Μια χρήσιμη συζήτηση

 

Στην όμορφα ανακαινισμένη αίθουσα «Αρης Γαρουφαλής» του Ωδείου Αθηνών, στα πλαίσια της παρουσίασης του συλλογικού τόμου «Κατανοώντας την Ελληνική Κρίση» (που αποτελεί, ουσιαστικά, αποκρυστάλλωση των εργασιών του Παρατηρητηρίου για την Κρίση του ΕΛΙΑΜΕΠ, που ξεκίνησε ως προσπάθεια το 2013) , οι τοποθετήσεις Γιώργου Χουλιαράκη – Ελένης Λουρή – Πάνου Τσακλόγου – κράτησαν λιγότερο την ευρύτερη δημόσια προσοχή απ’ όσο άξιζαν. Με δεδομένο ότι ο Γ. Χουλιαράκης ούτως ή άλλως έφθασε να είναι κεντρικό πρόσωπο της από το 2015 και πέρα τρικυμισμένης περιόδου, δεν ήταν παράξενο που η δική του παρατήρηση περί «κινδύνου ενός νέου δημοσιονομικού παραστρατήματος», με δεδομένο μάλιστα το «εκλογικό έτος 2019» (και με απλή αναλογική στο βάθος…) ήταν εκείνη που περισσότερο σχολιάσθηκε. Μαζί και με την παραδοχή ότι η αποδοχή των Προγραμμάτων Στήριξης/Μνημονίων απετέλεσε ορθή επιλογή, για άμβλυνση των επιπτώσεων της de facto χρεοκοπίας που, αλλιώς, θα ήταν ανοιχτή και βιαιότερη και θα οδηγούσε σε Grexit.

Όμως, θαρρούμε, εκείνο που θάταν χρησιμότερο να είχε κρατηθεί από την συζήτηση αυτή, είναι ο συνδυασμός της προοπτικής που άφησε να διαφανεί η τοποθέτηση Χουλιαράκη με μια πολύτιμη παρατήρηση-διευκρίνηση Τσακλόγλου. Ο Χουλιαράκης, ο οποίος ήδη σε αρκετές περιπτώσεις – όπως σε διοργανώσεις του Economist …. – έχει τοποθετηθεί υπέρ της απόψεως ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα τάξης 3,5% του ΑΕΠ, άπαξ και επιτευχθούν, είναι διατηρήσιμα, εδώ έδειξε να στέκεται με (σχεδόν) φόβο μπροστά στο ενδεχόμενο επανεμφάνισης του «εκλογικού κύκλου» στην διαχείριση της οικονομίας. Εκλογικού κύκλου ο οποίος, με την επιτήρηση/εποπτεία ή όπως αλλιώς ονοματισθεί ή/και απομείνει μετά την λήξη (και) του Μνημονίου-3, κανονικά θάπρεπε να έχει «εξομαλυνθεί». Ο Χουλιαράκης, αληθινά, επαναφέρει μ’ αυτόν τον τρόπο την ουσιαστική την επιφυλακτικότητα ως προς το σκόπιμο ή μη μιας clean exit δηλαδή εξόδου χωρίς περαιτέρω εξωγενείς περιορισμούς. Βαρύ.

Έρχεται όμως ο Τσακλόγλου και, εμμένοντας λίγο περισσότερο στην διάσταση «πρωτογενές πλεόνασμα» επισημαίνει με έμφαση ότι μπορεί χώρες σαν το Βέλγιο να πέτυχαν – και να διατήρησαν επί διάστημα μεγαλύτερο των δυο 10ετιών – πρωτογενή πλεονάσματα πάνω απο 3% του ΑΕΠ, με μια όμως ογκώδη, συνθλιπτική διαφορά: ότι στο Βέλγιο το μεγάλο μέρος του δημόσιου χρέους διακρατείτο στο εσωτερικό, ιδίως από τις εγχώριες Τράπεζες. Οπότε, οι πόροι που απορροφούνταν από την οικονομία με τα πλεονάσματα, πήγαιναν στα χέρια αυτά και… επανατροφοδοτούσαν την εγχώρια οικονομία. Αντιθέτως, αντιδιαμετρικά θέλεγε κανείς, στην Ελληνική περίπτωση τα πρωτογενή πλεονάσματα που θα αποστραγγίζονται εφεξής από την εγχώρια οικονομία θα στέλνονται στο εξωτερικό, αφού εκεί (και δη από τον «επίσημο τομέα», βασικά τον ESM) διακρατείται κυρίως το Ελληνικό χρέος. Ο τέλειος υφεσιακός μηχανισμός!

Άμα τώρα προσθέσει κανείς την διάσταση του χρηματοπιστωτικού τομέα που προσέγγισε η Ελένη Λουρή – ο οποίος στην Ελλάδα υπέστη το σοκ της κρίσης του δημοσίου χρέους, αντί να την δημιουργήσει όπως σε άλλες χώρες – βλέπει πώς η συζήτηση για την ελληνική κρίση (και για την έξοδο απ’ αυτήν) είναι μακριά από το να έχει ολοκληρωθεί. Διαπραγματευτικά, η τελική ευθεία ίσως αποδειχθεί κι αυτή πολύ ανηφορική.