Οι νέοι αριστοκράτες της ισχύος

 

Οικονομική Επιθεώρηση, Aπρίλιος 2019, τ. 981
ΠΟΛΙΤΙΚΗ από τον Τhe Economist

Τα ανώτατα εταιρικά στελέχη κυβερνούν τις επιχειρήσεις – Γιατί να μην κυβερνούν τις χώρες τους;

Επανέρχεται το Downton Abbey, αυτή τη φορά ως κινηματογραφική ταινία βασισμένη στη βρετανική τηλεοπτική σειρά – και το κοινό θα ξαναζήσει τις ημέρες όπου μια ισχυρή ελίτ περιστοιχιζόταν από υπηρέτες που φρόντιζαν για κάθε ανάγκη τους. Όμως, η σύγχρονη εκδοχή του Λόρδου και της Λαίδης Γκράνθαμ βρίσκεται σήμερα καθημερινά στα πρωτοσέλιδα. Τα ανώτατα εταιρικά στελέχη είναι η αριστοκρατία του σήμερα. Σοφέρ τούς μεταφέρουν με υπηρεσιακά αυτοκίνητα, ιδιωτικά τζετ τούς πηγαίνουν στο εξωτερικό. Οι καλύτεροι σεφ φροντίζουν για τα γεύματα στις εταιρικές τραπεζαρίες. Τα κεντρικά γραφεία των επιχειρήσεων λειτουργούν όπως τα μεγάλα κτήματα της παλιάς εποχής, καλύπτοντας πανάκριβες εκτάσεις στη Silicon Valley ή μεταβάλλοντας τον ορίζοντα στη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο. Οι τοίχοι των γραφείων καλύπτονται με έργα τέχνης της μόδας, περίπου όπως η παλιά αριστοκρατία κρεμούσε Καναλέτο ή Ρέμπραντ στα σαλόνια της.

Υπάρχει μάλιστα και η «σαιζόν» των ανώτατων στελεχών, κάθε Γενάρη, στο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός της Ελβετίας, ενώ τα ίδια στελέχη θα τα συναντήσει κανείς στις καλύτερες σουίτες σε αθλητικές διοργανώσεις όμως το Γουίμπλεντον ή το Superbowl. Μερικοί μάλιστα μπορεί να αγοράζουν και ολόκληρες ομάδες – δείγμα της κοινωνικής τους επιτυχίας.

Τα ανώτατα στελέχη αποτελούν, μαζί με τους σταρ, αντικείμενο σαγήνης του κοινού. Στη Μεγάλη Βρετανία ο Τύπος είναι γεμάτος από καταγγελίες για τον τρόπο με τον οποίο ο Φίλιπ Γκριν, διευθύνων σύμβουλος αλυσίδας λιανικής, μεταχειρίζεται τους υφισταμένους του. Ενώ, στην άλλη ακτή του Ατλαντικού, τα πρωτοσέλιδα κυριαρχούνται από το διαζύγιο του ιδρυτή της Amazon Τζεφ Μπέζος και τον καυγά του με το αμερικανικό σκανδαλοθηρικό National Enquirer.

Η αλήθεια είναι πως υπάρχουν και διαφορές ανάμεσα στους διευθύνοντες συμβούλους του σήμερα και την αριστοκρατία της αγγλικής επαρχίας των παλιών καιρών. Τα επιχειρηματικά στελέχη δουλεύουν πολύ πιο σκληρά από τους παλιούς αριστοκράτες και –με μόνη εξαίρεση τις οικογενειακές επιχειρήσεις– οι θέσεις τους δεν είναι κληρονομικές. Ακριβώς όμως όπως συνέβη με τους γαλαζοαίματους κτηματίες, έτσι και τα σημερινά αφεντικά έχουν δοκιμάσει να επιδείξουν τα ταλέντα τους σε μια ευρύτερη σκηνή: εκείνη της διακυβέρνησης. Στις ΗΠΑ, η τάση αυτή έρχεται από παλιά: ο Ρόμπερτ ΜακΝαμάρα μετέφερε τα οργανωτικά και μαθηματικά ταλέντα του από την αυτοκινητοβιομηχανία Ford στον Πόλεμο του Βιετνάμ – ασχέτως αν τα αποτελέσματα υπήρξαν απογοητευτικά.

Πιο πρόσφατη είναι η εξέλιξη να βλέπουμε ανώτατα στελέχη να δοκιμάζουν την πολιτική τους αξία στην κάλπη. Η τάση αυτή άρχισε να ξεδιπλώνεται με τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, για τον οποίο οι ψηφοφόροι πίστεψαν ότι θα έφερνε στην ιταλική οικονομία τις επιχειρηματικές του ικανότητες. Επιχειρηματίας βρίσκεται σήμερα στον Λευκό Οίκο, ενώ δύο άλλοι (ο Χάουαρντ Σουλτς της Starbucks και ο Μάικλ Μπλούμπεργκ της ομώνυμης εταιρείας) μπορεί να βρεθούν υποψήφιοι για την προεδρία το 2020.

