Οι αναντιστοιχίες μεταξύ προσφοράς και ζήτησης εργασίας

 

 

Οικονομική Επιθεώρηση, Aύγουστος 2020, τ. 997
AΡΙΘΜΟΙ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ του Άγγελου Τσακανίκα*

 

Ένα από τα κεντρικά ζητήματα που απασχολούν τη δημόσια πολιτική για την εκπαίδευση είναι η εύρεση της κατάλληλης σύνδεσής της με την αγορά εργασίας, η διερεύνηση δηλαδή των πιθανών αναντιστοιχιών προσφοράς και ζήτησης εργασίας και η άμβλυνσή τους. Η εκπαίδευση και η κατάρτιση, πέρα από την παροχή των βασικών γνώσεων και δεξιοτήτων στο ανθρώπινο δυναμικό της χώρας αναλόγως της βαθμίδας και του είδους της παρεχόμενης εκπαίδευσης, προετοιμάζουν τους αποφοίτους για την απορρόφησή τους με τους καλύτερους δυνατούς όρους στην παραγωγική διαδικασία. Πολλές φορές διατυπώνονται απόψεις –κυρίως από την πλευρά των πανεπιστημίων– που αμφισβητούν την ανάγκη αποδοτικότερης διασύνδεσης, καθώς κάποιοι θεωρούν ότι η υποχρέωσή τους απέναντι στους φοιτητές/σπουδαστές εξαντλείται στο να παρέχουν απλώς τις βασικές θεωρητικές/τεχνικές γνώσεις και όχι να «απαντούν» στις ανάγκες των επιχειρήσεων. Αυτή η επιχειρηματολογία έχει πολλές φορές εμποδίσει την ανάπτυξη καλύτερων σχέσεων και γεφυρών επικοινωνίας μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων. Όμως αυτό είναι κάτι που πρέπει να αλλάξει αμέσως, καθώς η χώρα έχει ανάγκη μια εμφατική αναπτυξιακή ώθηση που θα προέλθει και από την αποδοτικότερη διασύνδεση εκπαίδευσης και παραγωγής.
Αυτή η αναντιστοιχία φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από πρόσφατη σχετική έρευνα πεδίου που πραγματοποιήθηκε από το ΙΟΒΕ με τη βοήθεια της εταιρείας Public Issue για λογαριασμό του ΣΕΒ, στο πλαίσιο του έργου «Ποσοτικές Έρευνες σε Βιομηχανικές Επιχειρήσεις επί Θεμάτων ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού». Στην έρευνα συμμετείχαν συνολικά 831 επιχειρήσεις που απασχολούσαν τουλάχιστον 30 άτομα και προέρχονταν από τα ακόλουθα βιομηχανικά οικοσυστήματα: α) Αγροδιατροφική Αλυσίδα, β) Υγεία και Φάρμακο, γ) Ψηφιακή Οικονομία, δ) Δομικά Υλικά και Μέταλλο, ε) Logistics και Μεταφορές και στ) Ενέργεια.Το πλέον ανησυχητικό σημείο της έρευνας είναι ότι σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις του δείγματος (46,2%) απάντησαν ότι αντιμετωπίζουν ελλείψεις γνώσεων και δεξιοτήτων στο υφιστάμενο προσωπικό τους, με τις επιχειρήσεις της αγροδιατροφής και των μεταφορών να είναι οι πλέον «δυσαρεστημένες».
Η κατηγορία προσωπικού όπου εντοπίστηκαν οι περισσότερες ελλείψεις ήταν οι υπάλληλοι γραφείου, που σχεδόν κυριαρχούν σε κάθε κλάδο με εξαίρεση την Αγροδιατροφή και την Ψηφιακή Οικονομία.  Οι τεχνικοί επιλέχτηκαν από 23% των επιχειρήσεων και προέρχονται από τους περισσότερο βιομηχανικούς κλάδους της Αγροδιατροφής και της Ενέργειας, αλλά και των Μεταφορών. Οι κλάδοι αυτοί φαίνεται να πάσχουν επίσης από ειδικευμένους τεχνίτες. Επιστημονικό δυναμικό με ελλείψεις εντοπίζεται κυρίως σε Υγεία και Ψηφιακή Οικονομία, που άλλωστε είναι και ο πυρήνας του ανταγωνιστικού τους πλεονεκτήματος.
