Ξεκίνησε για τα καλά η συζήτηση για το ποια Ευρώπη θέλουμε

 

Οικονομική Επιθεώρηση, Απρίλιος 2019, τ. 981
Ματιές στο μέλλον του Νίκου Παπανδρέου

Στις 4 Μαρτίου συνέβη κάτι ασυνήθιστο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Αρχηγός κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν, απευθύνθηκε στους πολίτες όλων των χωρών της ΕΕ, ταυτόχρονα, σε 22 ευρωπαϊκές γλώσσες. Παρέκαμψε δηλαδή εντελώς τα συνηθισμένα ευρωπαϊκά κανάλια, για να απευθύνει ένα ανοικτό κάλεσμα στους «πολίτες της Ευρώπης» με μια ομιλία την οποία ονόμασε «αναγέννηση».
Ξεκίνησε με αναφορές στους κινδύνους διάλυσης της Ένωσης, με παράδειγμα αυτά που εξελίσσονται στη Μεγάλη Βρετανία, και εξήγησε την αμφισβήτηση πολλών πολιτών για τον ρόλο της Ένωσης λέγοντας ότι αισθάνονται μακριά απ’ τα κέντρα απόφασης. «Πού είναι η Ευρώπη; Τι κάνει η Ευρώπη;» Η Ευρώπη αντιπροσωπεύει για πολλούς μια άψυχη αγορά, ενώ μας θυμίζει ότι είναι ένα όραμα.
Ο Μακρόν δεν μένει μόνο σε διαπιστώσεις. Απαριθμεί μια σειρά προτάσεων με τις οποίες δύσκολα να μην συμφωνήσει κανείς. Πέραν της δημιουργίας ευρωπαϊκού οργανισμού προστασίας από κυβερνοεπιθέσεις, δεν μπορεί κανείς παρά να επικροτήσει την πρόταση, ιδιαίτερα στην περίπτωση της χώρας μας, δημιουργίας μιας κοινής αστυνομίας συνόρων και μια ευρωπαϊκής υπηρεσίας ασύλου, με αυστηρές υποχρεώσεις ελέγχου.

