Με ευκαιρία το «Όλοι μαζί τα φάγαμε»: χαμένες έννοιες, χαμένες ευκαιρίες

 

Η παρουσίαση του βιβλίου του Θόδωρου Πάγκαλου «Τα φάγαμε όλοι μαζί…. και συνεχίζουμε να τα τρώμε», που έγινε την περασμένη  Παρασκευή 30/11 στον πολυχώρο Ecozone (των Εκδόσεων Κέρκυρα – economia Publishing), υπήρξε κάτι σαφώς περισσότερο απ’ αυτό.

Όπως και το ίδιο το βιβλίο, άλλωστε. Που ξεκίνησε ως ένα εγχείρημα επεξήγησης – όχι δικαιολόγησης! – του πώς η ατάκα του Πάγκαλου στην Βουλή (Σεπτέμβριο του 2010) «Η απάντηση στην κατακραυγή που υπάρχει εναντίον του πολιτικού προσωπικού της χώρας ‘Πώς τα φάγατε τα λεφτά;’, που μας ρωτάει ο κόσμος είναι αυτή: ‘Σας διορίσαμε. Τα φάγαμε όλοι μαζί’». Μέσα στα πλαίσια μιας σχέσης πολιτικής πελατείας, διαφθοράς, εξαγοράς και εξευτελισμού της έννοιας της ίδιας της πολιτικής», κατέληξε να δίνει 1.200.000 αναφορές στο ίντερνετ – κείμενα και άρθρα – ή 400.000 παραπομπές σε εικόνες…

Για τον Πάγκαλο, ο πυρήνας της ίδιας του της τοποθέτησης – η οποία βέβαια τον ξεπέρασε, καθιστώντας τον εύκολο στόχο για πολλούς, δυσοίωνο προφήτη για άλλους – ήταν ότι «κάθε χρόνο ζούσαμε καλύτερα απ’ ότι στο παρελθόν, και υπήρχαν εύλογες ελπίδες ότι το μέλλον θα ήταν ακόμη καλύτερα. [Όμως] η εξέλιξη αυτή στηριζόταν στην συστηματική προεξόφληση του μέλλοντος». Ενώ η αιχμή του βιβλίου, ως τροφή προς το μέλλον, είναι το «Θέλω να φαντάζομαι την Ελλάδα σε δέκα χρόνια από τώρα καλύτερη απ’ ότι είναι σήμερα . [Όμως] η βελτίωση της ζωής μας στην Ελλάδα εξαρτάται σε τελική ανάλυση από εμάς τους ίδιους. [Να] καταλάβουμε ότι θα πρέπει να τρώμε μόνο ότι παράγουμε κι όχι να ζούμε εις βάρος των άλλων».

Προσερχόμενος στην παρουσίαση του βιβλίου του Θ. Πάγκαλου , ο Αλέκος Παπαδόπουλος ξεκίνησε με μια επιφύλαξη/κριτική στον τίτλο του βιβλίου, «που αδικεί το βιβλίο και κυρίως τα συμπεράσματά του, γιατί δίνει την αφορμή στους λογομάγειρες, τους δημαγωγούς και τους πολυπληθείς ποπουλιστές να οικοδομήσουν το ιδεολόγημα ότι η κρίση […] ήταν απλά μια κρίση διαχειριστική […] ότι οφείλεται μόνο στην συμπεριφορά κάποιων λίγων διεφθαρμένων […] και όχι μια βαθιά θεσμική, πολιτιστική, πνευματική, πολιτική και στο τέλος [μόνο] οικονομική κρίση». Για τον ίδιο τον Αλ. Παπαδόπουλο, «συλλογικές είναι οι ευθύνες, κλιμακώνονται και κατανέμονται αναλογικά σε φορείς και πρόσωπα. Στέρεα πεποίθησή μου είναι ότι ο λαός έχει ευθύνες, αλλά δεν είναι ένοχος […]. Οι ευθύνες του υπάρχουν, αλλ’ όχι αορίστως, εντοπίζονται περισσότερο στα δήθεν πρωτοπόρα τμήματα της Ελληνικής κοινωνίας […] όταν άρχισε να μεταπίπτει από κοινωνία της επιβίωσης σε κοινωνία της ρυπαρής κατανάλωσης, χωρίς φραγμούς και μέτρο».

