Ξενάγηση στο ναρκοπέδιο των «κόκκινων δανείων»

 

Επειδή ως φαίνεται η υπόθεση των «κόκκινων δανείων» και ο προεκλογικός – συνάμα όμως και προσεκτικός μετά τις αψιμαχίες δημοσιότητας της περασμένης εβδομάδας – δηλώσεις Δραγασάκη, προσγειωτική παρέμβαση Τσακαλώτου, αναφορές σε νέα/τέταρτη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, συσκέψεις στο Μαξίμου, πιέσεις μέσω ΤτΕ – χειρισμός της θα καλύψει την «ανάγκη» δημόσιας αντιπαράθεσης για όσους δεν αρκέσει τώρα η συζήτηση που ξεκινάει στην Βουλή για την συνταγματική αναθεώρηση, να μην χάσουμε από τα μάτια τις βασικές παραμέτρους του θέματος.

Λοιπόν: κάπου 107 δις καταθέσεις νοικοκυριών και 23,5 δις επιχειρήσεων που απομένουν στο τραπεζικό σύστημα στην Ελλάδα (έχουμε πέσει και χειρότερα  το 2015-16, ο τελευταίος Δεκέμβριος και μόνον έφερε επανεισροή 3 δις, μάλλον όμως γιατί τότε… πληρώθηκαν 2 δις σε αγροτικές επιδοτήσεις!) αντιστηρίζουν κάτι σαν 80 δις δανείων σε νοικοκυριά – απ’ αυτά, σχεδόν τα μισά/38 δις είναι μη εξυπηρετούμενα. Τα επιχειρηματικά δάνεια είναι κάπου στα 65 δις, τα προς μικρομεσαίων και ελεύθερους επαγγελματίες 25 δις.

Στα 18,5 δις απ’ αυτά που είναι καταναλωτικά, δηλαδή χωρίς εξασφάλιση για τις τράπεζες, έχουν κοκκινίσει πάνω από τα μισά- 10,5 δις. Από τα 62 δις των στεγαστικών, τα 27,5 δις είναι σε διάφορα στάδια κοκκινίσματος: τα 2/5 είναι με καταγγελθείσες συμβάσεις, το 1/3 σε καθυστέρηση άνω των 90 ημερών. Σε καθεστώς προστασίας – Νόμος Κατσέλη υπό διάφορες μορφές εφαρμογής του – βρίσκονται κάπου 10 δις στεγαστικών και 3,5 δις καταναλωτικών. Όταν μιλούμε για Νόμο Κατσέλη , μην ξεχνούμε ότι αν έχουν «μπει» 135.000 περιπτώσεις, ούτε 15.000 δεν έχουν ολοκληρωθεί (οι 10.000 με απόφαση, οι 2.000 με συμβιβασμό). Οι υπόλοιπες… περιμένουν εκδίκαση, αλλ’ έχουν πάγωμα των διώξεων/πλειστηριασμών εν τω μεταξύ.

Μπροστά σ’ αυτήν την συνολική εικόνα, δείχνει να αποτελεί απόφαση της Κυβέρνησης να μην επιδιώξει – ούτε καν να συρθεί εσωκομματικά – σε τελική αντιπαράθεση με τους «εταίρους» στα πλαίσια της τρέχουσας υπό προετοιμασία Έκθεσης της μεταΜνημονιακής παρακολούθησης/τέλους Φεβρουαρίου. Αλλά να συνεχίσει την πίεση προς τις τράπεζες ώστε να σηκώσουν, αναβάλλοντας και υποσχόμενες σε μια λογική extend and pretend, το βάρος ρυθμίσεων: άλλωστε και οι διοικήσεις των συστημικών γνωρίζουν/συνειδητοποιούν ότι η στάση τους (και των προηγούμενων διοικήσεων…) φέρει σημαντικό βάρος αδράνειας. αλλά ότι και τα διάφορα όρια/κατώφλια προστασίας που ακούγονται – 100.000/120.000 – 130.000 αξία ακινήτου πρώτης κατοικίας, 20-21.000 ετήσιο εισόδημα – έχουν σχετική μόνον αξία. Στην πράξη, εκείνο που θα «παίξει» είναι η σχέση αντικειμενικής/εμπορικής αξίας (σε βάση κάποιας αναθέρμανσης της κτηματαγοράς) και η σχέση φορολογούμενου/πραγματικού εισοδήματος των νοικοκυριών (σε εποχή «γκριζαρίσματος» της οικονομίας). Ιδίως στο μέτρο που σε καθεστώς ρυθμίσεων μπουν και τα επαγγελματικά δάνεια με υποθήκη ακίνητα πρώτης κατοικίας, η τελευταία αυτή διάσταση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.