Η μόνιμη κατάσχεση ρωσικών περιουσιακών στοιχείων ακούγεται δελεαστική, όμως θα μπορούσε να αποδειχθεί λάθος

 

Ενώ πολύ περισσότερες από 100 ημέρες έχουν περάσει από την αρχή του πολέμου στην Ουκρανία, το μεγαλύτερο πρόγραμμα κυρώσεων που έχει επιβληθεί ποτέ παγκοσμίως σε μεγάλη οικονομία δεν παύει να αυστηροποιείται. Αμερική και Ευρώπη έχουν παγώσει τα αποθεματικά της Ρωσίας σε συνάλλαγμα που τηρούνται σε τράπεζες της Δύσης. Στις 8 Ιουνίου η ΕΕ συμπαρατάχθηκε με τις ΗΠΑ και τη Βρετανία στην επιβολή μερικού εμπάργκο επί των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου και απέκλεισε και τη Sberbank (τη μεγαλύτερη ρωσική τράπεζα) από το διεθνές σύστημα τραπεζικής επικοινωνίας SWIFT. Κυρώσεις έχουν επιβληθεί σε σειρά από ολιγάρχες και τα παιχνιδάκια τους: στις νήσους Φίτζι βρέθηκε αντιμέτωπο με κυρώσεις το σούπερ-γιοτ Amadea, μήκους 100 μέτρων με ελικοδρόμιο και πισίνα· ομοίως και ιδιωτικά αεροπλάνα στο Ντουμπάι ή η ομάδα ποδοσφαίρου Τσέλσι στην Αγγλία.

Οι κυρώσεις έχουν επιφέρει μείζονα διατάραξη στη ρωσική οικονομία και –εφόσον διατηρηθούν– θα τραυματίσουν τη λειτουργία της επί χρόνια. Πάντως, η επίδρασή τους έχει και όρια. Λόγω των υψηλών ενεργειακών τιμών –το αργό Brent ξεπέρασε τα 120 δολάρια το βαρέλι– το καθεστώς του Βλαντιμίρ Πούτιν διαθέτει πρωτοφανή έσοδα. Καθώς μόνον οι Δυτικές χώρες και μια φούχτα συμμάχων στην Ασία εφαρμόζουν τις κυρώσεις, πολλοί πελάτες εξακολουθούν να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο. Αποτέλεσμα: μέχρι το τέλος του 2023, η παραγωγή αργού στη Ρωσία αναμένεται να είναι μόλις κατά 20% μικρότερη από τα προ του πολέμου επίπεδα. Οι ολιγάρχες που έχουν σχέση με το Κρεμλίνο συνεχίζουν να ταξιδεύουν ανά τον κόσμο. Οι ρωσικοί πύραυλοι εξακολουθούν να σκοτώνουν αμάχους στην Ουκρανία και να διαλύουν την οικονομία της.

Ο λογαριασμός για την ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων πόλεων της Ουκρανίας και για την ανασυγκρότηση της διαλυμένης βιομηχανικής της βάσης θα είναι πελώριος: υπάρχουν εκτιμήσεις για 600 δισ. δολάρια. Ως εκ τούτου, πολλοί διερωτώνται μήπως η Δύση θα έπρεπε να προχωρήσει πέρα από το προσωρινό πάγωμα των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων και στην οριστική κατάσχεσή τους. Εν συνεχεία, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για να καλυφθεί το κόστος της ανασυγκρότησης που βρίσκεται μπροστά μας. Η Ρωσία διαθέτει 300 δισ. δολάρια σε συναλλαγματικά αποθέματα στη Δύση, ενώ άλλο 1 τρισ. σε ιδιωτικά ρωσικά περιουσιακά στοιχεία βρίσκεται επίσης στο εξωτερικό. Στις 19 Μαΐου, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανέφερε ότι η ΕΕ σκέφτεται την κατάσχεση. Αλλά και στο G7 έγινε αντίστοιχη συζήτηση.

Η ιδέα να κληθεί ο επιτιθέμενος να πληρώσει για τις ζημιές που προξένησε είναι και ελκυστική και δημοφιλής. Όμως, η νομική αιτιολόγηση και η στρατηγική λογική των κυρώσεων έγκειται στο ότι περιορίζουν την ικανότητα της χώρας που τις υφίσταται να συνεχίζει τη συμπεριφορά της· την οποία συμπεριφορά θα μπορέσει να μεταβάλει η χώρα που βρίσκεται υπο καθεστώς κυρώσεων, αν αλλάξει πορεία – οπότε και θα ελευθερωθούν τα περιουσιακά της στοιχεία. Τυχόν μετακίνηση απ’ αυτήν την προσέγγιση σε μια πολιτική μόνιμης κατάσχεσης θα ήταν τότε μόνον δικαιολογημένη, αν θεωρηθεί αφενός ότι μια νέα πολιτική είναι συμβατή με το κράτος δικαίου και αφετέρου ότι έτσι αποκτάται σαφές στρατηγικό πλεονέκτημα.

