Οι σχέσεις ΗΠΑ-ΕΕ στο μικροσκόπιο

 

Ο ιδιαίτερα θετικός τρόπος με τον οποίο έγινε μηντιακά δεκτή η συμφωνία Ντόναλντ Τραμπ-Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ για γεφύρωση του χάσματος που απειλούσε να εγκατασταθεί στις εμπορικές (τουλάχιστον) σχέσεις ΗΠΑ-ΕΕ, δείχνει περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο πόσο είχαν ανέβει οι φόβοι για το τι θα σήμαινε ένας ανοιχτός εμπορικός πόλεμος ανάμεσα στους δυο εταίρους. Εμπορικούς εταίρους – η διαμάχη ΗΠΑ-Κίνας είναι ευρύτερη σε οικονομικό αντικείμενο, αλλά δεν συγκρίνεται σε διαρθρωτικές μετενέργειες – κυρίως όμως βασικές συνιστώσες εκείνου που ονομάζουμε «Δύση».

Ο τρόπος με τον οποίο η Διοίκηση Τραμπ είχε δείξει ότι θα στόχευε τα Ευρωπαϊκά αυτοκίνητα (δημιουργώντας ψυχρό τρόμο στην Γερμανία: δεν είναι ασφαλώς η μόνη που παράγει/εξάγει αυτοκίνητα, όμως γι αυτήν ο κλάδος παίζει κυρίαρχο ρόλο) εξηγεί το πώς δομήθηκε η απαρχή συμφωνίας που προέκυψε από την συνάντηση Τραμπ-Γιουνκέρ.

Προκειμένου να υπάρξει χωριστή προσέγγιση για τον κλάδο του αυτοκινήτου , αλλά και να παγώσουν οι Αμερικανικοί δασμοί σε χάλυβα-αλουμίνιο υπήρξε συμφωνία «να συνεργασθούμε [τα δυο μέρη] προς μηδενικούς δασμούς, μηδενικούς μη-δασμολογικούς φραγμούς και μηδενικές επιδοτήσεις στα βιομηχανικά προϊόντα πλην αυτοκινήτων». Αυτό, ήδη ανταποκρίνεται στην πρόταση που «ανέβηκε» εξαρχής παρασκηνιακά από την Γερμανική βιομηχανία ως άμυνα στους Αμερικανικούς σχεδιασμούς. Προστέθηκε αναφορά στην «μείωση των φραγμών [για] αύξηση των συναλλαγών σε υπηρεσίες, σε χημικά και φαρμακευτικά προϊόντα, σε ιατρικά προϊόντα και [ρητή αναφορά] στην σόγια». Ενώ πιο χαλαρή διατύπωση αφορούσε την «στρατηγική συνεργασία  για την ενέργεια», που θεωρείται ότι σημαίνει αγορά Αμερικανικού φυσικού αερίου από τους Ευρωπαίους (υγροποιημένου, σχιστολιθικής προελεύσεως). Όλα αυτά με διαπραγματεύσεις μέσα στους επόμενους μήνες με από κοινού προσπάθεια για μεταρρύθμιση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, με «καρφιά» για τις σχέσεις προς Ανατολάς (ανάγνωθι: Κίνα).

Πρώτα-πρώτα , λοιπόν «λήξη συναγερμού» αφού οι συζητήσεις θα είναι… συζητήσεις και θα πάνε σε βάθος χρόνου. Σημαίνει αυτό ότι – όπως βιάστηκαν ουκ ολίγοι να συμπεράνουν – επανερχόμαστε στην μεγάλη διΑτλαντική συμφωνία ΤΤΙΡ, που την βούλιαξε ο Τραμπ μόλις βρέθηκε στην εξουσία; Κάπως νωρίς να το πούμε. Ύστερα, η Γιουνκεριανή διατύπωση ότι «ήρθαμε εδώ για συμφωνία, και συμφωνία υπήρξε» κρύβει μια μεγάλη ανακούφιση από Ευρωπαϊκή πλευρά – ποια; Μα, την αναγνώριση από τους Αμερικανούς ότι η αρμοδιότητα για τις εμπορικές διαπραγματεύσεις στην Ευρώπη ανήκει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και μόνον (ενώ η αρχική επιθετική στάση Τραμπ ωθούσε τα πράγματα προς διμερείς συμφωνίες με επιμέρους χώρες, που θα αποικοδομούσαν την ΕΕ αν περνούσαν στην πράξη).

Ο χρόνος, που ουσιαστικά συμφωνήθηκε είναι χρόνος κερδισμένος: οι Ευρωπαίοι, έχοντας την βαρύτερη παράδοση γραφειοκρατίας, είναι «κερδισμένοι» εδώ – πλην αν ο Τραμπ κάποια στιγμή αλλάξει μυαλά ή/και διαπραγματευτή ,αντί του Robert Lighthizer που έχει συναινετικές τάσεις.

Το κοινό ανακοινωθέν ΗΠΑ-ΕΕ έχει συμπεριλάβει κάτι σαν ρήτρα standstill/μη-διατάραξης των ισορροπιών, με αναφορά μαλιστα και «στο πνεύμα» της συμφωνίας, όμως με μια φρασούλα «εκτός κι αν οποιοδήποτε από τα μέρη τερματίσει τις διαπραγματεύσεις», διαπίστωση που… κάτι σημαίνει!

Από κει και πέρα, ο καθένας ξεκίνησε με την ερμηνεία/αξιολόγηση που τον βολεύει. Στην Γερμανία, οι αναφορές στην σόγια ταρακούνησαν μια κοινή γνώμη που επ’ ουδενί θέλει να υπάρξει ενδεχόμενο γενετικά τροποποιημένων οργανισμών/GMOs  στην διατροφική αλυσίδα (λέγε με σόγια…). Στην Γαλλία, ο Πρόεδρος Μακρόν τρικλοπόδιασε στην λογική συνολικής συμφωνίας με το επιχείρημα ότι τα γεωργικά προϊόντα δεν θάπρεπε να συμπεριληφθούν στις διαπραγματεύσεις: τρία σημεία εδώ, πρώτον η υπενθύμιση ότι στην μήτρα της ΕΕ δίπλα στα δασμολογικά βρίσκεται η Κοινή Αγροτική Πολιτική, δεύτερον… η σόγια, και τρίτον η βαρύτητα της γεωργίας για την Γαλλία. Η αναφορά σε μηδενικές επιδοτήσεις στα μη-βιομηχανικά προϊόντα θέτουν την ΚΑΠ στο στόχαστρο. Οπότε; Οπότε την σωστότερη στάση είχε ο Μάριο Ντράγκι, που μίλησε για «καλό σημάδι». Αλλά έσπευσε να τονίσει ότι δεν μπορεί να προχωρήσει περισσότερο στην αξιολόγησή του «γιατί δεν γνωρίζουμε την ουσία». Έτσι θα πάει το πράγμα τώρα.,