Με θέμα τα Δικαιώματα του Θύματος στο Σύστημα της Ποινικής Δικαιοσύνης

 

Σε μια διήμερη εκδήλωση, την περασμένη εβδομάδα (22/23 Νοεμβρίου) παρουσιάστηκε η εμπειρία από ένα ερευνητικό πρόγραμμα, με συγχρηματοδότηση Ευρωπαϊκής Ένωσης και συμμετοχή Ελλάδας-Ιταλίας-Πορτογαλίας-Μεγ. Βρετανίας, σε μια θεματική που θα μπορούσε να ακούγεται ιδιαίτερα τεχνική: Τα Δικαιώματα του Θύματος στο σύστημα της Ποινικής Δικαιοσύνης.

Όμως, στην διοργάνωση αυτή και στο πρόγραμμα τα συμπεράσματα του οποίου δημοσιοποίησε (κεντρικός υπεύθυνος η καθηγήτρια Εγκληματολογίας Βάσω Αρτινοπούλου, με συντονιστική ευθύνη του EPLO) ακούστηκαν πράγματα που αποτελούν αιχμή της συζήτησης στην βορειότερη Ευρώπη, αλλά επείγει να μεταφερθούν και στα δικά μας. Με μια λέξη, η όλο και πιο πυκνή ενασχόληση με τα του εγκλήματος, της ασφάλειας, της ανταπόκρισης του συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης (και της αστυνομίας, η οποία σηκώνει στην ουσία το μεγαλύτερο βάρος και πάντως έχει την πρώτη, καθοριστική επαφή…), έχει αφήσει «έξω» ένα βασικό πρόσωπο της σκηνής του εγκλήματος: το θύμα. Όσο κι αν το θύμα είναι εκείνο που υφίσταται το πρώτο – και, συνήθως, το σημαντικότερο – τραύμα από την εκδήλωση της εγκληματικής ενέργειας, συνήθως μένει παραμερισμένο. Αυτό και οι ανάγκες του, οι φόβοι του, η διαχείρισή του. Από το θύμα διάρρηξης ή ληστείας, μέχρι το θύμα ρατσιστικής επίθεσης, ακόμη περισσότερο το θύμα έμφυλης ή οικογενειακής βίας, το θύμα θάπρεπε να αποτελεί πρώτη μέριμνα. αντ’ αυτού κατά κανόνα βρίσκεται μπροστά σε ψυχρή/διαχειριστική αντιμετώπιση. καλείται σε γραφειοκρατική κατάθεση. ακόμη και αισθάνεται να μετατάσσεται σε κατάθεση υπόπτου, αν μη και ενόχου.

Το Πρόγραμμα Protasis για την ευαισθητοποίηση των αρχών και την δημιουργία μεθόδων ορθής αντιμετώπισης των θυμάτων από την πρώτη στιγμή που αυτά έρχονται σε επαφή με τις αρχές, πρόγραμμα που στήθηκε από πανεπιστημιακά Ινστιτούτα αλλά σε άμεση επαφή με Αστυνομία και Δικαιοσύνη, έδειξε ότι όταν – ΟΤΑΝ – οι άνθρωποι που χειρίζονται το θύμα έχουν ενημερωθεί, όταν τους έχει επεξηγηθεί η κατάσταση και οι δυναμικές (φόβου, επιφυλακτικότητας, απαξίωσης, απώλειας, απειλής) που μπορεί να τους αναπτύσσονται, αλλά και όταν – ΟΤΑΝ! – τους δίνεται με μια απλή και συμμετοχική συνάμα μέθοδο ένας οδηγός στην ορθή (ή: πάντως ορθότερη…) αντιμετώπιση, τότε έχουμε και βελτίωση να καταγράφεται στην κατάσταση των θυμάτων αλλά και αίσθηση ορθότερης λειτουργίας στην Αστυνομία, στους συγκεκριμένους ανθρώπους της. Πολύ ενδιαφέρουσα η παρουσία και ο τόνος συμμετοχής της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου, έτη φωτός από το «ευαγγελικό» στερεότυπο, αλλά και των τοποθετήσεων μερικών τουλάχιστον από τα αστυνομικά στελέχη που έλαβαν μέρος.

Τελευταίο, αλλά μάλλον σημαντικότερο σημείο: το Πρόγραμμα Protasis δεν έδωσε απλώς μελέτη, ανάλυση αποτελέσματα-και-τελειώσαμε. Αλλά κατέθεσε και έναν διεξοδικό οδηγό (με ευθύνη Β. Αρτινοπούλου, Αλεξάνδρας Κουφούλη, Ιρούς Μιχαήλ), βήμα-βήμα, για το πώς η Αστυνομία μπορεί να αντιμετωπίζει τις καταστάσεις. Έναν οδηγό με σεμιναριακή/συμμετοχική λογική. Οδηγό που τώρα επιχειρείται να εκπαιδεύσει εκπαιδευτές, ώστε να ανοίξει μια νέα προσέγγιση. Υπεραισιόδοξο; Ρομαντικό, υπό τις δεδομένες πρακτικές συνθήκες; Ίσως – πάντως μια προσπάθεια που αξίζει να προχωρήσει.