Με θέμα την κατάσταση της δημοσιογραφίας, σήμερα

 

Είχαμε προ ημερών αναφερθεί στο συνέδριο «Media, Polis, Agora», με το οποίο επιχειρήθηκε να έρθουν πιο κοντά ακαδημαϊκή έρευνα και δημοσιογραφική πρακτική. Οι 3 ημέρες εργασίες του, στην Θεσσαλονίκη, έδωσαν πολλές συζητήσεις, πολύν προβληματισμό. συγκεντρώσαμε εδώ μερικά συμπεράσματα όπως επιχειρήθηκε να παρουσιαστούν:
«Συναντηθήκαμε σε μία εποχή που οι αλλαγές στην τεχνολογία επηρεάζουν τη δημοσιογραφία, περισσότερο από ποτέ. Η ταχύτητα των αλλαγών, δεν δείχνει να έχει ορατό τέλος, αποδιαρθρώνοντας διαρκώς ό,τι έμενε από τους παλιούς.
Συνεπώς, η ανοιχτή συζήτηση και ο επαναπροσδιορισμός του ρόλου όσων εργάζονται στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης είναι αναγκαίοι όροι για τη διάσωση και εμβάθυνση της ενημέρωσης. Μέσα στο παραπάνω πλαίσιο, οι παραγωγοί περιεχομένου περιέρχονται σε ολοένα και δυσμενέστερη θέση. Ενώ, από την άλλη, το μικρό μέγεθος της ελληνικής αγοράς είναι εγγενές και αξεπέραστο εμπόδιο για την εμφάνιση βιώσιμων μοντέλων για μια άλλη δημοσιογραφία».
Ήρθε εδώ και προστέθηκε η κρίση οικονομική που διέλυσε τα Μέσα! Κυρίως όμως «ήρθε να προστεθεί ο στιγματισμός των δημοσιογράφων από μια κοινωνία σε αποδρομή που τους χρέωνε – πολλές φορές όχι αδίκως – την κατάρρευση των αξιών. Μια κοινωνία που αμφισβητεί διαρκώς την αξιοπιστία τους».
Προσεγγίζοντας εκείνο που θα λέγαμε δημοσιογραφική καθημερινότητα, τονίστηκε ότι στη δημοσιογραφία υπάρχουν και λειτουργούν διαφορετικά κι αντικρουόμενα συμφέροντα που ορίζονται στη βάση των διαφορετικών αποδοχών, σχέσεων εργασίας και θέσης στην αλυσίδα παραγωγής των ειδήσεων. Απορρέουν, κατά συνέπεια, διαφορετικές προσλήψεις και οράματα για τη δημοσιογραφία:

Επιπλέον, το γνώριμο: «Η κατάσταση επιδεινώνεται και από την είσοδο στον χώρο των ΜΜΕ επιχειρηματιών που είναι ξένοι με τις εκδοτικές δραστηριότητες, με στόχο την  αποκόμιση εύκολων κερδών και πολιτικής επιρροής, και που λειτούργησε σε βάρος της ποιότητας της δημοσιογραφίας».

Άλλο μέτωπο προβληματισμού, ήταν εκείνο που ασχοληθηκε – διεξοδικά, στιγμές στιγμές οδυνηρά – με τo φαινόμενο των fake news: “Oι ψευδείς ειδήσεις και η επιδίωξη του εντυπωσιασμού είναι ασφαλώς φαινόμενα που οξύνθηκαν στους καιρούς των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, όμως προϋπήρχαν αυτών. Θα πρέπει να τονίσουμε ακόμη ότι είναι ένα φαινόμενο που οξύνεται από την εμπορευματοποίηση του ίντερνετ. Απορρύθμιση και αυτορρύθμιση απέτυχαν να διασφαλίσουν το επάγγελμα και να αποτρέψουν τη σημερινή του απαξίωση.  Η μαζικότητα των ΜΚΔ εργαλειοποιήθηκε από όσους επιδιώκουν την επικοινωνιακή διαχείριση της πληροφορίας και εκεί βρίσκεται το κίνητρο που δημιουργεί τα fake news».

