Ξαναμιλώντας για τις τηλεοπτικές άδειες (Γ)

 

Ολοκληρώνουμε, με το σημείωμα αυτό, την παρουσίαση του πολιτικότερου μέρους της συζήτησης για την υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών, στα πλαίσια της (τρίτης) ημερίδας ΔιΜΕΕ/Νομικής Βιβλιοθήκης για τα πνευματικά δικαιώματα, τα προσωπικά δεδομένα κ.ο.κ.

Μετά τους πανεπιστημιακούς Γ.Γεραπετρίτη και Γ.Δρόσο που, από “απέναντι” πλευρές είχαν συμμετοχή στη διαγωνιστική διαδικασία που τελικά προσάραξε στο ΣτΕ, τοποθετήθηκε ο Κώστας Καμπουρόπουλος, ο οποίος είχε μετάσχει στις διαδικασίες ως Διευθύνων Σύμβουλος του ΣΚΑΪ (“κερδίζοντας” έτσι την πρώτη και φθηνότερη άδεια…), ήδη δε είναι και Πρόεδρος της DIGEA που συνεχίζει να έχει την εκπομπή του ψηφιακού σήματος.

Ο Κ. Κιμπουρόπουλος θέλησε ευθύς εξαρχής να δώσει μιαν εικόνα της οικονομικής, αλλά και τεχνολογικής κατάστασης της αγοράς στην οποία εκτυλίσσεται η τηλεοπτική δραστηριότητα. Έναντι διαφημιστικής δαπάνης (συνολικά) 230 εκατ. ευρώ στην τηλεόραση ελεύθερης λήψης, έχουμε πλέον γύρω στα 300 εκατ. ευρώ έσοδα της συνδρομητικής.  Πέραν τούτου, η σύγκλιση της τηλεοπτικής παροχής υπηρεσιών με το ίντερνετ επιτρέπει όλο και περισσότερο σε ένα προϊόν πολύ ποιοτικό και πολύ εμπορικό να προσελκύει το ενδιαφέρον με “over the top” υπηρεσίες, με τις γενικευόμενες “έξυπνες τηλεοράσεις” να εκπέμπουν Web TV, που με τις υψηλές ταχύτητες που υπάρχουν πλέον προσελκύουν όλο και ευρύτερο κοινό (οι νεότερες ηλικίες σταθερά πλέον στρέφονται εκεί). Σε Σκανδιναβία, Γερμανία, Γαλλία (όπου υπάρχει ταχύτατο ίντερνετ), η παραδοσιακή τηλεόραση υποχωρεί, η pay TV και οι over the top υπηρεσίες ανεβαίνουν. Χαρακτηριστικά, στις ΗΠΑ η Netflix και μόνη καλύπτει 41,8% της αγοράς, στη Γερμανία 23%, στο Βέλγιο 27%…

Ταυτόχρονα, σ’ εμάς η φορολογική πραγματικότητα δημιουργεί θέματα άνισου ανταγωνισμού: η τηλεόραση ελεύθερης λήψεως βαρύνεται από ΦΠΑ, Ειδικό Φόρο Διαφημίσεων, Φόρο Εισοδήματος. η συνδρομητική έχει τη νέα επιβληθείσα επιβάρυνση. οι άλλες μορφές προγράμματος, όμως, δεν έχουν ανάλογη επιβάρυνση.

Ο Κ. Κιμπουρόπουλος στάθηκε επίμονα στην διαφορά –που οφείλει να κατανοηθεί– μεταξύ παρόχου δικτύου (που είναι, για ψηφιακό σήμα, η DIGEA, για την οποία επέμεινε ότι «έχει πληρώσει 3,5 φορές ακριβότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο το φάσμα») και παρόχου περιεχομένου. Τη δεύτερη διάσταση και μόνο πηγαίνει να καλύψει η αδειοδότηση. Στην εφεξής συζήτηση –στην οποία το νέο ΕΣΡ θα συμπράξει αναγκαστικά, σε όλες τις προ-ρυθμιστικές φάσεις– θα ήταν, κατά Κιμπουρόπουλο, σφάλμα να θεωρηθούν τα 250+ εκατ. ευρώ του διαγωνισμού που προκλήθηκε και προσάραξε, κάπως σαν benchmark. Και τούτο, επειδή με τις “4 άδειες” (που ήδη αποτελούν παρελθόν) καθιερωνόταν ένα ολιγοπώλιο σε βάθος 10ετίας  που τώρα πλέον δεν συζητείται. Με δεδομένο ότι οι ψηφιακές συχνότητες δεν είναι πλέον “σπάνιος πόρος”, θα ήταν λάθος να απαιτηθεί να χρυσοπληρωθούν, καθώς η ανταγωνιστική εξέλιξη της αγοράς είναι εκείνη που περιέγραψε.

Με δεδομένο ότι 2 διαγωνιστικές διαδικασιών που προηγήθηκαν “έχουν πεταχτεί στα σκουπίδια”, έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς τη συνέχεια…