Όσοι εντόπισαν ελλείψεις στα ανώτερα διευθυντικά και διοικητικά στελέχη ανέφεραν το project management ως τη δεξιότητα που λείπει και ακολουθεί η διαχείριση της καινοτομίας, αλλά και οι τεχνικές γνώσεις.  Το επιστημονικό δυναμικό φαίνεται να πάσχει κυρίως από έλλειψη τεχνικών και επαγγελματικών γνώσεων που απαιτούνται για συγκεκριμένες εργασίες, σε μεγάλη απόσταση από ελλείψεις στη διαχείριση τεχνολογίας και καινοτομίας, αλλά και στο project management. Οι τεχνικές/επαγγελματικές γνώσεις που απαιτούνται για τη συγκεκριμένη εργασία κυριαρχούν ως έλλειψη στους τεχνικούς (κυρίως αγροδιατροφή και δομικά υλικά), με την ανάληψη πρωτοβουλιών να ακολουθεί.  Στην ευρεία κατηγορία των υπαλλήλων γραφείου, τα προβλήματα ανακύπτουν κυρίως από έλλειψη βασικής χρήσης εφαρμογών πληροφορικής, ανάληψη πρωτοβουλιών, αλλά και τεχνικές γνώσεις. Στην παροχή υπηρεσιών/πωλητές, αναδεικνύεται ως πρωταρχική έλλειψη η βασική χρήση πληροφορικής, ενώ ακολουθούν η επίλυση προβλημάτων και οι τεχνικές γνώσεις.
Σε σχέση με τα προβλήματα που δημιουργεί η έλλειψη δεξιοτήτων στο υφιστάμενο προσωπικό, πάνω από το 45% των επιχειρήσεων επισημαίνουν την επιβάρυνση του υπόλοιπου προσωπικού λόγω αύξησης του φόρτου εργασίας, ενώ το 40% σημειώνει την αύξηση του λειτουργικού κόστους και 31% την καθυστέρηση στην ανάπτυξη νέων προϊόντων. Συνεπώς, οι ελλείψεις δημιουργούν κόστη και δεν είναι ουδέτερη η επίδρασή τους.
Πέρα από το υφιστάμενο προσωπικό οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν προβλήματα και στην αναζήτηση νέου προσωπικού, με τη βασική δυσκολία να προέρχεται από την έλλειψη κατάλληλων δεξιοτήτων και την έλλειψη της απαιτούμενης εργασιακής εμπειρίας, αλλά ορισμένες φορές και των τυπικών προσόντων. Πιο συγκεκριμένα, τουλάχιστον μία στις τρεις επιχειρήσεις δηλώνει ότι γενικά αντιμετωπίζει δυσκολίες στο να καλύψει τις κενές θέσεις της, με το πρόβλημα να είναι πιο έντονο στην Ψηφιακή Οικονομία και την Ενέργεια. Ειδικά στον τομέα της Ψηφιακής Οικονομίας, δύο στις τρεις επιχειρήσεις δηλώνουν ότι οι νεοπροσλαμβανόμενοι δεν διαθέτουν τις απαιτούμενες δεξιότητες, γεγονός που δείχνει παράδοξο, καθώς γενικά είναι ένας κλάδος όπου έχει εκφραστεί ένας υψηλός βαθμός ικανοποίησης από το υφιστάμενο προσωπικό (που βεβαίως δεν ταυτίζεται με τους νεοπροσλαμβανόμενους). Προφανώς ερμηνεύεται σε κάποιο βαθμό από την ταχύτατη εξέλιξη των σχετικών τεχνολογιών στον κλάδο, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα πιθανόν οι νέοι να μην έχουν εξοικειωθεί στην πράξη για το πώς οι τεχνικές γνώσεις τους μετουσιώνονται σε όρους αγοράς.