Εδώ, η συζήτηση προσγείωθηκε – ευτυχώς – σε μια αυστηρή όσο και ειλικρινή παραδοχή: «Δεν έχουμε βέβαια αυταπάτες για κάποια καθαρή Αντικειμενικότητα, όχι μόνο στην κάλυψη αλλά ούτε στην επιλογή του θέματος, ούτε καν στον τίτλο. Δεν πιστεύουμε σε κάποια αφήγηση που θα υποστήριζε ότι αυτή η απόλυτη Αντικειμενικότητα κάποτε υπήρχε και σήμερα, ξαφνικά, χάνεται. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι εγκαταλείπεται η προσπάθεια για δημοκρατική διαχείριση των ροών ενημέρωσης. Χρειάζεται διαφάνεια στις προσωπικές τοποθετήσεις, πλουραλισμός και αναλογική εκπροσώπηση όλων των αντιλήψεων που σέβονται τα δικαιώματα του ανθρώπου».

Αν αυτή ήταν μια προσπάθεια κωδικοποίησης κεντρικών συμπερασμάτων του Media, Polis, Agora” η προέκταση  σε κάτι που να ανταποκρίνεται σ’ εκείνο που έχει επικρατήσει να αποκαλούμε «προτάσεις», οδηγεί  στις ακόλουθες κατευθύνσεις:

  • Ιδιαίτερα σημαντικό να προχωρήσει ο «γραμματισμός των Μέσων», η media literacy. Δηλαδή η ενίσχυση της κριτικής ικανότητας – ήδη από το σχολείο – όσων έρχονται σε επαφή με την ενημέρωση. Μόνος τρόπος να αποκρουσθεί η εισβολή των fake news στην δημόσια ζωή.
  • Οι όροι απασχόλησης των σημερινών δημοσιογράφων, με τις χαμηλές αμοιβές κι ακόμη περισσότερο την υπερεντατικοποίηση της απασχόλησης, δεν προσκρούουν απλώς στην εργασιακή νομοθεσία. Δημιουργώντας αλλοτρίωση, καταστρέφουν το ίδιο το «προϊόν» των Μέσων. Συνδυασμός νομικής και συλλογικής πίεσης στις επιχειρήσεις ΜΜΕ μπορεί να οδηγήσει στην συνειδητοποίηση της ζημιάς που προκαλείται.
  • Όλο και μεγαλύτερο μέρος της παραγόμενης σήμερα αξίας καταλήγει στους «μεγάλους του Διαδικτύου». Το πρόβλημα είναι παγκόσμιο, όμως μόνον αν ένα μέρος αυτής της αξιας – μέσω φορολόγησης ή άλλης αντίστοιχης διαδικασίας –  ανακατευθυνθεί στην ενίσχυση της ποιότητας, θα υπάρξει αντίστοιχο «αύριο» στην δημοσιογραφική παραγωγή.
  • Η συνεχής τεχνολογική μεταβολή υποχρεώνει σε συνεχή βελτίωση της κατάρτισης όλων των δραστηριοποιούμενων στον χώρο των media. Οι επιχειρήσεις ΜΜΕ οφείλουν να επωμισθούν το κόστος αυτής της συνεχούς προσαρμογής.
  • Η αναζήτηση, από μεμονωμένους δημοσιογράφους ή μικρές ομάδες, πρότυπων μορφών δραστηριοποίησης αξίζει να ενισχύεται. Είτε με πόρους από κοινωφελή ιδρύματα ή/και κονδύλια καινοτομίας, είτε με μορφές crowdfunding, είτε σε λογική crowdsourcing (δηλαδή είτε με συλλογή πόρων από το κοινό, είτε με από κοινού οργανωμενη δραστηριοποίηση ενδιαφερομένων).
  • Η συνεργασία της ακαδημαϊκης έρευνας με τον εργασιακό χώρο των δημοσιογράφων μπορεί να δημιουργήσει χρήσιμες συνέργειες . Η ενίσχυση πλατφορμών συγκέντρωσης και κωδικοποίησης υλικού, «ανοιχτού» προς αξιοποίηση, θα συμβάλει στην ποιότητα.
  • Η καθιέρωση στο εσωτερικό των – μεγάλων τουλάχιστον – Μέσων Ενημέρωσης ενός θεσμού «Συνηγόρου του Μέσου», που θα λειτουργούσε κυρίως υπέρ του αναγνώστη, θα ήταν σημαντική κίνηση σεβασμού στις αρχές της δεοντολογίας (διασταύρωση των ειδήσεων, παράθεση αντίθετης γνώμης κλπ.).