Οι καταθέσεις στο μισό, η χρηματοδότηση στα τρία τέταρτα

 

Το σημερινό μας άρθρο στοχεύει να ακτινογραφήσει τη σχέση νοικοκυριών και επιχειρήσεων με το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, βάσει των καταθέσεών τους και τη χρηματοδότησή τους απ’ αυτό.

 

Οι καταθέσεις

Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας, οι καταθέσεις επιχειρήσεων και νοικοκυριών έφτασαν στο μέγιστό τους στα τέλη Σεπτεμβρίου 2009 (237,8 δισ. ευρώ) και, από τότε, στο ελάχιστό τους στα τέλη Ιουλίου 2015 (120,8 δισ. ευρώ). Περιοριζόμενες στο διάστημα αυτό περίπου στο μισό, όπως φαίνεται ανάγλυφα και στις στήλες του γραφήματος.

Για να έχουμε ένα μέτρο του μεγέθους της μείωσης (117 δισ. ευρώ), αρκεί να σκεφτούμε ότι αυτή αντιστοιχεί σε περισσότερο από το 65% του σημερινού ΑΕΠ.

Χαμηλότερο επίπεδο καταθέσεων από τα 120,8 δισεκατομμύρια ευρώ των τελών Ιουλίου 2015 μπορεί να βρει κάποιος πρώτη φορά πίσω στον χρόνο στα τέλη Μαΐου 2003 (119,9 δισ. ευρώ).

Εν ολίγοις, πριν από τον μήνα του δημοψηφίσματος, η Ελλάδα είχε περάσει 12 χρόνια και 1 μήνα με περισσότερες καταθέσεις στο τραπεζικό της σύστημα.

Σταχυολογώντας τα στοιχεία για τα τέλη Δεκεμβρίου κάθε έτους, μπορούμε να δούμε ότι οι καταθέσεις επιχειρήσεων και νοικοκυριών:
– Από το μέγιστο του 2009 μειώνονται σχεδόν κάθε χρόνο.
– Μειώθηκαν περισσότερο από κάθε άλλη χρονιά το 2015, σχεδόν κατά 37 δισ. ευρώ.
– Μεγάλη μείωση κατέγραψαν, επίσης, το 2011 (περίπου 35 δισ. ευρώ) και το 2010 (σχεδόν 28 δισ. ευρώ).
– Μικρότερη μείωση είχαν το 2012 (σχεδόν 13 δισ. ευρώ) και οριακή το 2014 (σχεδόν 3 δισ. ευρώ).
– Αύξηση, έστω και οριακή (μικρότερη των 2 δισ. ευρώ), σημείωσαν μόνο το 2013 και το 2016.

Η αιμορραγία των καταθέσεων αποδίδεται:
α) στον κίνδυνο του «GREXIT», το οποίο, αν πραγματωνόταν, θα μετέτρεπε εν μία νυκτί τα ευρώ νοικοκυριών και επιχειρήσεων σε δραχμές (με περιορισμένη αγοραστική δύναμη),
β) στον φόβο εφαρμογής ενός “κουρέματος” στις καταθέσεις (bail-in), μετά την εμπειρία της Κύπρου, δεδομένης της απουσίας ενός πανευρωπαϊκού συστήματος εγγύησης των καταθέσεων,
γ) στις διαδοχικές αναλήψεις χρημάτων κατά τη διάρκεια της πολυετούς κρίσης για την πληρωμή νέων φόρων, αλλά και πάγιων δαπανών που μέχρι πρότινος πληρώνονταν από εισοδήματα (τα οποία περιορίστηκαν αισθητά ή και έπαψαν να υπάρχουν).

 

Η χρηματοδότηση

Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η χρηματοδότηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων έφτασε στο μέγιστό της στα τέλη Ιουνίου 2010 (260 δισ. ευρώ) και, από τότε, στο ελάχιστό της στα τέλη Οκτωβρίου 2016 (197,8 δισ. ευρώ). Περιοριζόμενη στο διάστημα αυτό σχεδόν στα 3/4, όπως φαίνεται ανάγλυφα και στις στήλες του γραφήματος.

Για να έχουμε ένα μέτρο του μεγέθους αυτής της μείωσης (62,2 δισ. ευρώ), αρκεί να σκεφτούμε ότι αντιστοιχεί σε περισσότερο από το 35% του σημερινού ΑΕΠ.