Πώς καλύπτουν όμως οι επιχειρήσεις αυτές τις αναντιστοιχίες και τις δυσκολίες στην εύρεση κατάλληλου προσωπικού; Προφανώς, είναι σαφές ότι η ανάγκη εκπαίδευσης του προσωπικού είναι μια συνεχής διαδικασία και δεν εξαντλείται στην εκπαίδευση που έχουν λάβει οι απόφοιτοι από τις εγκύκλιες σπουδές τους. Λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων αλλά και αλλαγών στα επιμέρους επιχειρηματικά περιβάλλοντα, υπάρχουν ανάγκες συνεχούς εκπαίδευσης του προσωπικού. Αν και μόνο πέντε στις εννέα επιχειρήσεις δηλώνουν ότι διαθέτουν προϋπολογισμό εκπαίδευσης προσωπικού, πάνω από το 80% σχεδόν σε όλους τους κλάδους παρέχουν κατάρτιση στους εργαζομένους τους. Κυρίως όμως «έτρεξαν» προγράμματα που αφορούσαν τεχνικά/επαγγελματικά θέματα του κάθε κλάδου και πιο παραδοσιακά πεδία, όπως αυτό της Υγιεινής και Ασφάλειας.  Η κατάρτιση γίνεται τόσο με πρακτικές και εργαλεία εντός του περιβάλλοντος της επιχείρησης (e-learning, οn-the-job training, job rotation), αλλά και με υπηρεσίες εκτός επιχείρησης, ενώ ορισμένες επιχειρήσεις χρηματοδοτούν (μερικώς ή ολικώς) μεταπτυχιακές σπουδές και συμμετοχή σε συνέδρια.
Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ασθενής σχέση επιχειρήσεων και πανεπιστημίων φαίνεται και από το γεγονός ότι μόλις το 37,5% των επιχειρήσεων έχουν συνεργασία με Πανεπιστήμια ή/και ΑΤΕΙ. Όμως, η πλέον συνήθης μορφή συνεργασίας αφορά απλώς επισκέψεις φοιτητών στις επιχειρήσεις και έπονται οι ομιλίες/διαλέξεις σε φοιτητές, απλές δηλαδή μορφές συνεργασίας. Επιπροσθέτως, μόνο οι μισές επιχειρήσεις δήλωσαν ότι κατά το τελευταίο έτος προσέφεραν θέσεις πρακτικής άσκησης ή/και μαθητείας.
Συνεπώς, παρά το γεγονός ότι οι περισσότερες επιχειρήσεις θεωρούν σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα του ανθρώπινου δυναμικού τους την υψηλή τεχνογνωσία και την εξειδικευμένη γνώση του, αλλά και τη διαρκή προσαρμοστικότητα στις νέες τεχνολογικές εξελίξεις, είναι φανερό ότι αυτή κατακτάται με πολύ κόπο. Η μη αποδοτική διασύνδεση μπορεί να διορθώνεται σε κάποιο βαθμό στην πορεία της επαγγελματικής διαδρομής, ωστόσο είναι σαφές ότι αυτό δεν είναι αποδοτικό, ούτε από την πλευρά των επιχειρήσεων ούτε από την πλευρά των εργαζομένων. Σήμερα είναι ακόμα πιο επιτακτικό να διορθώσουμε αυτή τη σχέση και να βελτιώσουμε τη διασύνδεση προς όφελος όλων.

 

 

*Αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικής Αξιολόγησης Συστημάτων Τεχνολογίας, Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας ΕΜΠ, επιστημονικός υπεύθυνος Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας ΙΟΒΕ.