Μιλώντας για συνεννόηση και συναίνεση – με ενδιαφέρον αλλά περιορισμένη αποτελεσματικότητα

 

Με αφορμή τα 40 χρόνια της Ορθόδοξης Ακαδημίας Κρήτης, που πήρε και την σχετική πρωτοβουλία, μαζί με την Περιφέρεια Κρήτης (και την Περιφερειακή Ένωση Δήμων της Κρήτης), οργανώθηκε το Σάββατο 28 Απριλίου στην Ορθόδοξη Ακαδημία – στο Κολυμπάρι, πέρα από τα Χανιά – μια συζήτηση/απόπειρα Εθνικής συνεννόησης.

Πήραμε τον δρόμο για το Κολυμπάρι και παρακολουθήσαμε – με κάπως προσκυνηματική διάθεση, είν’ αλήθεια, και δεν το λέμε με θρησκευτική λογική αλλ’ ως αναζήτηση μιας χαμένης ατμόσφαιρας συναίνεσης στην άνυδρη γη της Ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας – τις συζητήσεις.

Θα καταθέσουμε, εδώ, μερικές τοποθετήσεις εισηγητών που θεωρούμε ότι ξεχώρισαν. Έχουμε την συναίσθηση ότι αδικούμε τους υπόλοιπους όμως… αυτά έχει η ζωή. Λοιπόν:

Ξεκινούμε με την παρέμβαση του Λαοκράτη Βάσση, ο οποίος αρέσκεται να παρουσιάζει τον εαυτό του ως καθηγητή Μέσης Εκπαίδευσης πλην αποτελεί εμβληματική φιγούρα του αντιδικτατορικού αγώνα και πολιτικό «γκουρού» της σημερινής κυβερνώσας Αριστεράς (προτού βέβαια αυτή καταστεί κυβερνώσα…). Μίλησε για οριακή στιγμή στην οποία βρίσκεται η σημερινή Ελλάδα, εξειδικεύοντας την οριακότητα σε δημογραφική κατάρρευση, σε πολιτιστική κρίση και μόνον τελευταία αναφέροντας την χρεοκοπία του 2010. Υπ’ αυτήν την έννοια, η συνεννόηση προκύπτει «εκ των ων ουκ άνευ»: όμως από την όποια συνεννόηση προηγείται η κοινή εν-νόηση του προβλήματος – πράγμα που γι αυτόν αποτελεί πολλαπλά ζητούμενο.

Για τον Βάσση, λοιπόν, στα ζητούμενα αυτά προκύπτει ήδη το ότι «είμαστε έθνος, οχι χώρος», και μάλιστα έθνος παλαιό και όχι νέο-ιστορικό δημιούργημα: «το έθνος δημιούργησε το Κράτος σ’ εμάς». Σ’ αυτήν ακριβώς την βάση, χρειάζεται «δημιουργική συμφιλίωση με το πολλαπλό παρελθόν: αρχαίο, ελληνιστικό, βυζαντινό», αλλά και ενοποίηση της πολιτιστικής ταυτότητας.

Στοιχεία της κοινής ιστορικής πορείας όπως η ανοιχτότητα, η φωτεινότητα, η αντιστασιακότητα, μαζί  με την διατήρηση μεγάλων πραγμάτων – όπως ο λόγος, το μέτρον, το καλόν από τα βάθη τη ιστορικής εμπειρίας ή το φιλότιμο, η λεβεντιά, ακόμη και ο καημός από την νεότερη πορεία – έρχεται να συνδυαστεί σήμερα με μια σύμφυτη Ευρωπαϊκότητα της Ελλάδας των Ελλήνων. Με την διευκρίνηση όμως ότι χρειάζεται σ’ αυτήν  προσοχή στην ανάγνωση ώστε να αποκλεισθεί «τόσο ο αντι-Ευρωπαϊσμός όσο και η απλοϊκή Ευρωπάθεια».

Δεν προκύπτει εύκολη μια τέτοια κοινή εν-νόηση, δηλαδή ένα «κοινά αποδεκτό πολιτιστικό αλφαβητάρι» απ’ όπου να αποκλείεται και η εθνοφυλεκτική τοξικότητα και ο εθνοαποδομισμός: όμως απ’ αυτήν και μόνο θα μπορούσε να προκύψει για την Ελλάδα μια «επανιδρυτικών διαστάσεων επανεκκίνηση».