Οι επιχειρηματίες διαθέτουν τον πλούτο που χρειάζεται για να χρηματοδοτούν τις καμπάνιες τους. Πολλοί έχουν ήδη κάποιαν αναγνωρισιμότητα, ενώ τείνουν να έχουν στενούς συμμάχους στον χώρο των μίντια ώστε να στηρίξουν την υποψηφιότητά τους. (Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι διέθετε ο ίδιος μιντιακό όμιλο.) Οι επιχειρηματίες έχουν επιπλέον τη δυνατότητα να παρουσιάζουν τον εαυτό τους ως πολιτικούς αουτσάιντερ, πάνω από την πολιτική διαπάλη – ρόλο που παλιότερα είχαν καταλάβει στρατηγοί όπως ο Σαρλ Ντε Γκολ ή Ντουάιτ Αϊζενχάουερ.

Η επιχειρηματική ελίτ μπορεί να μην περιορίζεται σε ένα μόνο κόμμα. Στη Βρετανία του 18ου αιώνα, οι αριστοκράτες διαιρούνται σε Τόρηδες και Ουίγους, ανάλογα με τη θέση που λάμβαναν σε ζητήματα όπως η συνταγματική μοναρχία ή η επικρατούσα Εκκλησία. Και σήμερα μπορεί κανείς να χωρίσει την επιχειρηματική ελίτ σε Τόρηδες που θέτουν την έμφαση στους χαμηλούς φόρους και τον περιορισμό των ρυθμιστικών παρεμβάσεων και Ουίγους που επικεντρώνονται στον κοινωνικό φιλελευθερισμό και το περιβάλλον. Οι ερχόμενες δεκαετίες μπορεί να τους δουν να μάχονται για την εύνοια των εκλογέων.

Το πρόβλημα είναι ότι η διακυβέρνηση μιας χώρας και μιας εταιρείας προϋποθέτουν σαφώς διαφορετικά προσόντα. Η πρόσφατη απογοητευτική οικονομική ανάπτυξη της Ιταλίας ξεκίνησε στη θητεία Μπερλουσκόνι. Η θητεία του Ρεξ Τίλερσον στο πηδάλιο της ExxonMobil δεν τον έκανε αποτελεσματικό υπουργό Εξωτερικών. Ο διευθύνων σύμβουλος έχει χρηματοοικονομικούς στόχους που χρειάζεται να επιτύχει, καθώς και μέλη του ΔΣ και κάποιους βασικούς μετόχους που πρέπει να ικανοποιήσει. Οι πολιτικοί πάντα θα κρίνονται με βάση ευρύτερους στόχους, πολλοί από τους οποίους μπορεί να ξεφεύγουν από τον έλεγχο των ιδίων. Όσοι προέρχονται από τον επιχειρηματικό κόσμο έχουν να αντιμετωπίσουν συγκρούσεις συμφερόντων, για τις οποίες συγκρούσεις δεν επαρκεί το «πάγωμα» των περιουσιακών στοιχείων τους σε blind trusts ώστε να προσπεραστούν.

Τέλος, δεν είναι πιθανό ο εναγκαλισμός της πολιτικής μέσω κάλπης να βελτιώσει την εικόνα της επιχείρησης ενός διευθύνοντος συμβούλου – ή και γενικότερα του επιχειρηματικού κόσμου. Οι επιχειρηματίες είχαν ανέκαθεν την ευχέρεια να ισχυρίζονται ότι κινούνται υπεράνω μικροπολιτικής, ότι επικεντρώνονται στο να δημιουργούν πλούτο και θέσεις απασχόλησης. Τώρα όμως θα κατηγορούνται για οτιδήποτε πάει στραβά, δηλητηριάζοντας έτσι την εικόνα τους.

Όπως λέγεται χαρακτηριστικά, κανείς που έχει επισκεφθεί τουαλέτα των Starbucks δεν θα πιστέψει ότι ο Χ. Σουλτς είναι κατάλληλος να καθαρίσει τη χώρα. Άμα δε πιστεύετε ότι σήμερα επικρατεί αντι-ελιτίστικη διάθεση στην κοινή γνώμη, αναμείνατε λίγο μέχρις ότου ζητηθεί από τους ψηφοφόρους να επιλέξουν μεταξύ δύο δισεκατομμυριούχων…

 

© The Economist. Μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε από τις Εκδόσεις Κέρκυρα Α.Ε., έπειτα από ειδική άδεια. Το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο βρίσκεται στο www.economist.com