Μια αυτοψία της (δύσκολης) Συμφωνίας των Πρεσπών

 

Ακόμη κι αν μπορούσε να την οργανώσει την πολιτική συγκυρία, το βιβλίο του Αλέξανδρου Μαλλιά «Ελλάδα και Βόρεια Μακεδονία: Η αυτοψία της δύσκολης συμφωνίας των Πρεσπών» (στις Εκδόσεις Σιδέρη) δύσκολα θα είχε βρει καταλληλότερη στιγμή και για να κινήσει το ενδιαφέρον και για να χρησιμεύσει ως βοήθημα σε όποιον θέλει να σχηματίσει μιαν ίδια αντίληψη για το πιο αμφιλεγόμενο αυτό διπλωματικό βήμα των καιρών.

Η παρουσίαση του βιβλίου αυτού – από Βαγγέλη Βενιζέλο (ο οποίος και έχει προλογίσει, με μιαν ολοκληρωμένη δική του ανάγνωση), τον Γιώργο Κουμουτσάκο, τον Μίλτο Κύρκο, τον Χάρη Παμπούκη και την Βρετανή Πρέσβυ Κέητ Σμιθ (με τα ανεπίληπτα Ελληνικά της και με την πείρα του Μακεδονικού από το πρώτο πέρασμά της στην Αθήνα, τότε που η πΓΔΜ διεκδίκησε και απέκτησε την ανεξαρτησία της και ξεκίνησε η «μάχη του ονόματος) – λειτούργησε ως υπόδειγμα επίκαιρης ανάλυσης της Ιστορίας εν εξελίξει, έτσι που έγινε την μεθεπόμενη μέρα του εξαιρετικά αμφιλεγόμενου δημοψηφίσματος στην πΓΔΜ-που-επιδιώκει-να-γίνει-Βόρεια-Μακεδονία.

Είναι το βιβλίο αυτό του Αλέξανδρου Μαλλιά, του ανθρώπου που πρώτος άνοιξε Ελληνική διπλωματική αντιπροσωπεία στα Σκόπια – ο απόλυτος οδηγός στο Μακεδονικό, όπως αυτό έχει εξελιχθεί και επιχειρείται να καταλήξει με την Συμφωνία των Πρεσπών. Πρώτα-πρώτα κάνει κάτι το βασικό: παραθέτει, ως Παραρτήματα, τα κείμενα της Συμφωνίας (που πολλοί σχολιάζουν και αναλύουν, ασαφές όμως πόσοι έχουν διαβάσει) και μάλιστα στα Αγγλικά και τα Ελληνικά (δεν είναι χωρίς σημασία, αυτό: οι ερμηνείες θα παίξουν τον ρόλο τους)• τα κείμενα των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του 1993 που αποτελούν την βάση όλης της προσπάθειας επίλυσης της διαφοράς Αθηνών-Σκοπίων• συν μια διεξοδική ανάλυση της Απόφασης του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, του 2012, που απέβη αρνητική για την Ελλάδα (στο θέμα της εναντίωσής της, στο Βουκουρέστι, με την ένταξη της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ).

Οπλισμένος κανείς μ’ αυτό το πρωτογενές υλικό μπορεί να αξιολογήσει την ανάλυση Αλ. Μαλλιά για την Συμφωνία των Πρεσπών , ανάλυση που ξεκινά ήδη με την βαριά σε περιεχόμενο επισήμανση ότι η Συμφωνία φροντίζει για δύο πράγματα που ελάχιστα αξιολογήθηκαν έως τώρα: ότι ρητώς αναφέρεται στην διαφύλαξη της «αξιοπρέπειας» των δυο μερών, αλλά και εισάγει ως αρχή την αποφυγή (από τα μέρη) κάθε «αλυτρωτισμού και ρεβιζιονισμού» . Ζώντας στα Βαλκάνια, αυτές οι παραδοχές έχουν την δική τους αξία.

Στην συνέχεια, ο Αλ. Μαλλιάς ασχολείται διεξοδικά με τα καυτά (ή: θεωρούμενα καυτά…)ζητήματα της γλώσσας και της ιθαγένειας/υπηκοότητας, που απετέλεσαν αντικείμενο μείζονος αντιπαράθεσης – όταν πλέον το ονοματολογικό είχε προσπεραστεί με την επιλογή «Βόρεια Μακεδονία» και η συνταγματική αναθεώρηση στην γείτονα είχε τεθεί ως προϋπόθεση για να προχωρήσει ο,τιδήποτε . Επίσης δίνει ο συγγραφέας μια συνοπτική εικόνα των εσωτερικών πολιτικών ισορροπιών στην πΓΔΜ , με έμφαση τον ρόλο του Αλβανικού στοιχείου, ισορροπιών που τις είδαμε να ξετυλίγονται στο δημοψήφισμα της 30ής Σεπτεμβρίου….

Για να καταλήξει στην αποκήρυξη των προσεγγίσεων που θέλουν την Συμφωνία των Πρεσπών να αποτελεί ιστορική ήττα, ή θρίαμβο του τάδε, ή άτακτη υποχώρηση, ή ιστορική συμφωνία, ή μειοδοσία/προσοδία/άνευ όρων υποταγή. Και να σταθεί στην επισήμανση μεν των αδυναμιών («Αχίλλειο πτέρνα») της Συμφωνίας – γλώσσα και ιθαγένεια/υπηκοότητα/εθνικότητα – αλλά με την παραδοχή ότι η «επιτυχής επίλυση του ονοματολογικού ελαφρύνει τα βάρη της Ελληνικής πολιτικής», πλην όμως «μεταφέρει στις επόμενες γενεές τις βασικές γενεσιουργές προκλήσεις του Μακεδονικού».

Στεκόμαστε εδώ. Για να παρατηρήσουμε ότι αν – ΑΝ! – η συζήτηση Βενιζέλου/Κουμουτσάκου/Κύρκου/Παμπούκη είχε λειτουργήσει σαν πρότυπο δημόσιας αντιπαράθεσης απόψεων και αναζήτησης συγκλίσεων/κοινών τόπων στην εσωτερική μας σκηνή – με όλες τις αντιθέσεις και διαφορές – τότε η Συμφωνία των Πρεσπών θα είχε πολύ καλύτερες προοπτικές να λειτουργήσει ως λύση, αντί ως αφορμή προστριβών.