Γι’ αυτόν, το μέλλον (που, Αλτουσσεριανά, «διαρκεί πολύ») δείχνει προς μια «ηττημένη και δραματική περίοδο», προς δύσκολα χρόνια, όπου «θα πρέπει να υιοθετηθούν από την Ελληνική κοινωνία μεγάλες πειθαρχίες για να στήσει μιαν ανταγωνιστική και παραγωγική οικονομία και να αναζωογονήσει πολιτικούς και παραγωγικούς θεσμούς».

Στην δική του παρέμβαση, ο Στέφανος Μάνος έκανε μιαν σαφώς πιο ιδεολογικοποιημένη προσέγγιση προσερχόμενος με την ανάλυση ότι βρισκόμαστε σε μια φάση όπου «οι μαρξιστές που με την ψήφο μας αναρριχήθηκαν στην εξουσία έχουν βαλθεί με πάθος να καταστρέψουν το κεφάλαιο […] και το έχουν επιτύχει». Χωρίς όμως κεφάλαιο, επενδύσεις δεν μπορούν να υπάρξουν! Για τον Στέφανο Μάνο, η διχοτομία στην σημερινή Ελλάδα μεταξύ των 2,3 εκατομμυρίων οικονομικά ενεργών που λειτουργούν στον ιδιωτικό τομέα και των 4 εκατομμυρίων συνταξιούχων, ανέργων, υπαλλήλων Δημοσίου/ΔΕΚΟ κλπ. δείχνει προς ένα μέλλον χωρίς προοπτική. Κατάληξη του Στ. Μάνου είναι ότι, ακριβώς επειδή «το φαγοπότι [που ήταν ο πυρήνας της ανάλυσης Πάγκαλου] συνεχίζεται», γι αυτό και βρέθηκε το «Όλοι μαζί τα φάγαμε» στο μάτι του κυκλώνα.

Μικρή διακοπή, εδώ: βλέποντας κανείς την μέχρις εδώ σύνθεση του πάνελ του βιβλίου – Μάνος, Πάγκαλος, Παπαδόπουλος, κατά την σειρά πρώτων υπουργοποιήσεων… – είχε μπροστά του τα τρία χαρακτηριστικότερα παραδείγματα χαμένων (πολιτικών) ευκαιριών. Δηλαδή πολιτικών ανδρών που, από εντελώς διαφορετικά σημεία εκκίνησης, «είπαν» κάτι το διαφορετικό. άφησαν πίσω τους ίχνος σημαντικό/επιλογές ουσίας – Στ. Μάνος: πολεοδόμηση, σταθεροποίηση, άνοιγμα της οικονομίας. Θ. Πάγκαλος: εξωτερική πολιτική. Αλέκος Παπαδόπουλος: σταθεροποίηση, διοικητική μεταρρύθμιση, Υγεία – αλλά τελικά περιθωριοποιήθηκαν. Και από το πολιτικό, και από το μηντιακό σύστημα!

Ανταποκρινόμενοι, τώρα, στην αποστροφή του «να φαντασθούμε την Ελλάδα δέκα χρόνια από τώρα καλύτερη απ’ ό,τι είναι σήμερα», οι νεότεροι του πάνελ – ο Μιχάλης Μπλέτσας του MediaLab από το ΜΙΤ και ο Πάνος Τσακλόγλου, ΑΣΟΕΕ και πρώην Πρόεδρος του ΣΟΕ – επέμειναν ο μεν πρώτος στην σημασία του μετώπου της Παιδείας, αλλά και εκείνο της προστασίας των θεσμών (που η διακινδύνευσή τους έχει επικίνδυνα αγνοηθεί), ενώ ο δεύτερος την ανάγκη να υπάρξει μετριοπάθεια στις επικρίσεις για την ποιότητα της δημοκρατίας (που έχουμε) και περισσότερη έμφαση στο πώς, ακριβώς, θα επεξηγηθούν δύσκολες έννοιες και επιλογές στα πλαίσια του δημοκρατικού διαλόγου, ώστε να μην φθάσουμε και πάλι στα αδιέξοδα που ήδη ζήσαμε. (Αξίζει εδώ να θυμηθεί κανείς το αντίστοιχα άδικα αποσπασματοποιημένο «Λεφτά υπάρχουν» της προεκλογικής εκστρατείας του 2009, που είδαμε πόσο καταστροφικά κατέληξε αφού όμως πέτυχε στις κάλπες…).