Μετά την συνάντηση Κοτζιά – Τίλλερσον

 

Περίπου ενθουσιώδης (καλά εντάξει: συγκρατημένα ενθουσιώδης) ο Νίκος Κοτζιάς μετά την συνάντησή του με τον Αμερικανό ΥΠΕΞ Ρεξ Τίλλερσον, αφεντικό μέχρι προ ημερών της Exxon Mobil. Παρά το ότι ο Κοτζιάς μάλλον είναι της παραδοσιακής (=διακρατικής) λογικής διεθνών σχέσεων, έδειξε να εκτιμά ιδιαίτερα την ευκαιρία να μιλήσει μ’ έναν άνθρωπο του κόσμου των επιχειρήσεων, με δεδομένη την δραστηριοποίηση στην “διπλωματία των ενεργειακών”.

Έτσι, ενώ κατά Κοτζιά ο Τίλλερσον ενδιαφερόταν να μάθει από τον Έλληνα ομόλογό του “την ανάλυσή μας για το πώς μπορεί να υπάρξει σταθερότητα και ασφάλεια στην περιοχή, ποιες δυνάμεις κινούνται και με ποιο τρόπο” (sic), πράγμα που του έδωσε την ευκαιρία να αναφερθεί στην “Τουρκική νευρικότητα”, ενώ επιπλέον μίλησε στον Τίλλερσον για τις τριμερείς συνεργασίες (Κύπρο-Ισραήλ-Αίγυπτο) που δημιούργησαν ενδιαφέρον στον Αμερικανό ΥΠΕΞ, δεν έχασε την ευκαιρία να περάσει και στα ενεργειακά projects.

Στάθηκε όμως περισσότερο στην Ελλάδα ως “κέντρο μεταφορών διαφόρων μορφών ενέργειας”, προχωρώντας και σε σιδηροδρομικά δίκτυα ή και στην συνεργασία πανεπιστημιακών ιδρυμάτων (προφανώς ενθυμούμενος την δική του πανεπιστημιακή ιδιότητα…) παρά στα θέματα οικονομίας (που αφορούσαν τόσο την προηγούμενη Αμερικανική Κυβέρνηση…) ή και στο Κυπριακό (που, όταν προσπεραστεί και το δημοψήφισμα Ερντογάν , “αναγκαστικά” θα έρθει στο προσκήνιο).

Θα μπορούσε κανείς, χωρίς να θέσει πρόσκομμα στον – όπως είπαμε – συγκρατημένο ενθουσιασμό του Έλληνα υπουργού για τις επαφές του με την Υπερδύναμη , να του επαναφέρει την πρακτική διεθνών σχέσεων όπως αυτή υποτίθεται ότι έχει χτιστεί ανάμεσα σε Ελλάδα και ΗΠΑ στις τελευταίες δεκαετίες. Όπου μπορεί, απλά/απλοϊκά να μιλούμε συχνά για το “ποιος θα σηκώσει το τηλέφωνο, άμα υπάρξει ενδεχόμενο θερμού επεισοδίου στο Αιγαίο” όμως η ουσία είναι να έχουν χτιστεί από νωρίς σοβαρά αναχώματα. Τι εννοούμε;

Προ ημερών, στην “ΕΣΤΙΑ” ο Αλέξανδρος Μαλλιάς – από τους σημαντικούς διπλωματικούς της γενιάς που αποχωρεί (“κακώς: οι άνθρωποι θάπρεπε να αξιοποιούνται περισσότερο, όταν αξίζουν) – θύμιζε την παραβόητη αλληλογραφία Μπίτσιου (=Κ. Καραμανλή) – Κίσσινγκερ μετά την πτώση της Χούντας αλλά και μετά το Κυπριακό και την παρολίγον ανάφλεξη στο Αιγαίο.

Τότε, με αναφορά στην “επίλυση των διενέξεων στην Ανατολική Μεσόγειο” (πάντα η τοποθέτηση των ειδικών προβλημάτων σε ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο: οι ΗΠΑ έτσι μπορούν να “αντιληφθούν” τα πράγματα…) “και ειδικότερα στην περιοχή του Αιγαίου, ο Κίσσινγκερ διαβεβαίωνε, γραπτά και επίσημα:
“Θα ήθελα να επαναλάβω την πεποίθησίν μας ότι αι διενέξεις αυταί πρέπει να ρυθμίζονται δι ειρηνικών διαδικασιών και ότι έκαστος μέρος πρέπει να αποφεύγει προκλητικές ενεργείας”. Και εξειδίκευε:
“Καμμιά πλευρά δεν θάπρεπε να επιδιώξει στρατιωτικήν επίλυσιν των διενέξεων αυτών. Τούτο παραμένει η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών. Συνεπώς α ΗΠΑ θα αντετάσσοντο ενεργώς και ανεπιφυλάτκως εις την αναζήτησιν υπ’ εκατέρας πλευράς στρατιωτικών επιλύσεων και θα καταβάλουν μείζονα προσπάθειαν δια να παρεμποδίσουν μιαν τοιαύτην εξέλιξη των πραγμάτων”.

Μην ξεχνώντας ότι η Ελλάδα, ειδικά μετά το 2002 και την στήριξη που έδωσε η Σούδα στις αμερικανικές/συμμαχικές δυνάμεις στο Ιράκ, έχει στα χέρια της και διαθέτει – διακριτικά – ένα στρατηγικό asset που ο τουρκικός καιροσκοπισμός περί το Ιντσιρλίκ έχει αναβαθμίσει  εντελώς τελευταία, οι παραδοσιακές αμερικανικές δεσμεύσεις για το Αιγαίο χρήσιμο είναι να αποτελούν ένα συνεχές – διαχρονικό και ανεξάρτητα από το ποιες πολιτικές δυνάμεις βρίσκονται στο τιμόνι – το οποίο συνεχές να επαναβεβαιώνεται με κάθε ευκαιρία. Να ελπίσει κανείς ότι κάτι απ’ αυτό βρίσκεται στο ραντάρ και του Νίκου Κοτζιά;