Μιλώντας (με ουσία) για την Ελληνική βιομηχανία – και τις προοπτικές της

 

Πολλά – και διόλου τυπικά ή ιστορικά – ακούστηκαν στην συζήτηση «Ελληνική Βιομηχανία: Αλήθειες και Μύθοι» που, με πρωτοβουλία των Εκδόσεων ΚΕΡΚΥΡΑ – economia Publishing, οργανώθηκε στα πλαίσια της μεγάλης έκθεσης στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων («160 χρόνια Μade in Greece: Βιομηχανία, πρωτοπορία, καινοτομία»).

Ένα ευρύτατο πάνελ, που κατόρθωσε όμως να προσεγγίσει πολυπρισματικά την ουσία, απαρτιζόταν από τον Πρόεδρος/του ΣΕΒ Θόδωρο Φέσσα, τους Προέδρους Περιφερειακών Συνδέσμων – Βορείου Ελλάδας Αθανάσιο Σαββάκη, Θεσσαλίας και Κεντρικής Ελλάδος Ελένη Κολιοπούλου, Πελοποννήσου και Δυτικής Ελλάδος Κλεομένη Μπάρλο, τον Πρόεδρο της «Ελληνικά Πετρέλαια» Στάθη Τσοτσορό, τον Γενικό Διευθυντή του ΙΟΒΕ Νίκο Βέττα, την Αναπλ. Καθηγήτρια Οικονομικής Ιστορίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Ιωάννα Πεπελάση και τους μεγάλους της παραδοσιακής βιομηχανικής δομής της χώρας Ιάσωνα Στράτος Ανδρέα Κανελλόπουλο, Στέλιο Αργυρό και Γεώργιο Τσάτσο.

Θα μας επιτραπεί να πούμε ότι «την ημέρα έκλεψε» ο Γιώργος Τσάτσος, της ΑΓΕΤ όταν – για να στηρίξει την άποψή του ότι «Η Ελλάδα δεν αγαπά την βιομηχανία». Θύμισε ότι, σε όλο το ξεκίνημα του Ελληνικού κινηματογράφου, στις ταινίες της Finos Films η φιγούρα «του βιομήχανου» είναι αντιπαθητική, ανάλγητη, εχθρική – «ώσπου έρχεται το καλό κορίτσι, η Βουγιουκλάκη, και σώζει την κατάσταση».

Στην συνέχεια της ίδιας αυτής σκέψης, έδωσε ένα παράδειγμα όπου επί 4 χρόνια χρόνιζαν οι (135) άδειες για μια βιομηχανική μονάδα: «όταν το αποφάσισε ο Μητσοτάκης, σε τρεις μέρες δόθηκαν όλες οι άδειες».

Είχαν προηγηθεί τοποθετήσεις και άλλων «μεγάλων» της βιομηχανίας. Ο Ιάσων Στράτος, ως Πειραϊκή-Πατραϊκή, ανέτρεξε στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια όπου – υπό συνθήκες απόλυτης σπάνιος πόρων και μετά την ολοκληρωτική καταστροφή του Πολέμου/της Κατοχής, ξεκινούσε και πάλι η βιομηχανία. Θυμήθηκε/κατέθεσε ότι ενώ η παλιά υφάντρια ήλεγχε 4 αργαλειούς (άλλους τόσους ο κομποδέτης), με τις τότε επενδύσεις πέρασαν στους 100 αργαλειούς! Μέσα σε λίγα χρόνια στήθηκαν νέες δομές παραγωγής σ’ όλη την βιομηχανία που έδωσαν στην οικονομία ρυθμούς ανάπτυξης 5% και 6% τον χρόνο.

Ο Ανδρέας Κανελλόπουλος, του Τιτάνα, πήγε ακόμη πιο πίσω, τότε που ο «Κύκλος της Ζυρίχης» από ανήσυχους νέους σπουδαστές, ξεκινούσε την τσιμεντοβιομηχανία. Και ενώ ήταν να γίνει μια ενιαία μονάδα, εσωτερικές διαφωνίες οδήγησαν σε διάσπαση – που, όμως, έδωσαν τις δυο μεγάλες επιχειρήσεις: Τιτάνα και ΑΓΕΤ/Ηρακλής. Επανέφερε την μνήμη των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων, όταν στην Βόρεια Ελλάδα είχε ξεκινήσει η δημιουργία τσιμεντοβιομηχανίας και, για να πάνε τα μηχανήματα που ξεφορτώνονταν στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης μερικά χιλιόμετρα παραπέρα, χρειάζονταν υποστηλώματα στις γέφυρες που δεν άντεχαν!

Ακόμη, ο Στέλιος Αργυρός στάθηκε στους μύθους και αλήθειες. Γι αυτόν, μύθος είναι η αποφυγή του ρίσκου στην Ελλάδα: τα start-ups μέσα στην κρίση δείχνουν το ακριβώς αντίθετο. Αλήθεια είναι η επιφυλακτικότητα – αν μη εχθρότητα – με την οποία το Κράτος βλέπει την βιομηχανία. Αλήθεια είναι επίσης η εξαιρετική προσαρμοστικότητα του ανθρώπινου δυναμικού: όταν η ESSO Pappas είχε 17 μονάδες ανά τον κόσμο, ή η Siemens 4 ταυτόσημα εργοστάσια ανά την Ευρώπη, οι Ελληνικές μονάδες σταθερά είχαν την καλύτερη παραγωγικότητα.

Θα επανέλθουμε όμως σ’ αυτήν την πολυπρισματική συζήτηση, που πήγε τον προβληματισμό – θαρρούμε – πολύ παραπέρα.