Οικονομική Επιθεώρηση, Σεπτέμβριος 2020, τ. 998

από τον Τhe Economist

 

Μια νέα εποχή αρχίζει

Η πανδημία έχει επισπεύσει τον αναστοχασμό για τα μακροοικονομικά

 

Στην εκδοχή που γνωρίζουμε σήμερα, τα μακροοικονομικά ξεκίνησαν το 1936 με την έκδοση της «Γενικής Θεωρίας της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος» του Τζον Μέιναρντ Κέινς. Η μετέπειτα εξέλιξή τους μπορεί να χωριστεί σε τρεις εποχές. Η φάση που επικαθορίστηκε από τις κεϊνσιανές ιδέες άρχισε τη δεκαετία του ‘40. Μέχρι το 1970 είχε πλέον βρεθεί αντιμέτωπη με πρόβλημα που δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει, κι έτσι, τη δεκαετία του ‘80, άρχισε η μονεταριστική εποχή, η οποία συνήθως συσχετίζεται με τη δουλειά του Μίλτον Φρίντμαν. Τη δεκαετία του ‘90 και του 2000 οι οικονομολόγοι συνδύαζαν προσεγγίσεις και των δύο σχολών. Τώρα όμως, μπροστά στην καταστροφή που αφήνει πίσω της η πανδημία του κορονοϊού, μια νέα εποχή αρχίζει. Τι περιλαμβάνει;

Την κεντρική ιδέα των κεϊνσιανών Οικονομικών αποτελεί η διαχείριση του οικονομικού κύκλου – πώς, δηλαδή, θα καταπολεμηθούν οι περίοδοι ύφεσης και πώς θα εξασφαλισθεί ότι θα βρίσκουν δουλειά όσο το δυνατόν περισσότεροι από εκείνους που το επιθυμούν. Σε αντίθεση με άλλες μορφές της οικονομικής θεωρίας των αρχών του 20ού αιώνα, ο κεϊνσιανισμός προνοούσε για σημαντικό ρόλο του κράτους στην επιδίωξη αυτού του σκοπού. Η εμπειρία της Μεγάλης Ύφεσης είχε πείσει τους πρωτοκεϊνσιανούς ότι η οικονομία δεν ήταν ένας αυτορρυθμιζόμενος οργανισμός. Οι κυβερνήσεις αναμενόταν να δημιουργούν μεγάλα ελλείμματα (δηλαδή να δαπανούν περισσότερα απ’ όσα συνέλεγαν σε φόρους) στις φάσεις κάμψης της οικονομικής δραστηριότητας προκειμένου να στηρίζουν τις οικονομίες, και τούτο με την προσδοκία ότι θα αποπλήρωναν το συσσωρευόμενο χρέος στη διάρκεια των θετικών φάσεων.

Το κεϊνσιανό υπόδειγμα κατέρρευσε τη δεκαετία του ‘70. Ο σταθερά υψηλός πληθωρισμός και η ταυτόχρονα μεγάλη ανεργία εκείνης της δεκαετίας (ο «στασιμοπληθωρισμός») δημιούργησε αδιέξοδο στη σκέψη των οικονομολόγων, καθώς αυτοί πίστευαν ότι οι δύο αυτές μεταβλητές συνήθως κινούνταν αντίρροπα. Αυτό, με τη σειρά του, έπεισε τους υπεύθυνους για τη χάραξη της οικονομικής πολιτικής ότι δεν ήταν πλέον εφικτό «να βγει κανείς από μια ύφεση μέσω των δαπανών», όπως παραδέχθηκε (το 1976) ο τότε πρωθυπουργός της Βρετανίας Τζέιμς Κάλαχαν. Κεντρική παραδοχή της κριτικής που είχε αρθρώσει ο Φρίντμαν κατά του κεϊνσιανισμού ήταν ότι, άμα οι υπεύθυνοι της οικονομικής πολιτικής προσπαθούσαν να τονώσουν την οικονομία χωρίς να αντιμετωπίζουν τις υποκείμενες διαρθρωτικές αδυναμίες, τότε θα οδηγούσαν σε αύξηση του πληθωρισμού χωρίς να εξασφαλίσουν υποχώρηση της ανεργίας. Στη συνέχεια, ο υψηλός πληθωρισμός θα συνεχιζόταν, καθώς θα είχε ενσωματωθεί στις προσδοκίες του κόσμου.