Χαμηλότερο επίπεδο χρηματοδότησης από τα 197,8 δισεκατομμύρια των τελών Οκτωβρίου 2016 μπορεί να βρει κάποιος πρώτη φορά πίσω στον χρόνο στα τέλη Ιουνίου 2007.

Εν ολίγοις, πριν από τον πρόσφατο Οκτώβριο, η Ελλάδα είχε περάσει 9 χρόνια και 3 μήνες με περισσότερη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών από το τραπεζικό της σύστημα.

Σταχυολογώντας τα στοιχεία για τα τέλη Δεκεμβρίου κάθε έτους, μπορούμε να δούμε ότι η χρηματοδότηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών:
– Από το μέγιστο του 2010 μειώνεται από χρόνο σε χρόνο.
– Μειώθηκε περισσότερο από κάθε άλλη χρονιά το 2012, σχεδόν κατά 21 δισ. ευρώ.
– Τις υπόλοιπες χρονιές μειωνόταν μεταξύ 5-10 δισ. ευρώ.
Το 2016 αναμένεται να είναι η πρώτη χρονιά ύστερα από μία δεκαετία που θα κλείσει κάτω από τα 200 δισεκατομμύρια ευρώ.

Αν εστιάσουμε περισσότερο στο όριο των 200 δισεκατομμυρίων ευρώ, θα δούμε ότι, μετά τον Ιούλιο του 2007, ο Αύγουστος του 2016 ήταν ο πρώτος μήνας που η χρηματοδότηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών έκλεισε κάτω από αυτό.

 

Ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις

Η σχέση μεταξύ καταθέσεων και χρηματοδότησης αντανακλά την υγεία ή μη οποιουδήποτε τραπεζικού συστήματος. Στο ελληνικό, η διαφορά τους είναι μεγαλύτερη από 73 δισεκατομμύρια ευρώ εις βάρος των καταθέσεων. Ένα μεγάλο άνοιγμα που καλύπτεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Για τη μέτρηση της ίδιας σχέσης, χρησιμοποιείται ευρέως ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις – στον οποίον τιμές υψηλότερες του 120% υποδηλώνουν σοβαρό πρόβλημα.

Αξιοποιώντας τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας για τις καταθέσεις και τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών στα τέλη Δεκεμβρίου κάθε έτους, υπολογίσαμε τον συγκεκριμένο δείκτη για κάθε χρονιά από την ένταξή μας στην Ευρωζώνη.

Όπως φαίνεται και στο διάγραμμα που προέκυψε, ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα:
– Μέχρι και το 2005 ήταν χαμηλότερος του 100%.
– Την περίοδο 2006-2009 ήταν μεταξύ του 100% και 110%.
– Το 2010 έσπασε για πρώτη φορά το (απαγορευμένο) φράγμα του 120%.
– Όλη την περίοδο 2011-2014 παρέμεινε σταθερά πάνω από το 130%, μεταξύ 132% και 142%.
– Το 2015 εκτοξεύτηκε πάνω από το 160%, ενώ είναι αβέβαιο αν το 2016 θα κλείσει κάτω από αυτό.

Ενδεικτικό τού μεγέθους του ελληνικού προβλήματος είναι ότι ο αντίστοιχος δείκτης στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα είναι κοντά στο 100%.

Για να επιστρέψει ο λόγος δανείων προς καταθέσεις στο 100% στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, πρέπει να αυξηθούν οι καταθέσεις τουλάχιστον κατά 70 δισεκατομμύρια ευρώ, ώστε να προσεγγίσουν τη χρηματοδότηση.

 

Οι ανακεφαλαιοποιήσεις

Ολοκληρώνοντας, αξίζει να υπενθυμίζουμε και τις τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις που έλαβαν χώρα στο τραπεζικό σύστημα της χώρας τα τελευταία χρόνια. Διαδοχικά, το 2013, το 2014 και το 2015.