Ο Μακρόν δεν διστάζει επίσης να προτείνει εκείνο που ονομάζω «ευρωπαϊκό διαβατήριο», το οποίο θα πιστοποιεί ανθρώπινες και ορθές παραγωγικές πρακτικές για τις εισαγωγές από τρίτες χώρες. Κάτι που θα ισχύει για όλες τις ξένες εταιρείες που θέλουν να δουλέψουν ή και να πουλήσουν στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένου του χρηματοπιστωτικού τομέα. Πρόκειται για ένα είδος προστατευτισμού απέναντι στον αθέμιτο ανταγωνισμό τόσων άλλων χωρών.
Τέλος, και ίσως το πιο ενδιαφέρον για να αρχίσει επιτέλους μια σοβαρή συζήτηση για το μέλλον στης Ευρώπης, προτείνει να διοργανώσουμε μια Συνδιάσκεψη για την Ευρώπη. Εκεί θα προταθούν όλες οι αναγκαίες αλλαγές, ακόμα και αναθεώρηση των βασικών συνθηκών της Ένωσης.
Στη συνδιάσκεψη αυτή θα πρέπει να λάβουν μέρος και πολίτες, να ακουστούν πανεπιστημιακοί παράγοντες, κοινωνικοί εταίροι, θρησκευτικοί και πνευματικοί εκπρόσωποι. Έτσι, ίσως η Ευρώπη βρει πάλι τη χαμένη της ψυχή και ξεφύγει από την απύθμενη στασιμότητά της.
Εκείνο που δεν προτείνει είναι αυτό που μας καίει στην Ελλάδα – άλλη οικονομική πολιτική. Αν και υπονοεί μεγάλες δημόσιες επενδύσεις, δεν αναφέρει από πού και πώς θα βρεθούν τα λεφτά για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Οι προτάσεις του κεντρώου Μακρόν πρέπει να συμπληρωθούν με προτάσεις που πηγάζουν από τους κόλπους των προοδευτικών. Ο Ολάντ και άλλοι αριστεροί τύπου Βαρουφάκη προτείνουν ένα είδος σχεδίου Μάρσαλ για να βγει η Ευρώπη από την κρίση και τη στασιμότητά της. Δηλαδή, περίπου 2 τρισ. σε δημόσιες επενδύσεις (500 δισ. ανά έτος), με χρηματοδότηση από ευρωομόλογα – δηλαδή δανεισμό με βάση την έκδοση κοινών ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Ο Γάλλος Πικετί και μια άλλη ομάδα οικονομολόγων προτείνουν ένα σχέδιο για επενδύσεις ανάλογου μεγέθους. Η διαφορά είναι ότι τα χρήματα δεν θα βρεθούν από δάνεια αλλά από τη φορολογία του «1 τοις εκατό» των υπερπλουσίων. Και τα δυο σχέδια έχουν τις δυσκολίες τους. Γι’ αυτές τις προτάσεις, για ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ ή ένα πρόγραμμα πράσινης ανάπτυξης, ο Μακρόν δεν μιλάει. Ίσως γιατί ξέρει ότι οι προοδευτικοί οικονομολόγοι δεν μπορούν να υπερβούν τη σκληρή πολιτική της Γερμανίας.
Δεν θα μπορούσε να μείνει έξω από τον χορό η εν δυνάμει καγκελάριος Ανεγκρέτ Κραμπ Καρενμπάουερ, η οποία απάντησε στον Μακρόν, ξεκινώντας επιτέλους έναν ανοικτό διάλογο για τα προβλήματα και τις λύσεις των προβλημάτων της Ένωσης. Στη συζήτηση φαίνεται η έντονη ιδεολογική διαφορά ανάμεσα στη γερμανική καγκελαρία και τη γαλλική προεδρία. Συμφωνεί με τον Μακρόν ότι η Ευρώπη πρέπει να είναι πιο δυνατή. Αυτό που λείπει, λέει, είναι ότι οι πολίτες αισθάνονται την έλλειψη καθαρής κατεύθυνσης. Δεν καταλαβαίνει ο Ευρωπαίος πολίτης γιατί δεν μπορεί η Ευρώπη, για παράδειγμα, να έχει μια κοινή γραμμή για τη Βενεζουέλα – καλώς ήρθατε στην tsiprasland, αγαπητή καγκελάριε.