Οι υπεύθυνοι για την οικονομική πολιτική αναζήτησαν μια νέα προσέγγιση. Οι μονεταριστικές απόψεις της δεκαετίας του ‘80 ενέπνευσαν τον Πολ Βόλκερ –τότε πρόεδρο της αμερικανικής Fed– να καταπνίξει τον πληθωρισμό σφίγγοντας την προσφορά χρήματος, και τούτο πάρα το γεγονός ότι αυτό προξένησε ύφεση ο οποία απογείωσε την ανεργία. Το γεγονός ότι ο Βόλκερ γνώριζε ότι αυτή θα ήταν πιθανόν η συνέπεια της κίνησής του αποκάλυψε ότι είχε αλλάξει και κάτι άλλο: πολλοί μονεταριστές επιχειρηματολογούσαν ότι η έως τότε εφαρμοζόμενη πολιτική είχε περισσότερο ως στόχο την άρση των εισοδηματικών και περιουσιακών ανισοτήτων και λιγότερο την εξασφάλιση της οικονομικής αποτελεσματικότητας. Αντί γι’ αυτό, θα ‘πρεπε να στραφεί κανείς στα θεμελιώδη –όπως είναι ο χαμηλός και σταθερός πληθωρισμός– που θα δημιουργούσαν μακροπρόθεσμα τις προϋποθέσεις προκειμένου να βελτιωθεί το βιοτικό επίπεδο.

 

Ακούγεται σαν μουρμουρητό

Τη δεκαετία του ‘90 και εκείνην του 2000 προέκυψε μια σύνθεση του κεϊνσιανισμού και του φριντμανισμού. Κατέληξε εντέλει στη σύνθεση μιας πολιτικής που ονοματίσθηκε «ελαστική στόχευση πληθωρισμού» και η οποία ως κεντρικό αντικείμενο είχε την εξασφάλιση χαμηλού και σταθερού πληθωρισμού – αν και με ένα κάποιο περιθώριο για να προτάσσεται η απασχόληση σε περιόδους κάμψης των οικονομιών, ακόμη κι αν ο πληθωρισμός θα διαμορφωνόταν σε δυσάρεστα υψηλό επίπεδο. Βασικό εργαλείο της διαχείρισης των οικονομιών ήταν πλέον η αύξηση ή μείωση των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων, που –όπως απεδείχθη– ήταν πιο καθοριστικά για την κατανάλωση απ’ ό,τι η προσφορά χρήματος. Η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών από τις κυβερνήσεις εξασφάλιζε ότι δεν θα έπεφταν στις πληθωριστικές παγίδες που επέσειε ο Φρίντμαν. Η δημοσιονομική πολιτική παραμερίστηκε ως μέθοδος διαχείρισης του οικονομικού κύκλου, εν μέρει επειδή κρίθηκε ότι ήταν υπερβολικά εκτεθειμένη στην επιρροή των πολιτικών. Η αποστολή της δημοσιονομικής πολιτικής ήταν να κρατάει το δημόσιο χρέος σε χαμηλό επίπεδο, καθώς και να αναδιανέμει τα εισοδήματα στον βαθμό και με τον τρόπο που πρόκριναν οι πολιτικοί.

