Με θέμα τις ΕλληνοΑμερικανικές σχέσεις

 

Μια ιδιότυπη ξενάγηση στην Αμερικανική οικονομική πραγματικότητα πρότεινε χθες – με την συνεργασία και την φιλοξενία του ΕΒΕΑ – το American Hellenic Institute, η πεισματική αυτή προσπάθεια της ΕλληνοΑμερικανικής Κοινότητας να εμβαθυνθούν οι σχέσεις, σε οικονομικό επίπεδο και όχι μόνο, των ΗΠΑ με Ελλάδα (και Κύπρο).

Στην εισαγωγική του τοποθέτηση, ο ακούραστος Νίκος Λαριγκάκης του ΑΗΙ θύμισε την πορεία του οχήματος αυτού που δημιούργησε το 1974 ο Γιουτζήν Ρωσσίδης – Ρεπουμπλικάνος πολιτικός, μέλος της Κυβέρνησης Αϊζενχάουερ και εν συνεχεία Νίξον  – ως αντίδραση στην εισβολή-κατοχή των Τούρκων στην Κύπρο. Το ΑΗΙ βοήθησε τότε, με σειρά ενεργειών, ώστε να επανέλθει ισορροπία στο τρίγωνο των σχέσεων ΗΠΑ-Ελλάδας-Τουρκίας, όμως εν συνεχεία διεύρυνε την λειτουργία του ώστε να λάβει τον ρόλο Ελληνικού λόμπι. Υπό την λογική αυτή, και προκειμένου να δοθεί η ευκαιρία να υπάρξει διεύρυνση των Ελληνοαμερικανικών οικονομικών σχέσεων – οι οποίες, το τελευταίο 40 χρόνια, ουσιαστικά κινούνται σε πολύ χαμηλό επίπεδο – αυτοεπιστρατεύθηκε ώστε να γίνει δεκτή η Ελλάδα (ως qualifying country) στην λειτουργία του OPIC, του Αμερικανικού φορέα ενίσχυσης και εγγύησης ιδιωτικών επενδύσεων.

Είχε ενδιαφέρον η περιγραφή του πώς το ΑΗΙ, όταν έκανε την πρώτη του προσέγγιση, έλαβε την απάντηση ότι χώρες-στόχοι για τον OPIC ήταν οι αναπτυσσόμενες – πάντως με κάτω των 14.000 δολαρίων κατά κεφαλήν εισόδημα (η Ελλάδα ήταν στις 18.000): όμως οι άνθρωποι του ΑΗΙ βρήκαν ότι ο OPIC δραστηριοποιούνταν σε Πορτογαλία, Μάλτα, Ιρλανδία – οπότε διεκδίκησαν συστηματικά (και πέτυχαν) επέκταση και στην Ελλάδα. Ανάλογα θα επιδιωχθούν τώρα και με την Export-Import Bank, χρηματοδοτικό βραχίονα εμπορικών συναλλαγών και επενδύσεων. Συνολικά, ο Ν. Λαριγκάκης επεσήμανε χαλαρότητα στην διμερή οικονομική διπλωματία: η Ελλάδα δεν διαθέτει Διμερή Συνθήκη επενδύσεων με τις ΗΠΑ (το Κόσσοβο, π.χ., διαθέτει!), ενώ η Σύμβαση Αποφυγής διπλής φορολογίας ανάγεται -χωρίς τροποποίηση έκτοτε – στο 1953…

Όμως, εκείνη η εισήγηση που φώτισε περισσότερο την απορία για την χαλαρότητα στις σχέσεις ΗΠΑ-Ελλάδας (και τούτο ανεξαρτήτως Κυβερνήσεων, αλλά και εκατέρωθεν προθέσεων…) ήταν η περιγραφή που έδωσε για το πώς λειτουργεί και με τι πνεύμα κινείται η Αμερικανική οικονομία, o Γιώργος Τσετσέκος, που είναι επίτιμος πρύτανης του LeBow Business School στο Drexel.

Περιέγραψε ο Γ. Τσετσέκος την Αμερικανική οικονομία, η οποία μετά μια αισθητή κάμψη το 2007-8 με το σοκ των subprimes έχει σαφώς ανακάμψει και θεωρείται ότι έχει μπροστά της σταθερή ανάπτυξη (όχι ιδιαίτερα γρήγορη, αλλά σταθερή) μέχρι και το 2020, ως μια οικονομία βασιζόμενη στην κατανάλωση. Υπό την έννοια ότι η κατανάλωση οδηγεί (κατά 70%) την ανάπτυξη – οπότε εκείνο που απαιτεί η λειτουργία της Αμερικανικής οικονομίας (και επιτυγχάνεται…) είναι η εξασφάλιση χαμηλής ανεργίας, πράγμα που ήδη έχει επιτευχθεί (με την ανεργία να έχει περιοριστεί απο το 10% που θεωρήθηκε μη-ανεκτό στο 5% και τάση να βρεθεί σο 4%, όπου θα ανάψει κόκκινο για την Fed). Απασχόληση σημαίνει εισοδήματα, τα οποία κινούν την οικονομία. Ταυτόχρονα, τα νοικοκυριά πέτυχαν μείωση του δείκτη δανεισμού τους, οπότε συνολική η ικανότητα τροφοδότησης της κατανάλωσης “είναι εδώ”. Εκεί όπου ο Γ. Τσετσέκος επισημαίνει σχετική αβεβαιότητα, είναι ο μακρύτερος ορίζοντας, και πάλι λόγω των τάσεων της αγοράς εργασίας σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Έτσι, αφενός παρατηρείται – παρά την χαμηλή ανεργία – τάση μείωσης του ενεργού εργατικού δυναμικού, με αποχωρήσεις αρκετών από την αγορά εργασίας. αφετέρου δεν είναι πλέον καλά τα σημάδια σε επίπεδο παραγωγικότητας.

Και η μεν Αμερικανική οικονομία, θα τον βρει τον δρόμο της! Όμως απ’ όλη την περιγραφή και την ανάλυση Τσετσέκου, προκύπτει η πελώρια διαφορά μεταξύ της consumption-oriented Αμερικανικής και της stability-obsessed Ευρώπης…