Μιλώντας για το γύμνασμα διαλόγου της συνταγματικής αναθεώρησης

 

Την διαδικασία δημόσιου διαλόγου για την συνταγματική αναθεώρηση – κοντεύαμε να την ξεχάσουμε κι αυτήν! – επεχείρησε να αναλύσει διοργάνωση του Ινστιτούτου Τσάτσου (στο Goethe), που επεστράτευσε εισηγητές από διάφορους τομείς.

Ο και συντονιστής της συζήτησης Ξενοφών Κοντιάδης θύμισε πόσο ώριμο έχει γίνει το αίτημα για συνταγματική αναθεώρηση,  καθώς στην δημόσια σκηνή υπάρχει ευρύτατη συναίνεση για την ανάγκη αναθεώρησης – όχι όμως για την διαδικασία, ούτε άλλωστε και για την κατεύθυνση της αναθεωρητικής παρέμβασης! Έτσι, η Αντιπολίτευση θεωρεί ότι με την διαδικασία διαλόγου όπως επελέγη να προωθηθεί (η πρώτη φάση της ολοκληρώνεται σε δυο βδομάδες) επιχειρείται αποπροσανατολισμός, αν μη χειραγώγηση, της συζήτησης. ταυτόχρονα, υπάρχει η καταγγελία ότι έτσι επιχειρείται εγκλωβισμός της Βουλής (που, κατά το Σύνταγμα έχει μόνη την δομημένη διαδικαστικά αναθεωρητική αρμοδιότητα).

Στην κυρίως περιγραφή της διαβούλευσης για την συνταγματική αναθεώρηση , ο Μιχάλης Σπουρδαλάκης (καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΕΚΠΑ), που βρίσκεται επικεφαλής της Επιτροπής Διαλόγου για την Συνταγματική Αναθεώρηση, έθεσε τις βασικές επιδιώξεις του γυμνάσματος. Ξεκίνησε θέτοντας τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων, δηλαδή την δίδυμη κρίση εκπροσώπησης (κοινωνικής όσο και πολιτικής) και κρίση δημοκρατίας με την “κρατικοποίηση” των κομμάτων – με εκ μέρους τους αδιαφορία για την κοινωνική δυναμική να έχει φέρει αποξένωση των πολιτών. Την ίδια στιγμή όμως, προέκυψε μια “απαγόρευση της συζήτησης επί των κανονιστικών αρχών” παράλληλα με εργαλειοποίηση των ΜΜΕ στην διαδικασία αναθεώρησης.

Μπροστά σ’ αυτό το σκηνικό, η Επιτροπή Διαλόγου (“η οποία κατακρίθηκε και λοιδορήθηκε από την μηντιακή, την πολιτική και την πανεπιστημιακή κοινότητα”) επιχειρεί να ενσωματώσει στην συζήτηση όχι μόνον την νομική πτυχή αλλά και “άλλες πειθαρχίες: φιλοσοφία, πολιτική επιστήμη, κοινωνιολογία, πολιτική επιστήμη”.

Επίσης να δημιουργήσει συνθήκες αμφίδρομης ενημέρωσης: και να αρυσθεί ενημέρωση αλλά και να δώσει ενημερωτικό υλικό στην κοινή γνώμη”. Στην επίκριση ότι μια διαδικασία διαλόγου παρεμβαίνει στο μονοπώλιο της Βουλής επί της διαδικασίας, η απάντηση Σπουρδαλάκη είναι ότι η ίδια η αναθεωρητική διαδικασία του άρθρου 110Σ προβλέπει – ανάμεσα στις δυο φάσεις ψηφοφορίας της Βουλής – έκφραση της λαϊκής βούλησης (=εκλογές), άρα η διαδικασία διαλόγου είναι παράδοξο να θεωρείται μη-αποδεκτή.

Ο Κώστας Δουζίνας, τώρα βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ αλλά με ακαδημαϊκή καριέρα στο Birkbeck College σε Φιλοσοφία του Δικαίου, προσέγγισε το “συνταγματικό παράδοξο” όπου η λαϊκή κυριαρχία (που είναι η σαφέστερη πηγή της συντακτικής εξουσίας) περιορίζεται απο τους τεθειμένους κανόνες. Γι αυτόν, “ο δύσκολος γάμος αγοράς-κοινωνικής δικαιοσύνης” στα χρόνια του ύστερου, μετα-φορντικού καπιταλισμού, της άυλης παραγωγής και εργασίας και της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας φέρνει τον Νόμο σε αντιπαράθεση με τον Δήμο. Εκείνο που επιχειρείται με την διαδικασία διαβούλευσης – και που ενδεχομένως συνεχισθεί μέσα από την διαδικασία των δημοψηφισμάτων ή της λαϊκής πρωτοβουλίας – είναι ένα δειλό βήμα προς την επανασύνδεση της λαϊκής κυριαρχίας με το περιεχόμενο του Συντάγματος.