Ήδη φαινόταν ότι αυτό το κυρίαρχο οικονομικό υπόδειγμα φθάνει στα όριά του. Άρχισε να κλονίζεται μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2009, καθώς οι διαμορφωτές πολιτικής βρέθηκαν αντιμέτωποι με δύο μεγάλα προβλήματα. Το πρώτο: το επίπεδο της ζήτησης στις οικονομίες –χοντρικά: η συνολική ροπή προς κατανάλωση σε σχέση με τη συνολική ροπή προς αποταμίευση– έδειξε να έχει μειωθεί, μόνο του, λόγω της κρίσης. Προκειμένου να καταπολεμήσουν αυτή την υποχώρηση, οι κεντρικές τράπεζες περιέκοψαν κατά πολύ τα επιτόκια και ξεκίνησαν την ποσοτική χαλάρωση (το QE, δηλαδή το τύπωμα χρήματος για την αγορά ομολόγων). Ακόμη όμως και μ’ αυτή την ιδιαίτερη νομισματική πολιτική, η ανάκαμψη από την κρίση απεδείχθη αργή και μακρόσυρτη. Τελικά οι αγορές εργασίας ανέκαμψαν, όμως ο πληθωρισμός παρέμεινε σε χαμηλά επίπεδα.

Τα τέλη της δεκαετίας του 2010 λειτούργησαν ταυτόχρονα σαν η νέα δεκαετία του ‘70 και η αντι-δεκαετία του ‘70: ούτε η ανεργία ούτε ο πληθωρισμός συμπεριφέρονταν όπως αναμενόταν – όσο κι αν, αυτή τη φορά, έμειναν και τα δύο μεγέθη παράξενα χαμηλά. Αυτό, με τη σειρά του, δημιούργησε αμφιβολίες για το πώς θα έπρεπε να προχωρήσει η διαχείριση των οικονομιών. Οι κεντρικοί τραπεζίτες είδαν ότι το επίπεδο του επιτοκίου, που θα χρειαζόταν προκειμένου να δημιουργηθεί αρκετή ζήτηση, βρισκόταν κάτω από το μηδέν. Δύσκολο να φθάσουν στο σημείο αυτό, καθώς άμα οι τράπεζες επιχειρούσαν να επιβάλουν αρνητικά επιτόκια οι πολίτες πιθανόν να απέσυραν τα χρήματά τους και να τα έκρυβαν στο σεντούκι. Εναλλακτικό εργαλείο θα ήταν το QE – όμως η αποτελεσματικότητά του ήταν αμφιλεγόμενη. Αυτές οι συζητήσεις δρομολόγησαν συνολικό αναστοχασμό […].

Το δεύτερο πρόβλημα μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση αφορούσε την κατανομή. Μια πρόδηλη αύξηση της ανισότητας μετά το 1980 απέκτησε κεντρική σημασία στην οικονομική έρευνα. Ορισμένοι προέβαλαν το επιχείρημα ότι η αδύναμη οικονομική ανάπτυξη συσχετιζόταν με την ανισοκατανομή των ωφελημάτων από τα κέρδη της οικονομικής δραστηριότητας. Οι πλούσιοι εμφανίζουν ισχυρότερη ροπή προς αποταμίευση παρά προς κατανάλωση· οπότε, άμα το μερίδιό τους στο συνολικό εισόδημα αυξηθεί, τότε η συνολική αποταμίευση θα σημειώσει άνοδο. Την ίδια στιγμή, πάντως, οι κεντρικές τράπεζες βρέθηκαν αντιμέτωπες με καταγγελίες στον Τύπο ότι τα χαμηλά επιτόκια και η εφαρμογή του QE οδηγούσαν σε αύξηση των ανισοτήτων με την ανοδική πίεση που ασκούσαν στις τιμές των κατοικιών και των μετοχών.

Παράλληλα, όμως, άρχισε να γίνεται φανερό πόσο η τόνωση των οικονομιών μπορούσε να βοηθήσει τους φτωχούς, άμα οδηγούσε σε υποχώρηση της ανεργίας σε σημείο που οι αμοιβές των χαμηλόμισθων να αυξάνονται. «Παρατηρούμε καθαρά ότι αυτή η μακρά περίοδος ανάκαμψης ωφελεί τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, σε επίπεδο που δεν γνωρίζαμε εδώ και δεκαετίες», σύμφωνα με τον πρόεδρο της Fed Τζερόμ Πάουελ, τον Ιούλιο του 2019 […].