Στις ΗΠΑ, ο πρόεδρος έχει την εξουσία να παγώνει τα περιουσιακά στοιχεία ξένων κρατών, όχι όμως κατά κανόνα και να προχωρά σε κατάσχεση – πλην αν η Αμερική βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με την εν λόγω χώρα. Όμως, από την ημέρα που η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, ο πρόεδρος Μπάιντεν προσπάθησε με κάθε τρόπο να ξεκαθαρίσει ότι η Αμερική δεν βρίσκεται σε ευθεία σύγκρουση μαζί της. Η εκτελεστική εξουσία των ΗΠΑ έχει τη δυνατότητα να μεταβιβάζει τον έλεγχο επί ξένων περιουσιακών στοιχείων αν πάψει να αναγνωρίζει την κυβέρνηση μιας χώρας, όπως συνέβη με κεφάλαια που ανήκουν στη Βενεζουέλα ή το Αφγανιστάν. Σήμερα όμως, οι ΗΠΑ δηλώνουν ότι δεν επιδιώκουν αλλαγή καθεστώτος στη Ρωσία.

 

Το κράτος δικαίου και τα στρατηγικά συμφέροντα

Σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, η καταβολή πολεμικών επανορθώσεων κατά κανόνα προϋποθέτει τη σύμφωνη γνώμη της χώρας που θα κληθεί να πληρώσει – συνήθως στο πλαίσιο μιας συνθήκης ειρήνης. Τέτοιου είδους διαπραγματεύσεις απέχουν πολύ ακόμη – και δεν θα έπρεπε να πιεσθεί η Ουκρανία να προχωρήσει προς αυτήν την κατεύθυνση. Όσο για την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν σε φυσικά πρόσωπα (όσο απεχθή κι αν είναι αυτά τα τελευταία), είναι κάτι που έχει αμφίβολη νομική υπόσταση ενόσω δεν έχει υπάρξει ακόμη καταδίκη τους από δικαστήριο. Επιπλέον, σε ορισμένες χώρες (για παράδειγμα, στη Γερμανία) μπορεί να τίθεται και θέμα αντισυνταγματικότητας.

Πλην όμως, τι ισχύει και με τα στρατηγικά συμφέροντα της Δύσης; Βραχυπρόθεσμα, μια μόνιμη κατάσχεση δεν θα έκανε διαφορά ως προς τη δυνατότητα του Κρεμλίνου να χρηματοδοτεί τη φονική πολεμική μηχανή του, και τούτο επειδή το καθεστώς του Πούτιν ήδη δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τα περιουσιακά στοιχεία που η χώρα διαθέτει στο εξωτερικό στο μέτρο που αυτά έχουν παγώσει μετά την επιβολή των κυρώσεων. Μακροπρόθεσμα, πάλι, το προηγούμενο της κατάσχεσης χωρίς να υπάρχει σαφής νομική βάση θα έθετε σε κίνδυνο όλα τα περιουσιακά στοιχεία που διακρατούνται διασυνοριακά (περιλαμβανομένων και των Δυτικών περιουσιών), δηλαδή θα δημιουργούσε διακινδύνευση για σφετερισμό μέσω κατάσχεσης υπό τη μορφή αντιποίνων από άλλες κυβερνήσεις. Επίσης, θα έδινε την πρόσθετη αφορμή σε κυβερνήσεις που δεν είναι σύμμαχοι των ΗΠΑ, ή που διατηρούν ασταθείς σχέσεις μαζί τους, να παρακάμπτουν το υπό αμερικανική ηγεσία χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο σήμερα αποτελεί βάθρο της ισχύος της Δύσης.

Αντί να προχωρήσει λοιπόν προς την κατεύθυνση της κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων, η Δύση θα πρέπει να ενισχύσει την πολεμική προσπάθεια της Ουκρανίας. Αυτό σημαίνει περαιτέρω χορήγηση βαριού εξοπλισμού και επιτάχυνση της αποστολής των όπλων αυτών – μαζί και με την εκπαίδευση των ουκρανικών δυνάμεων για τη χρήση τους. Σημαίνει επίσης και διατήρηση των κυρώσεων για όσο καιρό η Ρωσία συνεχίζει τον πόλεμο και κατέχει την Ουκρανία. Σημαίνει επίσης ότι, ακόμη κι αν δεν υπογραφεί συμφωνία ειρήνευσης και αν δεν πληρωθούν επανορθώσεις από τη Ρωσία, τότε Ευρώπη και Αμερική θα χρειαστεί να καλύψουν μεγάλο μέρος του λογαριασμού για την ανοικοδόμηση της θρυμματισμένης ουκρανικής οικονομίας.