 

*    *

Στην συνέχεια, ο συνειδητά αποστρατευμένος πολιτικά Αλέκος Παπαδόπουλος που το πέρασμά του δεν παύει να σηματοδοτεί κάτι το ιδιαίτερο στην πολιτική σκηνή, επέλεξε να προσεγγίσει το θέμα από την οπτική των θεσμών – σπεύδοντας όμως να διευκρινήσει ότι οι θεσμοί ΔΕΝ είναι οι νόμοι αλλά «η συμφωνία μιας κοινωνίας να έχει αξίες στις οποίες θα αυτοπειθαρχεί». Η Ελλάδα στην εποχή μετά-τα-Μνημόνια χρειάζεται να συνειδητοποιήσει ότι θα κινείται στα πλαίσια μιας συλλογικής διακυβέρνησης – εκείνην της Ευρώπης, που διαθέτει κανόνες αλλά και ενσωματώνει ανταγωνισμούς: σ’ αυτήν την συνθήκη «τις μάχες κερδίζουν όσοι συγκλίνουν με αυτοπεποίθηση στον μετασχηματισμό της Ευρώπης».

Για τον Αλέκο Παπαδόπουλο, η κρίση που εκδηλώθηκε στην Ελλάδα οφείλεται στο ότι αυτή δεν ολοκληρώθηκε ποτέ κοινωνικά, καθώς «οι δραπέτες της φτώχειας των δεκαετιών του ΄50 και του ΄60 δεν είχαν πολιτιστική ανέλιξη ανάλογη με την οικονομική». Στην δε κοινωνία, διαμορφώθηκε «μεσαίο καταναλωτικό στρώμα, όχι μεσαία τάξη» προς την οποία αντιστοιχήθηκε ένα φθίνον πολιτικό σύστημα που ανατροφοδοτεί το θεσμικό κενό καθώς «οι θεσμοί λειτούργησαν ως εξουσιαστικό τρόπαιο». Υπ’ αυτές τις συνθήκες, όσες φορές επιχειρήθηκε συνεννόηση, αυτό έγινε λόγω της επέλευσης κρίσης – που οδήγησε σε «συγκολλήσεις για την εξόντωση του αντιπάλου» και όχι σε αποδοχή των πειθαρχιών μιας συνεργασίας. Σήμερα όμως «με την κοινωνία στα σύνορα απόγνωσης και παραίτησης», η αναφορά στην συνεννόηση προσλαμβάνει άλλη διάσταση.

 

*    *

Ο βετεράνος των Ευρωπαϊκών θεμάτων Αλέκος Κρητικός ξεκίνησε επιχειρώντας να ξεχωρίσει συνεννόηση από συναίνεση, θεωρώντας – με μόλις υποκρυπτόμενο το υπονοούμενο για τις σημερινές συνθήκες! – ότι «όταν ειλικρινώς απευθύνεται πρόσκληση σε συνεννόηση, τότε έχει γίνει ο μισός δρόμος για την επίτευξη συναίνεσης». Επέλεξε να στηρίξει την προσέγγισή του στρεφόμενος σε συγκεκριμένα πρακτικά ζητήματα όπου προέκυψε μια τέτοια επαλήθευση, αφού πρώτα κατέθεσε την άποψη ότι «η λειτουργία στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπήρξε εργαστήρι συνεννόησης». Πρώτος λοιπόν τομέας έμπρακτης συνεννόησης υπήρξε ο χειρισμός, διαχρονικά, των εθνικών θεμάτων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. (Μάλιστα από το χωνευτήρι του ΕυρωΚοινοβουλίου θεωρεί ότι προέκυψε, ή πάντως διευκολύνθηκε η εμβληματική Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του 1991, η οποία διαμορφώθηκε μετά την γνωριμία Λάμπρου Κανελλόπουλου-Στέλιου Αργυρού στα πλαίσια του Ε.Κ.).

Από κει και πέρα, όταν βρέθηκαν υπό διαμόρφωση και ψήφιση τα ΜΟΠ/Ολοκληρωμένα Μεσογειακά Προγράμματα, τα οποία βασικά πιστώθηκαν οι Κυβερνήσεις Ανδρέα Παπανδρέου ή/και οι χειρισμοί Θόδωρου Πάγκαλου, καίρια υπήρξε η στήριξη στο Ευρωκοινοβούλιο από τον (Νεοδημοκράτη) Φιλώτα Καζάζη. Όταν, αργότερα, επιχειρήθηκε με επιτυχία ο διπλασιασμός των πόρων του Πακέτου Ντελόρ (που υπήρξε υπερδιπλασιασμός για την Ελλάδα…) από κοινού υπεστήριξαν στο Ευρωκοινοβούλιο Παρασκευάς Αυγερινός και Τάκης Λαμπρίας. Ενώ όταν προέκυψε το πρόβλημα της στήριξης των παλιννοστούντων ΕλληνοΠοντίων, σε ερώτηση του Ευρωβουλευτή Βασίλη Εφραιμίδη (ΚΚΕ) μεθοδεύθηκε να απαντήσει θετικά η (Επίτροπος, τότε) Βάσω Παπανδρέου, δίνοντας έτσι λαβή ώστε να διευρυνθεί προς αυτόν τον πληθυσμό η χρηματοδοτική στήριξη του Προγράμματος Horizon. Το οποίο κανονικά αφορούσε μειονεκτούντα άτομα αλλά «ξετεντώθηκε» ώστε να περιλάβει τους παλλιννοστούντες.