Δεν μπορεί ο Ευρωπαίος πολίτης να κατανοήσει γιατί δεν μπορεί να κάνει κάτι η Ένωση για τα προβλήματα της υπεράριθμης μετανάστευσης, την κλιματική αλλαγή και την τρομοκρατία. Για την καγκελάριο, δεν τίθεται το ερώτημα πόσο κάποιος είναι «υπέρ» ή «κατά» της Ευρώπης. Πρέπει να απαντήσουμε, μας λέει, στο πώς η ΕΕ θα αναλάβει δράση για να επιλύσει τα βασικά μας προβλήματα στο μέλλον. Για τη Γερμανία, το πρόβλημα της ανάπτυξης δεν φαίνεται να είναι τόσο κρίσιμο όσο για τους αριστερούς οικονομολόγους. Δεν αναφέρεται καν σε οποιοδήποτε σχέδιο ανάπτυξης. Δεν συμφωνεί με ένα ενιαίο σύστημα ασύλου, επειδή πιστεύει ότι το πρόβλημα της μετανάστευσης μπορεί κάλλιστα να το αντιμετωπίσει με πιο αποτελεσματική εποπτεία του υπάρχοντος συστήματος.
Συμφωνεί όμως με τις υπόλοιπες προτάσεις για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, την ενίσχυση των αμυντικών δαπανών και την υποστήριξη της τεχνολογίας και της καινοτομίας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Οι κεντρώοι, όπως ο πρόεδρος Μακρόν, αλλά και οι αριστεροί διανοούμενοι φαντάζονται μια πιο ενωμένη Ευρώπη, όπου οι χώρες συμφωνούν όλες μεταξύ τους για την ενίσχυση των ευρωπαϊκών θεσμών. Εδώ η καγκελάριος διαφωνεί. Κανένα «ευρωπαϊκό κράτος», δηλαδή ένα «υπερκράτος» πάνω από το έθνος, λέει, δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα μέλη κράτη. Οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν το πρόσταγμα, λέει η καγκελάριος – κάτι φυσικά που συνάδει με τη σημερινή υπεροχή της Γερμανίας ως χώρας με μεγάλη δύναμη και ανάπτυξη. Με τίποτα δεν θέλει μια Ευρώπη με υπερδυνάμεις μεγαλύτερες από εκείνες της Γερμανίας. Η κάθε χώρα έχει μεν «ατομική ευθύνη», αλλά ταυτόχρονα πρέπει να προάγει το κοινό συμφέρον – δύσκολη εξίσωση μας φαίνεται αυτή. Πώς να περιμένουμε ότι το εθνικό συμφέρων θα ταυτίζεται με το ευρωπαϊκό σε όλα τα κρίσιμα ζητήματα;
Τέλος, η καγκελάριος θέτει ένα θέμα που είναι σχεδόν ταμπού για τους προοδευτικούς αλλά και για τον Μακρόν. Αυτό είναι το θέμα της ισλαμοφοβίας, όπως ονομάζεται η αντίδραση πολλών πολιτών στην έλευση μουσουλμάνων προσφύγων σε όλη την Ευρώπη. Η άκρα Δεξιά ακριβώς εκεί βασίζεται για να μαζεύει ψηφοφόρους. O Μακρόν κάνει μια μικρή έμμεση αναφορά στο θέμα της αλλαγής των ευρωπαϊκών κοινωνιών λόγω των νέων κυμάτων προσφύγων.
Η καγκελάριος λέει –αρκετά προσεκτικά– ότι η ΕΕ πρέπει να αντιμετωπίσει το θέμα των κοινωνιών που γίνονται όλο και λιγότερο συμπαγείς· βλέπε, δηλαδή, όλο και λιγότερο χριστιανικές. Θεωρεί το Ισλάμ μια θρησκεία που δυσκολεύεται να συμβιώσει με τις δυτικές κοινωνίες. Και οι τάσεις στο Ισλάμ μόνο πιο δύσκολη κάνουν την ιδέα ένταξης νέων πληθυσμών στην Ευρώπη.
Η καγκελάριος προτείνει ως λύση να δημιουργήσει η Ευρώπη κίνητρα που θα διευκολύνουν μια μορφή του Ισλάμ που θα συνάδει με τις δυτικές μας αξίες. Οι «μουφτήδες» της Ευρώπης πρέπει να διαποτιστούν με την παράδοση του Διαφωτισμού και της ανοχής. Λέει ουσιαστικά ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να δεχθεί τη σκληρή μορφή του Ισλάμ, που είναι αντίθετη με μας, που πολεμάει τις δυτικές μας αξίες. Όλα αυτά είναι θέματα ταμπού σε προοδευτικούς κύκλους, αλλά πρέπει κάποια στιγμή το όλο θέμα να συζητηθεί απ’ όλες τις παρατάξεις και όχι μόνο από τις συντηρητικές. Άλλωστε, πάνω σε αυτά κτίζουν το μέλλον τους η Λε Πεν και κόμματα όπως η Χρυσή Αυγή.
Το ότι διαφωνεί η Γαλλία με τη Γερμανία σε ουσιαστικά ζητήματα ίσως πρέπει να μας ανησυχεί. Εκείνο που όμως είναι άκρως θετικό είναι ότι επιτέλους, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, βλέπουμε έναν σοβαρό διάλογο υψηλών προδιαγραφών να εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Είναι μια συζήτηση που έχουμε υποχρέωση να παρακολουθήσουμε όλοι μας – και, αν είναι δυνατόν, να συμμετάσχουμε σε αυτήν.