Οι δημοσκοπήσεις: το θέμα που αγαπάμε να μισούμε

 

Με την συνολική αμφισβήτηση που έχει ανέβει στην επιφάνεια τα τελευταία χρόνια γύρω από τις δημοσκοπήσεις – αρκετές φορές έχουν αστοχήσει, στην Ελλάδα ασφαλώς ήδη την εποχή της μεγάλης ανατροπής/των δίδυμων εκλογών του 2012 (όπου ούτε την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε την εξάχνωση του ΠΑΣΟΚ έπιασαν οι περισσότερες), αλλά και στο δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015 και στις δεύτερες εκλογές του φθινοπώρου 2015 (όπου κορυφώθηκε η μεγάλη πολιτική περιπέτεια, το φλερτ με το Grexit), αλλά και σε χώρες όπως οι ΗΠΑ/Τραμπ ή η Μεγ. Βρετανία/Brexit –  μια διαφωτιστική συζήτηση στράφηκε χθες σ’ αυτή την προβληματική, σε αναζήτηση του αύριο των δημοσκοπήσεων. «Οι δημοσκοπήσεις πέθαναν, ζήτω οι δημοσκοπήσεις», με υπότιτλο «ένα θέμα που αγαπάμε να μισούμε» ήταν η προσέγγιση σ’ αυτό το αύριο. Που, αμφιλεγόμενες όσο κι αν είναι οι δημοσκοπήσεις, πάντως «συνεχίζουν να παράγουν πολιτική δυναμική».

Κι επειδή οι εκλογές του 2018/19 προβλέπεται να είναι εξαιρετικά έντονες – κυρίως όμως επειδή οι αμέσως επόμενες θα είναι εκλογές με απλή αναλογική!… – η συζήτηση για τις δημοσκοπήσεις υπόσχεται/απειλεί να είναι και ζωηρή και συνεχώς επανερχόμενη.

Την πρωτοβουλία της χθεσινής συζήτησης είχε η εταιρεία PRORATA, με υπεύθυνο/άνθρωπο αιχμής τον Γιάννη Κωνσταντινίδη ο οποίος και παρουσίασε την μεθοδολογική μετάβαση από την πρόθεση ψήφου (που παραδοσιακά πολώνει το ενδιαφέρον) στην μέτρηση της δυνητικής πολιτικής επιρροής (που, αντί να ρωτάει «τι θα ψηφίζατε αν είχαμε σήμερα εκλογές», αναζητά «προς ποια (και όχι μόνον ποιο) κόμματα αισθάνεστε θετική τάση». Αποτέλεσμα, μια πιο ευρεία αποτίμηση του πολιτικού σκηνικού. Που, στις τόσο ρευστές εποχές μας, «συλλαμβάνει» καλύτερα το πολιτικό τοπίο. Μαζί με τον Γ. Κωνσταντινίδη, στην συζήτηση μετείχε και ο βετεράνος των δημοσκοπήσεων Ηλίας Νικολακόπουλος, καθώς και τρεις δημοσιογράφοι – «χρήστες» του προϊόντος των μετρήσεων: Τάσος Παππάς/ΕφΣυν, Ευτύχης Παλλήκαρης/Athens Voice και Μανώλης Κοττάκης/Εστία (οι δυο πρώτοι τακτικά συνεργάζονται με την PRORATA).

Η παρουσίαση Κωνσταντινίδη έθεσε στο τραπέζι το σύνολο των αρνητικών των δημοσκοπήσεων σήμερα: την διάσταση της – συχνά – λανθασμένης πρόβλεψης, την όλο και ασταθέστερη επιλογή των ερωτώμενων/ψηφοφόρων (οι οποίοι πλέον δεν ταυτίζονται μ’ έναν χώρο, δεν «ανήκουν» κάπου), την χαμηλή ανταπόκριση των ερωτώμενων (που περιορίζει επικίνδυνα τον πληθυσμό/δείγμα), ακόμη-ακόμη όμως και την εσκεμμένη παραπλάνηση (απαντήσεις που «σπάνε πλάκα» ή κάνουν τακτικιστική τοποθέτηση). Για τον Κωνσταντινίδη, μόνον 50% ων ερωτώμενων έχουν πλέον μονοκομματική επιλογή. Ένα 15% έχουν δικομματικό, ένα 20% πολυκομματικό προσανατολισμό. Ενώ 15% έχουν εκείνο που ορίζει ως «μηδενιστική» τοποθέτηση.

Αυτή ακριβώς η διαπίστωση οδήγησε στην διαμόρφωση των μετρήσεων δυνητικής πολιτικής επιρροής, που φέρνει τους ερωτώμενους αντιμέτωπους με το ποιο ή ποια κόμματα θα μπορούσαν να επιλέξουν (κατά κύρια πιθανότητα/άνω του 50%). Αποτέλεσμα: για κάθε κόμμα προκύπτει μια βασική μέτρηση και μια μεγαλύτερη/χαλαρότερη – οπότε και το άθροισμα του συνόλου των επιλογών «βγαίνει» άνω του 100% , μπορεί μέχρι και 130% (πράγμα που, άμα δεν καταλάβει κανείς την διαφορά πρόθεσης ψήφου/δυνητικής πολιτικής επιρροής ξαφνιάζει ή και οδηγεί σε παρεξήγηση). Πάντως, μαζί με νέες τεχνικές όπως  των online/ιντερνετικών surveys, ή της διαμόρφωσης διαφοροποιημένων ερωτημάτων που (επιχειρούν να) συλλαμβάνουν συναισθηματικές τοποθετήσεις όπως θυμού ή παραίτησης μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να «διασώσει» το εργαλείο των δημοσκοπήσεων.

Ο Ηλ. Νικολακόπουλος στάθηκε διεξοδικότερα στο πώς γενικώς η μετακίνηση των δημοσκοπήσεων – όπως γίνεται και με τις λεγόμενες μετρήσεις ποιοτικών στοιχείων – γίνεται προς την κατεύθυνση της περιγραφής του πολιτικού τοπίου, με έρευνες «πολιτικής κουλτούρας». Πρόκειται για μια προσπάθεια να συλληφθεί η μετάβαση από την ψήφο ταυτότητας στην ψήφο συγκυρίας (που, με την σειρά της, αρθρώνεται γύρω από την διακύμανση της συγκυρίας ή τις προσωπικότητες των δρώντων ή γεγονότα αιχμής).

Στην δική του ανάγνωση, ο Τάσος Παππάς περιέγραψε την εμπειρία του υπέρθερμου καλοκαιριού του 2015, οπότε όσοι παρακολούθησαν από κοντά π.χ. τις μεγάλες συγκεντρώσεις σε Στάδιο και Σύνταγμα είχαν ένα μέτρο της μεταστροφής, που οι δημοσκόποι εν πολλοίς δεν «έπιασαν» – εδώ να σημειωθεί ότι η PRORATA τότε, στο δημοψήφισμα και τις εκλογές Σεπτεμβρίου 2015 είχε ξεχωρίσει. Επίσης στάθηκε σε άλλες αδυναμίες όπως π.χ. των τηλεφωνικών μετρήσεων («δημοσκοπική ψήφος»), ή ακόμη στην ένταση του φαινομένου της «οππορτουνιστικής ψήφου». Με αρκετή αυστηρότητα, άλλωστε, επέμεινε στο φαινόμενο της πυκνής επανάληψης δημοσκοπήσεων υπέρ του πρώτου/του προπορευόμενου (με σκοπό την αποθάρρυνση των άλλων ή την ενίσχυση της ηγεσίας), αλλά και έθεσε το ερώτημα «ποιος κάθε φορά παραγγέλνει την δημοσκόπηση». Ή ακόμη και ποιες σχέσεις έχουν οι εταιρείες δημοσκοπήσεων με το Δημόσιο, ή με άλλα κέντρα εξουσίας/επηρεασμού.

Ο Ευτύχης Παλλήκαρης έκανε την επιπρόσθετη παρατήρηση ότι όλο τον τελευταίο καιρό έχουν διαμορφωθεί δυο «μπλοκ» δημοσκοπικών καταγραφών: στο ένα η διαφορά πρώτου με δεύτερο (ΝΔ με ΣΥΡΙΖΑ) είναι 4-5%, στο άλλο η διαφορά ξεπερνά το 10%. Πρόκειται για διαφορά τόσο μεγάλη που δημιουργεί ερωτηματικά – όχι δε μόνον μεθοδολογικά.

Για  τον δε Μανώλη Κοττάκη, οι δημοσκοπήσεις μπορεί να αμφισβητούνται, όμως δεν παύουν να δίνουν πληροφορία. Βέβαια, την ίδια στιγμή που γίνεται λόγος για αντισυστημικό κλίμα/περιορισμένη εμπιστοσύνη σε όλους τους συντελεστές του πολιτικού συστήματος, καταγράφεται και συστημική ευθυγράμμιση! Ολη αυτή η κατάσταση κάνει τον Κοττάκη να συνιστά τον συνδυασμό των όποιων μετρήσεων «με την παρατήρηση των ανθρώπων στον δρόμο υπό συνθήκες της καθημερινής ζωής». Ενώ ως κατακλείδα άφησε την αίσθηση ότι «θα μπορούσαν οι ψηφοφόροι να αρχίσουν να συμπεριφέρονται με λογική απλής αναλογικής, προτού καν το νέο εκλογικό σύστημα αρχίσει να ισχύει».