 

Και τότε, άλλαξαν τα πράγματα

Ύστερα, ήρθε το πλήγμα του κορονοϊού. Οι προμηθευτικές αλυσίδες και η παραγωγή γνώρισαν ισχυρή διαταραχή, πράγμα που κανονικά θα είχε επιφέρει απότομη άνοδο των τιμών καθώς η προμήθεια πρώτων υλών και έτοιμων προϊόντων έγινε δυσκολότερη. Η μεγαλύτερη όμως επίπτωση της πανδημίας παρατηρήθηκε στο σκέλος της ζήτησης, με αποτέλεσμα οι προσδοκίες για τον μελλοντικό πληθωρισμό και για τα επιτόκια να υποχωρήσουν κι άλλο. Η επιθυμία για επενδύσεις υποχώρησε έντονα, ενώ οι περισσότεροι στον πλούσιο κόσμο βρέθηκαν να αποταμιεύουν πλέον το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους.

Όμως, η πανδημία ανέδειξε και ενέτεινε τις ανισότητες στο οικονομικό σύστημα. Όσοι απασχολούνται σε δουλειές γραφείου μπόρεσαν να λειτουργήσουν με τηλεργασία, όμως πολλοί σε «ουσιώδεις» εργασίες (οι ντελιβεράδες, οι οδηγοί, οι άνθρωποι της καθαριότητας) πρέπει να συνεχίσουν τη φυσική επαφή με το αντικείμενο της δουλειάς τους, οπότε είναι πιο εκτεθειμένοι στην Covid-19, αν και πληρώνονται λιγότερο. Σε κλάδους πάλι όπως η ξενοδοχία ή η εστίαση (με μεγάλη συμμετοχή νέων, γυναικών και εγχρώμων) υπήρξαν εκτεταμένες απολύσεις […].

Ακόμη και πριν από την έλευση της Covid-19, οι υπεύθυνοι της οικονομικής πολιτικής είχαν αρχίσει να επικεντρώνονται στην ισχυρότερη επίπτωση που έχει η άνοδος και η υποχώρηση του οικονομικού κύκλου στους φτωχούς. Τώρα όμως, προέκυψε μεγαλύτερη αίσθηση επείγοντος. Αυτή ακριβώς βρίσκεται πίσω από τη μεταβολή των μακροοικονομικών. Πρώτη προτεραιότητα για τους οικονομολόγους είναι και πάλι η επαναφορά της πλήρους απασχόλησης […]. Μέχρι τον Ιούλιο του 2020 οι πλούσιες χώρες έχουν ανακοινώσει δημοσιονομική τόνωση ύψους περί τα 4,2 τρισ. δολάρια, που οδηγεί τα ελλείμματά τους σχεδόν στο 17% του ΑΕΠ – και τούτο τη στιγμή που οι ισολογισμοί των κεντρικών τραπεζών τους έχουν φθάσει το 10% του ΑΕΠ. Η πελώρια αυτή τόνωση ηρέμησε τις αγορές, απέτρεψε την κατάρρευση επιχειρήσεων και προστάτευσε τα εισοδήματα των νοικοκυριών.

[…] Τα τελευταία χρόνια οι περισσότεροι κεντρικοί τραπεζίτες έχουν μετακινηθεί προς την κατεύθυνση εκκλήσεων προς τις κυβερνήσεις να αξιοποιήσουν τους προϋπολογισμούς τους προκειμένου να τονώσουν τον ρυθμό ανάπτυξης. Η Κριστίν Λαγκάρντ εγκαινίασε τη θητεία της ως προέδρου της ΕΚΤ με έκκληση για δημοσιονομική τόνωση. Ο δε Τζέρομ Πάουελ της Fed πρόσφατα προειδοποίησε το αμερικανικό Κογκρέσο να μην αποσύρει πρόωρα τα μέτρα δημοσιονομικής ανταπόκρισης στην πανδημία που είχαν νομοθετηθεί. Βέβαια, τα πελώρια προγράμματα δημοσιονομικής τόνωσης σημαίνουν ότι ο λόγος δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ ανεβαίνει. Όμως, αυτή η εξέλιξη δεν τρομάζει πλέον σοβαρά τους οικονομολόγους. Αυτό συμβαίνει επειδή τα τωρινά χαμηλά επιτόκια επιτρέπουν στις κυβερνήσεις να εξυπηρετούν πολύ μεγαλύτερα ποσά δημοσίου χρέους.