Ακόμη πιο βαριά σε περιεχόμενο υπήρξε η πολυετής προσπάθεια, που ξεκίνησε μεν επί Ανδρέα Παπανδρέου/Θόδωρου Πάγκαλου (με καίριο ρόλο Γιάννου Κρανιδιώτη), όμως στηρίχθηκε και από Κωνσταντίνο Μητσοτάκη ενώ ολοκληρώθηκε επί Κώστα Σημίτη, για ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Κίνηση που στέφθηκε με επιτυχία παρά τις πολλές δυσχέρειες – και άλλαξε καθοριστικά τις σχέσεις επιρροής στο δίδυμο τρίγωνο Ελλάδας-Τουρκίας-Κύπρου και Κύπρου-ΕΕ-Τουρκίας.

 

*    *

Εμπειρίες από αντίστοιχες προσπάθειες ανέπτυξε και η Μαριέττα Γιαννάκου, πολιτικός με διαχρονική λογική αναζήτησης συναινέσεων, με τρεις θητείες (1989/1999/2009) επικεφαλής των Ευρωβουλευτών της Ν.Δ. στο Ευρωκοινοβούλιο. Η οποία για παράδειγμα θυμήθηκε την διαχείριση της περίπτωσης των μειονοτικών σχολείων στην Αλβανία που συνέπεσε με την προσπάθεια του τότε καθεστώτος Μπερίσα να πετύχει την εισδοχή του στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα. ή πάλι τις παρασκηνιακές κινήσεις ώστε η κομβικής σημασίας Έκθεση για Το Σύνταγμα της Ευρώπης να ανατεθεί με την βοήθεια των Χριστιανοδημοκρατών στον (Ελληνα, σημαντικό συνταγματολόγο Ευρωπαϊκής εμβέλειας, αλλά… των Ευρωσοσιαλιστών) Δημήτρη Τσάτσο.

Έχοντας και εσωκομματική αλλά και ευρύτερα πολιτική εμπειρία να καταθέσει, η Μαριέττα μίλησε για την διάσταση του προσωπικού στοιχείου/της προσωπικότητας όσων επιζητούν την διαμόρφωση συναινέσεων. για την σημασία της τήρησης απορρήτου, της αποφυγής δημοσιοποιήσεων πριν την ώρα. για την αντίσταση στις εσωκομματικές κραυγές και τις εντάσεις «που ζουν από την διάσταση απόψεων». Υπ’ αυτήν την λογική, περιέγραψε πόσο δύσκολο έχει αποδειχθεί να αποζητήσει κανείς – κι ακόμη περισσότερο να πετύχει! – τον συμβιβασμό, που υπό Ελληνικές συνθήκες αποτελεί σχεδόν απαγορευμένη έννοια. Ενώ αφηγήθηκε και τις δικές της εμπειρίες στο Υπουργείο Παιδείας, που της έδειξε πώς «οι μηχανισμοί εκτρέφονται από την σύγκρουση».

 

*    *

Όπως ήδη είπαμε, οι αποσπασματικές αυτές καταθέσεις απλώς αφήνουν να διαφανεί το ύφος των συζητήσεων στο Κολυμπάρι. Για να είμαστε ειλικρινείς οι τοποθετήσεις των πολιτικών εκπροσώπων (που έκλεισαν την ημερίδα) διέψευσαν κάθε ενδεχόμενο συνεννόησης – πόσο μάλλον συναίνεσης. Σίμος Κεδίκογλου/Ν.Δ. και Βασίλης Κεγκέρογλου/μετα-ΠΑΣΟΚ επανέφεραν το ότι, σήμερα, το αίτημα για συναίνεση «συνοδεύεται» από διώξεις (Novartis) ή/και μονομερείς κινήσεις (ολιστικό Αναπτυξιακό), οπότε δεν φαίνεται να δημιουργείται έδαφος για συνεννόηση. Ο Αντ. Μπαλωμενάκης /ΣΥΡΙΖΑ αναζήτησε μέχρι και στον Γκράουτσο Μαρξ στήριξη προκειμένου να πει ότι «η αναζήτηση λύσεων στα προβλήματα της χώρας και της κοινωνίας δεν πρέπει να γίνεται με όρους αυτάρκειας και αυταρέσκειας». Αφήνοντας, εν τέλει, στον Σταύρο Θεοδωράκη/Ποτάμι αλλά με ιδιαίτερη τοπική σύνδεση (όσο και να το κάνουμε), την έκκληση για υπέρβαση του λόγου περί ευθυνών αλλά και «της καραμέλας της συνεννόησης»», προκειμένου να επαναφέρει την ανάγκη του συγκεκριμένου. Το οποίο συγκεκριμένο, γι αυτόν, θα ήταν με δεδομένη την κρίση στα μέτωπα της εξωτερικής πολιτικής και της ασφάλειας, η κατ’ ελάχιστον δημιουργία Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας