Οι επαγγελματίες της τέχνης και της ψυχαγωγίας στη μετά-COVID εποχή

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιούλιος 2021, τ. 1008

Πολιτισμός του Γιώργου Βαϊλάκη – gvailakis@hotmail.com

«Ο πολιτισμός δεν είναι τα πάντα, όμως δίχως πολιτισμό τίποτα δεν έχει αξία» λέει μια παλιά ρήση, η οποία στις μέρες μας έγινε δραματικά και εντελώς απρόσμενα επίκαιρη. Και αυτό γιατί τους τελευταίους δεκαπέντε μήνες μείναμε, κυριολεκτικά, χωρίς πολιτισμό. Ήταν όλα κλειστά.

Η πανδημία του κορονοϊού έμελλε να αφήσει έντονα τα σημάδια της στον τομέα του πολιτισμού, των τεχνών, της ψυχαγωγίας, με τις οικονομικές συνέπειες να δημιουργούν έντονα υπαρξιακά ερωτήματα σε όλους τους εμπλεκόμενους (καλλιτέχνες, επιχειρηματίες, φορείς), όχι μόνο για την επόμενη μέρα, αλλά και για κάτι σαφώς πιο επείγον: το σήμερα, το τώρα. Είναι καθαρά, πλέον, θέμα επιβίωσης.

Τα οικονομικά στοιχεία είναι αμείλικτα και σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ ο πολιτισμός (οι τέχνες, η διασκέδαση, η ψυχαγωγία) έχει πληγεί όσο κανένας άλλος κλάδος στη χώρα. Ο συγκεντρωτικός πίνακας επιβεβαιώνει το μέγεθος της οικονομικής καταστροφής, δηλαδή τη μείωση του κύκλου εργασιών κατά 88,2%. Το μέγεθος της ζημιάς για το έτος 2020-2021 είναι τέτοιο που μπορεί κανείς να ισχυρισθεί πως όλα δείχνουν ότι βρισκόμαστε σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο ορόσημο – Πολιτισμός: ώρα μηδέν!

 

 

Κοινωνική αποστασιοποίηση

Η κακή μέρα φάνηκε απ’ το πρωί. Με το που έγινε αντιληπτό το μέγεθος της πανδημίας, άρχισε το μέτρο της επιβολής του lockdown (ή ακριβέστερα της κοινωνικής αποστασιοποίησης). Ήταν Κυριακή 22 Μαρτίου η μέρα ανακοίνωσης του πρώτου lockdown και η μέρα όπου βρεθήκαμε μπροστά σε όλα τα ηθικά και πολιτικά διλήμματα που θα έφερνε τελικά η διαχείριση της πανδημίας. Αν μη τι άλλο, είναι πρωτοφανές για έναν άνθρωπο της εποχής μας να χρειάζεται να στείλει μήνυμα στο κράτος προκειμένου να πάρει την έγκρισή του απλώς για να βγει έξω. Ο χρόνος μετρούσε πλέον αντίστροφα για το κλείσιμο εμπορικών κέντρων, καταστημάτων, καφέ, μπαρ, χώρων εστίασης, μουσείων, κινηματογράφων, θεάτρων, συναυλιακών χώρων. Οι οικονομικές επιπτώσεις ήδη από αυτό το πρώτο «λουκέτο» θα ήταν καταστροφικές για τον πολύπαθο χώρο της ψυχαγωγίας και του πολιτισμού.

Ο όρος «υγειονομικά μέτρα» ίσως είναι ένας από αυτούς που θα μείνουν στην ιστορία, χαρακτηρίζοντας το 2020. Μετά το πρώτο lockdown, διάφορα μέτρα και στρατηγικές έκαναν την εμφάνισή τους σε χώρους όπου φιλοξενούνται εκδηλώσεις. Αρχικά, για να παραμείνουν ανοιχτοί για το κοινό έπρεπε να ακολουθήσουν αυστηρούς κανόνες. Αλλά και εκείνες οι εκδηλώσεις που δεν ματαιώθηκαν απέφεραν ελάχιστα κέρδη, καθώς το κοινό είχε, ακριβώς λόγω των μέτρων, μειωθεί δραματικά.

Ορχήστρες και θέατρα αντέδρασαν άμεσα, προσαρμόζοντας το πρόγραμμά τους στις ανάγκες της εποχής και προσφέροντας online εκδηλώσεις – κάτι που αρχικά έδωσε μια κάποια αισιοδοξία ότι θα περιοριστεί η οικονομική ζημιά. Πρόκειται για τεχνολογικά μέσα τα οποία επέλεξαν μάλιστα και αρκετά μουσεία κατά τη διάρκεια του lockdown, ώστε να καταστήσουν εφικτές τις εικονικές επισκέψεις. Αλλά και πάλι, η προσπάθεια να περιοριστεί η οικονομική καταστροφή δεν είχε αξιοσημείωτα αποτελέσματα.

Ώσπου ήρθε το δεύτερο πολύμηνο (όπως αποδείχτηκε) lockdown, που ξεκίνησε το Σάββατο 7 Νοεμβρίου. Πέρα από τον περιορισμό στις μετακινήσεις, έκλεισαν όλα τα καταστήματα με εξαίρεση τα σούπερ μάρκετ και τα φαρμακεία. Με τον πολιτισμό και την ψυχαγωγία όμως τι έγινε; Έκλεισαν όλα δύο εβδομάδες πριν από το δεύτερο lockdown!

«Η κρίση της Covid-19, σε συνδυασμό με τη διαχείρισή της, έφεραν μια απότομη παύση σε οποιαδήποτε θεατρική διεργασία και στη συνέχεια τεράστια αβεβαιότητα για το τι μέλλει γενέσθαι. Δεν χρειάζεται να περιγράψω το οικονομικό πλήγμα στον κλάδο και τους λειτουργούς του. Αυτό που συζητάμε εδώ είναι το τώρα και το από δω και πέρα. Μιλώντας για το θέατρο, οι περιορισμοί στην αναλογία θεατών/χωρητικότητας του θεάτρου αναπόφευκτα οδηγούν πολλά μικρά θέατρα να μην ξανανοίξουν. Οι όποιες νέες θεατρικές παραγωγές ετοιμάζονται έχουν να αντιμετωπίσουν αβεβαιότητα για την επόμενη χρονιά και την πιθανότητα νέων lockdown» λέει η ηθοποιός και σκηνοθέτις Μαριλίτα Λαμπροπούλου και προσθέτει: «Απ’ την άλλη, καθώς οι τηλεοπτικές παραγωγές συνέχισαν να λειτουργούν και κατά τη διάρκεια των lockdown, τροφοδοτήθηκαν οικονομικά σειρές μυθοπλασίας. Τώρα γίνεται μια έκρηξη παραγωγών, ιδίως σε σύγκριση με την ένδεια των προηγούμενων ετών, και μεγάλος αριθμός ηθοποιών του θεάτρου, της πρώτης γραμμής, εργάζονται σ’ αυτές».

Από την πλευρά του, ο ηθοποιός Γιάννης Νταλιάνης επισημαίνει χαρακτηριστικά: «Εργαζόμενοι με χρόνια παρουσίας βρέθηκαν στα όρια της επιβίωσης. Η μακρά σιωπή της Πολιτείας ειδικά στο πρώτο lockdown, η περσινή ακύρωση του Φεστιβάλ Αθηνών χωρίς αποζημιώσεις, η αβεβαιότητα και η απόσυρση πολλών παραγωγών από το καράβι που βούλιαζε, η επιμονή των λοιμωξιολόγων να θεωρούν το θέατρο εστία κορονοϊού, έφτασαν τα πράγματα στο απροχώρητο. Σε αυτή τη συγκυρία, αναδείχτηκαν πολλά εργασιακά προβλήματα. Άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, ανασφάλιστη εργασία, συλλογική σύμβαση, ακατοχύρωτα πνευματικά δικαιώματα, κατάχρηση εξουσίας με αυταρχικές συμπεριφορές και παρενοχλήσεις. Τα προβλήματα παραμένουν και πρέπει να αντιμετωπιστούν».

 

Επόμενη ημέρα

Ποια, όμως, είναι η επόμενη μέρα για τον πολιτισμό στην Ελλάδα σε αυτές τις ειδικές συνθήκες της πανδημίας; Ήδη από τις 21 Μαΐου οι θερινοί κινηματογράφοι λειτουργούν με πληρότητα 75% και από τις 28 Μαΐου οι συναυλίες και οι θεατρικές παραστάσεις σε ανοιχτούς χώρους λειτουργούν με πληρότητα 50%, ενώ θα απαγορεύεται να είναι όρθιοι οι θεατές.

Η απόφαση αυτή σηματοδότησε την επανέναρξη του τεράστιου κεφαλαίου που λέγεται «πολιτισμός». Μια επανέναρξη που όλοι αναμέναμε με ανυπομονησία – και οι θεατές και οι εμπλεκόμενοι στον κόσμο του θεάματος. Παρ’ όλ’ αυτά, μετά τα ευχάριστα νέα, είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς εάν οι συνθήκες υπό τις οποίες γίνεται το πολυαναμενόμενο restart διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα του πολύπαθου –ειδικά τον τελευταίο χρόνο– κλάδου.

Και τα ερωτήματα προκύπτουν βασανιστικά: Μπορούν τα θέατρα να επιβιώσουν με 50% πληρότητα; Η λογική πίσω από αυτήν την απόφαση είναι ότι το Ηρώδειο, για παράδειγμα, έχει 5.000 θέσεις, άρα οι 2.500 είναι αρκετές για να καλύψουν οικονομικά τις ανάγκες της παραγωγής. Μόνο που όλα τα θέατρα δεν είναι τέτοιου μεγέθους – αν και οι περισσότεροι θερινοί χώροι είναι μεγάλης χωρητικότητας. Παρ’ όλ’ αυτά, υπάρχουν και θέατρα που χωράνε μόλις 500 θεατές. Μπορούν συνεπώς 250 εισιτήρια να «βγάλουν» μια παράσταση; Ασφαλώς όχι.

Αλλά ακόμα και αν αλλάξει αυτό καθώς προχωρούν οι εμβολιασμοί και επιτραπεί 75% πρόσβαση για το κοινό, υπάρχουν και άλλα προβλήματα: Θα προλάβουν να ετοιμαστούν παραστάσεις; Θα μπορέσουν να οργανωθούν μουσικές συναυλίες; Πότε θα προλάβει να οργανωθεί μια παραγωγή, όταν μέχρι πρότινος απαγορεύονταν οι πρόβες;

Η εμπειρία του περσινού καλοκαιριού είναι οδυνηρή και η αγωνία που έχουν οι άνθρωποι του πολιτισμού και της ψυχαγωγίας είναι έκδηλη. Είναι γεγονός ότι πέρυσι από τις προγραμματισμένες εκδηλώσεις ελάχιστες πραγματοποιήθηκαν, με συνέπεια να χαθούν πάρα πολλά χρήματα από τις ακυρώσεις, ιδιαίτερα μουσικών συναυλιών. Αλλά και όσες έχουν ανακοινωθεί για φέτος είναι στον αέρα, με πρώτα τα τρία σημαντικότερα μουσικά φεστιβάλ, το Rockwave, το Ejekt και το Release. Πολλά συγκροτήματα δεν ξέρουν αν θα πραγματοποιήσουν τελικά τις φετινές ευρωπαϊκές περιοδείες τους ή αν θα τις αναβάλουν και πάλι μέχρι το επόμενο καλοκαίρι. Οι διοργανωτές, όμως, των φεστιβάλ πρέπει όχι μόνο να κάνουν την προετοιμασία, αλλά και την προπώληση.

Με τον κλάδο της ψυχαγωγίας και του πολιτισμού να έχει πληγεί όσο κανένας άλλος, ένα εύλογο ερώτημα είναι πώς επιβιώνουν και θα εξακολουθήσουν να επιβιώνουν οι εργαζόμενοι στον χώρο του θεάματος – ένα ζήτημα που δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Αλλά η δυσοίωνη προοπτική που θέλει την πανδημία του κορονοϊού να έχει μακροχρόνια επίδραση στις τέχνες και στην ψυχαγωγία δεν είναι καθόλου απίθανη. Κάθε άλλο. Ιδίως όταν έχει συμβεί μια τέτοιου μεγέθους οικονομική καταστροφή…

 

Ο γόρδιος δεσμός των πνευματικών δικαιωμάτων

 

Τα οικονομικά προβλήματα των καλλιτεχνών στην εποχή της πανδημίας είναι τεράστια, αλλά υπάρχουν και κάποια χρονίζοντα προβλήματα που τα επιτείνουν. Για δεκαετίες, στην Ελλάδα τα πνευματικά δικαιώματα για λογαριασμό των καλλιτεχνών τα συγκέντρωνε μια ιδιωτική εταιρεία, η Ανώνυμη Εταιρεία Πνευματικής Ιδιοκτησίας (ΑΕΠΙ). Ώσπου, στις αρχές Φεβρουαρίου του 2017, έπειτα από διαχειριστικό έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στην εταιρεία από ορκωτούς λογιστές, διαπιστώθηκαν σημαντικές οικονομικές ατασθαλίες, με αποτέλεσμα τον επόμενο χρόνο να ανακληθεί η άδεια λειτουργίας της ΑΕΠΙ.

Τον Μάρτιο του 2018, με τροπολογία που κατατέθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού, την ευθύνη για την είσπραξη και τη διανομή των πνευματικών δικαιωμάτων στους δικαιούχους ανέλαβε προσωρινά ένας μεταβατικός οργανισμός, η ΕΥΕΔ, μια ειδική υπηρεσία του Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας (ΟΠΙ), ο οποίος ανήκει στο Υπουργείο. Η λειτουργία της δεν μπορούσε να υπερβεί τα δύο χρόνια και συστάθηκε με στόχο να εξασφαλίσει την ομαλή και διαφανή μετάβαση σε έναν νέο οργανισμό συλλογικής διαχείρισης.

Τον Φεβρουάριο του 2020 το Υπουργείο Πολιτισμού χορήγησε επίσημη άδεια λειτουργίας στον νεοσύστατο Οργανισμό Συλλογικής Διαχείρισης των δημιουργών με το όνομα ΕΔΕΜ. Τον Ιούλιο του 2020 γενική διευθύντρια της ΕΔΕΜ ανέλαβε η Λούκα Κατσέλη, γεγονός που ικανοποίησε τους δημιουργούς.

Υπάρχει, όμως, και η Αυτοδιαχείριση, η οποία είναι ένας άλλος Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Πνευματικών Δικαιωμάτων, που λειτουργούσε από το 2003, στη σκιά της ΑΕΠΙ, εκπροσωπώντας λίγους δημιουργούς. Ιδρυτής της ήταν ο συνθέτης Γιάννης Γλέζος. Από την εποχή της αποκάλυψης του οικονομικού σκανδάλου της ΑΕΠΙ, η Αυτοδιαχείριση προσπάθησε να συσπειρώσει υπέρ της την πλειοψηφία των δημιουργών έτσι ώστε να καταφέρει να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο του χώρου των πνευματικών δικαιωμάτων.

Διαφώνησε σθεναρά με την απόφαση της τότε κυβέρνησης να δημιουργήσει τη μεταβατική ΕΥΕΔ και μέχρι σήμερα παραμένει σε διαρκή πόλεμο με την ΕΔΕΜ, έχοντας μάλιστα προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας εναντίον της. Η ΕΔΕΜ έχει ταχθεί ανοιχτά υπέρ της συγχώνευσης των δύο οργανισμών, ωστόσο η λύση που υποστηρίζει η Αυτοδιαχείριση είναι να γίνει η συγχώνευση κάτω από τη δική της ομπρέλα.

Η ΕΔΕΜ εκπροσωπεί το μεγαλύτερο κομμάτι του ελληνικού ρεπερτορίου (συνθέτες και στιχουργούς, με τα πιο δημοφιλή τραγούδια), ενώ η Αυτοδιαχείριση διαχειρίζεται τα πνευματικά δικαιώματα μεγάλου ποσοστού του ξένου ρεπερτορίου που παίζεται στην Ελλάδα. Και κάπως έτσι, η ιστορία των πνευματικών δικαιωμάτων δεν έχει ακόμα ξεκαθαρίσει.

 

Γιώργος Κουμεντάκης

Συνθέτης, Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής

Βεβαίως είμαστε αισιόδοξοι για τον πολιτισμό στη μετά Covid εποχή. Ήδη η έναρξη της λειτουργίας των ανοιχτών θεάτρων είναι το πρώτο βήμα επιστροφής στην ενεργό δράση. Με τη βοήθεια του εμβολιαστικού προγράμματος θεωρώ πως από τον Σεπτέμβριο θα μπορέσουμε να λειτουργήσουμε και στους κλειστούς χώρους. Ο κόσμος έχει ανάγκη την ψυχική ανάταση που προσφέρει ο πολιτισμός, και εμείς οι φορείς και οι καλλιτέχνες έχουμε ανάγκη το κοινό για να υπάρξουμε και να δημιουργήσουμε. Ακόμα και αν υπάρξουν κάποιες τελευταίες αναταράξεις στην έξοδο από το τούνελ, εμείς ήδη έχουμε αρχίσει να βλέπουμε το φως της νέας εποχής.

 

 

Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα

Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης-Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτσου

Η οικονομική κρίση έπληξε όλα τα πολιτιστικά ιδρύματα, ιδιαίτερα όσα λειτουργούν με κρατική επιχορήγηση. Τα τελευταία χρόνια η επιχορήγηση της Εθνικής Πινακοθήκης-Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτσου αρκούσε μόνο για την κάλυψη των μισθών των υπαλλήλων και των ανελαστικών δαπανών. Ελπίζουμε ότι αυτό θα αλλάξει τώρα που θα ανοίξει το νέο μουσείο, το οποίο είναι διπλάσιο σε έκταση και με πολλαπλάσιες λειτουργικές απαιτήσεις. Βέβαια, υπολογίζουμε και σε έσοδα από εμπορικές δραστηριότητες: μεγάλο πωλητήριο, θέατρο 240 θέσεων με εξοπλισμό για συνεδριακό κέντρο, δύο καφέ-εστιατόρια, ένα στο ισόγειο και στον κήπο και ένα στον τρίτο όροφο με πανοραμική θέα, από Παρνασσό και Λυκαβηττό έως Ακρόπολη.