Σαφώς αρνητικός προς μιαν λογική άμεσης δημοκρατίας, (που εκφάνσεις της ειναι τόσο τα δημοψηφίσματα, όσο και η λαϊκή πρωτοβουλία) εμφανίστηκε ο Σταύρος Τσακυράκης, αναπλ. καθηγητής Συνταγματικού στο ΕΚΠΑ, με αντιστασιακή δράση επί Χούντας αλλά και εμβληματική παρουσία στην δημόσια σκηνή, θυμίζοντας ότι ακόμη και οι αρχαίοι ήσαν επιφυλακτικοί προς μια τέτοια λογική (για τον Αριστοτέλη, “φαύλο πολίτευμα”). Γι αυτόν το “Ναι” ή “Όχι” χωρίς αποχρώσεις/ενδιάμεσες λύσεις, αλλά και η “εξουσία επί των δημοψηφισματικών ερωτημάτων δημιουργούν ερωτήματα, επιφυλάξεις. Όταν εκδηλωθεί δημοψηφισματικά η λαϊκή κυριαρχία, η ίδια η δικαστική εξουσία θα υποχωρήσει, θεωρώντας ότι δεσμεύεται. Ο Τσακυράκης εκφράσθηκε επιπλέον με μείζονες επιφυλάξεις ως προς τον ρόλο – πλέον – της δικαστικής εξουσίας, που κατ’ αυτόν θάπρεπε να περιοριστεί στα ζητήματα νομιμότητας ή ανθρώπινων δικαιωμάτων και να μην επεκτείνει την κρίση της επί παντός.

Αρνητικός ως προς τις αμεσοδημοκρατικές τάσεις εμφανίστηκε και ο Γιώργος Γεραπετρίτης – επι. καθηγητής Συνταγματικού στο ΕΚΠΑ, με κεντρικό ρόλο στην πρόσφατη υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών -καθώς ο πρωτογενής συνταγματισμός υπό συνθήκες κοινοτισμού ωθεί προς αυτοκατάργηση του Συντάγματος. Δήλωσε θετικός προς μι ευρεία συμμετοχή στην διαβούλευση, αλλά μόνο με εγγυήσεις διαδικαστικές (σεβασμό του άρθρου 110Σ) και ουσιαστικές.

Για να δείξει πόσο επικίνδυνο είναι να προσανατολίζεται κανείς προς άσκηση πρωτογενούς συντακτικής εξουσίας, σημείωσε ότι και τις δύο φορές που αυτό συνέβη εις βάθος – το 1909/11 και το 1974/75 –  ο συνταγματικός νομοθέτης προτίμησε να θεωρήσει ότι προβαίνει μέσω Αναθεωρητικής και όχι Συντακτικής Βουλής. Δεν παρέλειψε, άλλωστε, να υπενθυμίσει – διευκρινίζοντας ότι δεν συγκρίνει καταστάσεις βέβαια… – ότι προηγούμενο διαβούλευσης για το περιεχόμενο της αναθεώρησης είχαμε μόνο το 1968 και το 1973: όχι ευχάριστοι συνειρμοί.

Για να κλείσουμε, να ξαναδώσουμε τον λογο στον Μιχάλη Σπουρδαλακη: αυτός περιέγραψε τις προσδοκίες της Επιτροπής Διαλόγου ως μίνιμουμ να υπάρξει ενημέρωση,  “ακόμη κι αν το υλικό χαθεί”, αφού “και 2% βελτίωση να υπάρξει πάλι καλό θα έχει κάνει η διαβούλευση” ενώ το μάξιμουμ όφελος θα είναι να προκύψουν χρήσιμες προτάσεις ως “συνταγματική ύλη”.

Ούτως ή άλλως, θα υπάρξει ένας θησαυρός απόψεων” για τον νομοθέτη του μέλλοντος.