσεγγίσεις «των ξένων». Ο Κρις Άλεν, πρώτα-πρώτα, καλούμενος από τον Βέττα να πει πώς αξιολογεί τα Προγράμματα «τώρα που κλείνουν», έκανε μια γενικά θετική αποτίμηση (αναμενόμενο λόγω της επίσημης ιδιότητας), αλλά και εξειδίκευσε – πώς;

Πρώτον, επειδή κατά την ανάγνωσή του η δημοσιονομική διόρθωση έγινε απο νωρίς, και εν συνεχεία διατηρήθηκε. Ύστερα επειδή το Ελληνικό Πρόγραμμα υιοθέτησε μιαν ευρύτερη προσέγγιση, που κατ’ αυτόν είχε με την σειρά της τρεις διαστάσεις. Πρώτον, ότι στήθηκαν ορισμένοι βασικοί θεσμοί: η ΑΑΔΕ για την φορολογική διαχείριση, ο ενιαίος ΕΦΚΑ στην Κοινωνική Ασφάλιση, το Εισόδημα Κοινωνικής Αλληλεγγύης (μαζί και με την ψηφιοποιήμενη λειτουργία, που ως ΗΔΙΚΑ υπηρετεί τις δυο τελευταίες λειτουργίες). Δεύτερον, ότι με την προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων – αρχικά ΤΑΙΠΕΔ, εν συνεχεία ΥπερΤαμείο – δημιουργήθηκε (ή πάντως πάει να δημιουργηθεί) μια πλατφόρμα πρόσθετης κινητοποίησης του επενδυτικού ενδιαφέροντος που, κατά τα άλλα, θεωρείται ότι θα υποβοηθείται εφεξής από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Τρίτον, ότι από ένα σημείο των Μνημονίων και πέρα, έγινε κατανοητή η ανάγκη για διαμόρφωση μηχανισμών συντονισμού: έτσι, περιορίστηκαν αφενός τα μέχρι κωμικού πληθωρικά παραδοτέα/προαπαιτούμενα των διαφόρων αξιολογήσεων, αλλά και δημιουργήθηκε μια συντονιστική δομή από Ελληνικής πλευράς για την «μετάφραση» των μεταρρυθμίσεων από τα ΦΕΚ σε κάτι το πρακτικό. (Ως φαίνεται, εφεξής θα λειτουργεί ετήσιος απολογισμός, παράλληλα με την διαδικασία του Προϋπολογισμού).

Στο κάπως φιλικά φορτικό ερώτημα Βέττα «are you pleased, overall?», η απάντηση του Άλεν ήταν «I guess we are». Βλέποντας μια σχετική δυσπιστία/ανάγκη επεξήγησης το προχώρησε σε αναφορά στο ότι αποκαταστάθηκε πλέον η εμπιστοσύνη – και. μάλιστα τόσο σε δημοσιονομικό όσο και σε λειτουργικό επίπεδο.

Όσο για τον Τομπίας Πίλερ της FAZ ,αυτός ξεκίνησε μια επισήμανση/παραδοχή: ότι στην Ελλάδα, την εποχή εκδήλωσης της κρίσης, δεν είχε υπάρξει ούτε ένα μίνιμουμ συναίνεσης ως προς τα αίτια της κρίσης, δηλαδή έως τότε την άνθιση στην Ελληνική οικονομία των κλάδων μη-διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και την διατήρηση προστατευμένων τομέων, και τούτο την ίδια στιγμή που καλλιεργήθηκε ένα κλίμα θυματοποίησης ενώ συσσωρεύονταν από την Ελλάδα πρωτογενή ελλείμματα. Όταν ανέλαβε, στο πρώτο ήδη Μνημόνιο, η Τρόικα αφενός έγινε από πολλούς δεκτή ως «δύναμη κατοχής», αφετέρου όμως η ίδια άρχισε να κατατρίβεται σε λεπτομέρειες (και σε κατά καιρούς διπλωματική έκφραση ευαρέσκειας). Αντί για ουσιαστικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις, υπήρξε συσσώρευση μέτρων λιτότητας: από ένα σημείου και πέρα, δε, η τωρινή Κυβέρνηση αξιοποίησε την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων (που απαίτησε η Τρόικα) για να επιλέξει μέτρα αναδιανομής υπέρ του εκλογικού της ακροατηρίου.

ΥΠ’ αυτήν την έννοια, ο Πίλερ φάνηκε πολύ λιγότερο αισιόδοξος για μιαν ουσιαστική επάνοδο σε ανάπτυξη («της τάξεως του 4% του ΑΕΠ ετησίως») αλλά και αμφιβάλλει για το αν θα κατορθωθεί απελευθέρωση του επιχειρηματικού δυναμικού (που θεωρεί ωστόσο ότι υπάρχει στην χώρα). Η δική του αποτίμηση, τελικά, πολύ πιο συγκρατημένη.