Όπως φαίνεται και στο συνοπτικό γράφημα, το Ελληνικό Δημόσιο συμμετείχε στις ανακεφαλαιοποιήσεις του 2013 και του 2015, διαθέτοντας αθροιστικά σχεδόν 35 δισ. ευρώ (σχεδόν το 20% του ΑΕΠ), ώστε οι ελληνικές τράπεζες να ικανοποιούν τους ελάχιστους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και να μπορούν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους.

Οι ιδιώτες κάλυψαν εξ ολοκλήρου την ανακεφαλαιοποίηση του 2014, ενώ διέθεσαν αθροιστικά και στις τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις σχεδόν 17 δισ. ευρώ.

Δυστυχώς, τα 50 και πλέον δισεκατομμύρια ευρώ που διατέθηκαν εν συνόλω, από Ελληνικό Δημόσιο και ιδιώτες, την περίοδο 2013-2015, για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, έγιναν βορά κυβερνητικών παλινωδιών στην εφαρμογή των μνημονιακών προγραμμάτων προσαρμογής και αποτυχιών στις διαπραγματεύσεις με τους επίσημους πιστωτές της χώρας, που οδήγησαν σε κατάρρευση τις χρηματιστηριακές τιμές των ελληνικών τραπεζών.

Σήμερα, η χρηματιστηριακή αξία των τραπεζών δεν ξεπερνάει τα 11 δισεκατομμύρια ευρώ. Ο δείκτης κεφαλαιακής τους επάρκειας είναι μεγαλύτερος από 18%, αλλά οι τραπεζικές αναλυτές υπογραμμίζουν ότι σχεδόν το 60% των ιδίων κεφαλαίων αποτελεί λογιστική προεξόφληση του αναβαλλόμενου φόρου.

Παράλληλα, το νέο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί περιλαμβάνει και τη συμμετοχή των καταθετών στο κόστος διάσωσης μιας τράπεζας. Ως αποτέλεσμα, είναι βέβαιο πως, αν καταστεί αναγκαία μια νέα (τέταρτη) ανακεφαλαιοποίηση στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, θα είναι διαφορετική από τις προηγούμενες.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η οικονομική κρίση προκάλεσε τη μείωση των καταθέσεων επιχειρήσεων και νοικοκυριών στο 1/2 και της χρηματοδότησής τους από το τραπεζικό σύστημα στα 3/4. Οι ελληνικές τράπεζες λειτουργούσαν για 12 και πλέον χρόνια με περισσότερες καταθέσεις, ενώ και οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά χρηματοδοτούνταν για 9 και πλέον χρόνια με περισσότερα δάνεια (από τα αντίστοιχα ελάχιστα επίπεδα που καταγράφηκαν τους τελευταίους μήνες).

Οι εντυπωσιακές αυτές μεταβολές εκτόξευσαν τον λόγο δανείων προς καταθέσεις στο 160% στην Ελλάδα, καθιστώντας αναγκαία την επιστροφή περισσότερων από 70 δισεκατομμυρίων ευρώ στους καταθετικούς λογαριασμούς για την επαναφορά του λόγου στο υγιές 100%.

Η εδραίωση της θέσης της Ελλάδος στην Ευρωζώνη και ο ξορκισμός του GREXIT ακόμα και από τα ΜΜΕ είναι εκ των ων ουκ άνευ για την εισροή καταθέσεων. Αν οι ικανές συνθήκες, για να αυξηθούν κατά 70 δισεκατομμύρια ευρώ οι καταθέσεις, υπερβαίνουν τα όρια των εγχώριων σχεδιαστών πολιτικής, οι αναγκαίες δεν μπορούν να τίθενται εν αμφιβόλω από λάθη και παραλείψεις τους.

Μεσούσης της οικονομικής κρίσης άλλωστε, πάνω από 50 δισεκατομμύρια ευρώ διατέθηκαν αθροιστικά μέσω ανακεφαλαιοποιήσεων για να μη σταματήσουν τη λειτουργία τους οι ελληνικές τράπεζες και να μην καταρρεύσει ολοκληρωτικά μαζί τους και η ελληνική οικονομία. Τα περισσότερα από αυτά είδαμε να εξανεμίζονται λόγω εσφαλμένων πολιτικών. Έπρεπε να χαθούν τόσα δισεκατομμύρια για να θυμηθούμε την αξία της εμπιστοσύνης και το κόστος της αβεβαιότητας για το τραπεζικό σύστημα;