Άμα τα επιτόκια μείνουν χαμηλότερα από τα ονομαστικά ποσοστά ανάπτυξης (δηλαδή πριν από την προσαρμογή για την επίπτωση του πληθωρισμού), τότε μια οικονομία θα μπορεί να ξεφύγει από το χρέος μέσω της ανάπτυξης, χωρίς να χρειαστεί ποτέ να παρουσιάσει πλεόνασμα στον προϋπολογισμό της, σύμφωνα με τον Olivier Blanchard του Ινστιτούτου Peterson […].

Όλες οι νέες προσεγγίσεις στα μακροοικονομικά θα ανταγωνισθούν πλέον για επικράτηση σ’ ένα πολιτικό περιβάλλον όπου –αιφνιδίως– φαίνεται πολύ πιθανότερη η αλλαγή. Ποιος θα φανταζόταν, πριν από μόλις 6 μήνες, ότι οι μισθοί δεκάδων εκατομμυρίων εργαζομένων ανά την Ευρώπη θα καταβάλλονταν από προγράμματα κυβερνητικά χρηματοδοτούμενης υποχρεωτικής άδειας, ή ότι 7 στους 10 Αμερικανούς που έχασαν τη δουλειά τους σ’ αυτή την ύφεση θα κέρδιζαν ως επίδομα ανεργίας περισσότερα από τους μισθούς τους προηγουμένως; Λόγω των μαζικών σωστικών παρεμβάσεων, «ο ρόλος του κράτους στην οικονομία θα αποδειχθεί πιθανόν πολύ μεγαλύτερος», σύμφωνα με την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών.

 

Πρόκειται για επανάσταση;

Πολλοί οικονομολόγοι επιθυμούν αυτού ακριβώς του είδους κρατική παρέμβαση, που όμως περιλαμβάνει προφανείς κινδύνους. Οι κυβερνήσεις εκείνες που οι χώρες τους ήδη επιβαρύνονται με σημαντικό χρέος θα μπορούσαν να αποφασίσουν ότι το να ανησυχεί κανείς για τα δημοσιονομικά ελλείμματα είναι δείγμα δειλίας, καθώς και ότι η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών δεν έχει σημασία. Αυτό θα κατέληγε σε δημιουργία υψηλού πληθωρισμού και θα υπενθύμιζε με δυσάρεστο τρόπο την παλιά εποχή. Οι μεταρρυθμίσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα θα μπορούσαν να δυσλειτουργήσουν. Η έμφαση σε ισχυρότερη αναδιανομή μπορεί να βγάλει τις οικονομίες από τη στασιμότητα – όμως οι βαρείς φόροι θα μπορούσαν εξίσου να αποθαρρύνουν την απασχόληση, την επιχειρηματικότητα και την καινοτομία.

Ο αναστοχασμός πάνω στα Οικονομικά αποτελεί μια ευκαιρία. Σήμερα υπάρχει πλέον αυξανόμενη συναίνεση γύρω από το ότι οι αγορές εργασίας μπορεί να δώσουν στους εργαζομένους μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη, χωρίς να υπάρχει ανάγκη για μεγάλη αναδιανομή. Μια ψύχραιμη επαναξιολόγηση του δημοσίου χρέους θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκείνες τις πράσινες δημόσιες επενδύσεις, που είναι αναγκαίες προκειμένου να καταπολεμηθεί η κλιματική αλλαγή. Οι δε κυβερνήσεις θα μπορούσαν να εγκαινιάσουν μια νέα εποχή χρηματοπιστωτικής λειτουργίας, με μεγαλύτερη καινοτομία, φθηνότερη διαμεσολάβηση και ενδεχομένως μια νομισματική πολιτική χωρίς τους περιορισμούς που συνεπάγεται η παρουσία των ρευστών.

Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι το παλαιό οικονομικό υπόδειγμα δείχνει κουρασμένο. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η αλλαγή βρίσκεται επί θύραις.