Ξαναμιλώντας για τις τηλεοπτικές άδειες (Α)

 

Μια διημερίδα, που κατόρθωσε να συγκεντρώσει (αληθινά!) πλήθος κόσμου στο κλείσιμο Παρασκευής και το Σάββατο, κάλυψε για τρίτη συνεχή χρονιά, με πρωτοβουλία της Επιθεώρησης Δικαίου Μέσων Ενημέρωσης και Επικοινωνίας (ΔιΜΕΕ) και της Νομικής Βιβλιοθήκης, ένα ευρύτατο πεδίο προβληματισμού: πνευματικών δικαιωμάτων, ελευθερίας της έκφρασης, προσωπικών δεδομένων – με αιχμή, θα λέγαμε, μια συζήτηση για την πολύκροτη υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών.

Προσεγγίζοντας θέματα όπως η υπόθεση του πλαισίου λειτουργίας της ΑΕΠΙ και των δικαιωμάτων των δημιουργών, ή πάλι η προστασία της προσωπικότητας από τη δυσφημιστική έκφραση, παράλληλα με τη βήμα προς βήμα ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των πιο πρόσφατων νομοθετικών παρεμβάσεων της Ε.Ε., η διημερίδα έδειξε πόσα θέματα που κάποτε θεωρούνταν και για τον νομικό κόσμο κάπως υπερ-τεχνικά, αν μη “εξωτικά”, βαθμιαία πλέον βρίσκονται στο κέντρο της ζωής.

Όμως, να κρατήσουμε εντελώς ιδιαίτερα την συνεδρία που αφορούσε την υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών/την προσπάθεια (και εκκρεμότητα) ρύθμισης του τηλεοπτικού τοπίου, μετά τον διαγωνισμό που έμεινε στη μέση και την πολύκροτη απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας.

Μια τριάδα συντελεστών της παράξενης εκείνης διαγωνιστικής διαδικασίας (μαζί και με άλλους τρεις ειδικούς, αλλά θα μείνουμε στους τρεις πρώτους που “έζησαν στο πετσί τους” την υπόθεση) ανέλυσε με έντονο αλλά και τεχνικά “ανοιχτό” και ως εκ τούτου πειστικό τρόπο και τι συνέβη στον διαγωνισμό. και τι σήμανε. και “πού πάμε τώρα”.

Πρώτος, έδωσε το στίγμα/την υπόμνηση του πού βρισκόμαστε ο καθηγητής και δικηγόρος της υπόθεσης στο ΣτΕΓιώργος Γεραπετρίτης. Που πήρε τον κόπο να εξηγήσει τι αληθινά κρίθηκε. Υπενθύμισε – αφού παραδέχθηκε ότι όλη η τότε δημόσια συζήτηση είχε γίνει με δυσανάλογα αιχμηρό τρόπο, και τούτο επειδή το αντικείμενο (τα κανάλια) παρείχαν «αυτόθροο μέσο προβολής» – ότι από το ΣτΕ δεν κρίθηκε γενικώς η συνταγματικότητα του νόμου για την αδειοδότηση, πέρα από την αρμοδιότητα που παρέμεινε κατά το ΣτΕ αποκλειστική στο ΕΣΡ. Παρέμεινε, όμως, και η αντισυνταγματικότητα της μακράς παραμονής του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου χωρίς αδειοδότηση. Στάθηκε ο Γ. Γεραπετρίτης στο πώς η ιδιότυπη πρόνοια του Συντάγματος για την συγκρότηση του ΕΣΡ (με την απαιτούμενη πλειοψηφία των 4/5, με μη αναλογική εκπροσώπηση των πολιτικών δυνάμεων στην Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής) προβλήθηκε από την κυβέρνηση ότι δημιουργούσε αδιέξοδο, το οποίο οδηγούσε σε “δίκαιο της ανάγκης”, πράγμα που η πλειοψηφία του ΣτΕ τελικώς αρνήθηκε, μιλώντας για “εκ πλαγίου παραβίαση του Συντάγματος” με τη μεταβίβαση της αρμοδιότητας για την αδειοδότηση στον υπουργό. Δεν δέχθηκε, δηλαδή, το ΣτΕ «μηχανισμούς έκτακτης ανάγκης σε περίοδο δημοκρατικής ομαλότητας».

Στο δε επιχείρημα ότι η αποκλειστική αρμοδιότητα του ΕΣΡ καλύπτει μόνον την επιβολή κυρώσεων (και όχι την αδειοδότηση), η πλειοψηφία της απόφασης του ΣτΕ έκρινε ότι δεν είναι δυνατόν μια τόσο “πολυτελής” πρόνοια του Συντάγματος για το ΕΣΡ – συγκρότηση, ανεξαρτησία, μακρά θητεία– να καλύπτει μόνο το κυρωτικό συνόλου: εκτείνεται και στην αδειοδότηση.

Τι προκύπτει, πλέον; Πρώτον, αποκλειστική αρμοδιότητα του ΕΣΡ για τη διενέργεια του διαγωνισμού. Δεύτερον, σύμπραξη του ΕΣΡ στον προσδιορισμό του ρυθμιστικού περιβάλλοντος: αριθμός των αδειών; τιμή εκκίνησης; διεκδίκηση τιμήματος; (Άδηλον αν η “σύμπραξη” θα λάβει την μορφή απλής γνώμης/γνωμοδότησης, ή αν θα θεωρηθεί ότι απαιτείται σύμφωνη γνώμη…).

Δεν παρέλειψε να τονίσει η εισήγηση Γεραπετρίτη ότι έχουμε –πλέον– δυο αλληλοαναιρούμενες αντισυνταγματικότητες: του αρρύθμιστου τηλεοπτικού τοπίου επί μακρόν (πάντως για μετά το 2010) και της επιχειρηθείσης διαδικασίας αδειοδότησης (με την πρόσφατη απόφαση). Tοποθετούμενος επί του πρακτέου, ο Γ. Γεραπετρίτης έθεσε μια σειρά από –κατ’ αυτόν– αρχές για τη συνέχεια. Πρώτον, οι τεχνολογικές εξελίξεις οδηγούν σε διαφορετική προσέγγιση (από των “4 αδειών”) , καθώς θα έπρεπε να υπάρξει πλήρης ή, πάντως, πληρέστερη αξιοποίηση του φάσματος – με την πληροφορία (σε αντίθεση με τις συχνότητες) να είναι δημόσιο αγαθό ως δημοκρατικό διακύβευμα. Δεύτερον, επείγει να διευκρινιστεί ο τρόπος σύμπραξης του ΕΣΡ (ενδεχομένως μαζί με την ΕΕΤΤ;) στη διαδικασία. [Παραλειπόμενο: στην αίθουσα βρισκόταν… το μισό ΕΣΡ]. Τρίτον –και μάλλον το αιχμηρότερο– ότι θα πρέπει να υπάρξει τίμημα για τις άδειες, ενδεχομένως δε και υψηλό, όμως κατά τον Γεραπετρίτη όχι με δημοπρατική λογική αλλ’ ενιαίο για όλους τους συμμετέχοντες στον διαγωνισμό. Για τον Γ. Γεραπετρίτη, η επιδίωξη υψηλής τιμής μέσω δημοπρασίας οδηγεί σε domino effect εξάρτησης, καθώς και σε “ολιγοφωνία”. Η αδράνεια της πολιτικής επί δεκαετίες στο θέμα των αδειών δεν θα έπρεπε να καταλήξει στον αντίποδα – στην ολιγοφωνία.

Θα συνεχίσουμε, όμως, την ενδιαφέρουσα αυτή αντιπαράθεση απόψεων και αύριο.