Μην παίζετε με τους αριθμούς είναι αυτοπαγιδευτικό

Του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Μπορεί ο Πυθαγόρας – βέβαια, την εποχή που ο άνθρωπος πρωτοέβγαινε από το σκοτάδι πειραματιζόμενος με τον δρόμο της φιλοσοφίας – να θεώρησε ότι οι αριθμοί κυβερνούν τα πάντα/ «πάντα κατ’ αριθμόν γίγνονται». Όμως ακόμη και τότε υπήρχε μια προειδοποίηση για τους κινδύνους της υπερβολικά εύκολης χρήσης των εννοιών.: «Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά»/δεν γίνεται να λέγονται σε όλους τα πάντα.

Προσγειώνοντας στα σημερινά, πολύ λιγότερο φωτεινά όπως αποδεικνύεται, χρόνια χρειάζεται να γίνεται η χρήση των αριθμών με μεγαλύτερη προσοχή. Γιατί, αλλιώς, αντί να φωτίζει και να ξεκαθαρίζει τα πράγματα, τα θολώνει και τα περιπλέκει.

Έτσι, λοιπόν, όταν στις 14 Σεπτεμβρίου θα ανοίξουν τα σχολεία – να μια κρυστάλλινη χρήση των αριθμών: στις 14/9/2020 είναι μια μονοσήμαντα οριζόμενη ημέρα! – και θα ξεκινήσουν να λειτουργούν, κάθε ένα παιδί θα βρίσκεται σε μια τάξη μ’ ένα συγκεκριμένο αριθμό μαθητών. Η μάνα του κάθε παιδιού θα γνωρίζει επακριβώς τον αριθμό αυτό. Η δασκάλα ή/και οι καθηγητές, μπαίνοντας σε κάθε τάξη, θα γνωρίζουν επίσης τον αντίστοιχο αριθμό. Οπότε, οι διαβόητοι 17 μαθητές ανά τάξη που ανέφερε στην ατυχή της τοποθέτηση η υπουργός Παιδείας ως μέσο όρο για την Ελλάδα (επειδή μάλλον δεν άθροισε κάποιος τους μαθητές όλων των ανά την επικράτεια τάξεων, ώστε να διαιρέσει εν συνεχεία το άθροισμα με τον αριθμό των τάξεων για να βγάλει μέσο όρο, μάλλον κάτι σαν διάμεσο θα εννοούσε: δηλαδή τον αριθμό εκείνο των μαθητών ανά τάξη, πάνω και κάτω από τον οποίο βρίσκεται ίσος αριθμός τάξεων – από τα ορεινά χωριά της Ηπείρου και τα μικρονήσια του Αιγαίου μέχρι το Λάτσειο ή το Μποδοσάκειο του Κολλεγίου ή την Γκράβα: οι αριθμοί στην κάθε σχολική μονάδα είναι αδυσώπητοι!) ελάχιστα χρησιμεύουν. Μάλλον δημιουργούν παρεξήγηση: «στου δικού μου του παιδιού την τάξη έχει 25 ή 33 μαθητές», ό,τι κι αν λένε οι μέσοι όροι ή οι διάμεσοι, όσο κι αν θεωρητικοποιείται το άχρηστο της μείωσης των αριθμών με αραίωση…

Αντίστοιχα άχρηστο (ή: περιορισμένης χρησιμότητας) είναι το να ερίζεται πόση θα καταλήξει να είναι η μείωση αποδοχών των εργαζομένων που υπάγονται στο πολυσυζητημένο πρόγραμμα «Συν-Εργασία». Όπου μειώνεται μεν ο χρόνος εβδομαδιαίας εργασίας (για όλους ή μερικούς εργαζόμενους, λόγω περιορισμένου τζίρου) μέχρι και κατά το 50%, με τον καθένα να λαμβάνει από τον εργοδότη το ποσοστό που αναλογεί στο μειωμένο ωράριο συν 60% της απώλειας του καθαρού μισθού από δημόσιους πόρους, πράγμα που οδηγεί σε αναπλήρωση μέχρι 100% στα κατώτατα. Ενώ δηλαδή ερίζεται αν η μείωση καταλήγει να είναι 20% ή 17,5% ή 23% (λόγω απώλειας δώρου Χριστουγέννων και επιδόματος αδείας το τελευταίο), κι  ενώ η αρχική αναπλήρωση ασφαλιστικών εισφορών ήταν κατά 60% ενώ τώρα πλέον κατά 100%, ενώ επιπλέον η αρχική υπαγωγή ήταν για τους προσληφθέντες μέχρι τέλος Μαΐου ενώ τώρα μέχρι μέσα Αυγούστου – στο τέλος της ημέρας ο κάθε ένας εργαζόμενος που θα υπαχθεί θα γνωρίζει τι θα έχει λάβει και τι όχι: «Στην τσέπη μου έφθασαν τελικά ΧΧΧΧ ευρώ». Ομοίως το λογιστήριο της επιχείρησής του θα γνωρίζει κατά τι ωφελήθηκε η επιχείρηση. Και τελικώς ο αριθμός όσων θα έχουν ενταχθεί θα είναι όσος είναι – 48.600, από μόλις 5.600 επιχειρήσεις, κατά την επίσημη ανακοίνωση.

Ας σημειωθεί με την ευκαιρία αυτή ότι ο αριθμός των ανέργων – ο κάθε ένας εκ των οποίων γνωρίζει άριστα ότι είναι άνεργος! – κινδυνεύει να προσαυξηθεί σταδιακά, εφόσον η συγκυρία βαρύνει κι άλλο, με εκείνους που δεν επελέγη από τις επιχειρήσεις τους να υπαχθούν στο «Συν-Εργασία» ακριβώς επειδή η υπαγωγή συνεπάγεται απαγόρευση απόλυσης…

Μην παίζετε, λοιπόν, με τους αριθμούς. Είναι αυτοπαγιδευτικό.