Στο μέσο της κυβερνητικής θητείας, στην έξοδο από τα lockdowns

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιούνιος 2021, τ. 1007

ΑΝΑΛΥΣΗ του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη – adp@economia.gr

Δύο Σύνοδοι Κορυφής θα φιλοξενηθούν μέσα στον Ιούνιο στις Βρυξέλλες. Όλοι στην Ελλάδα γνωρίζουν και έχουν στο στόχαστρο και σχολιάζουν και προ-αναλύουν την Κορυφή της ΕΕ, στις 24-25 Ιουνίου, όπου για μιαν ακόμη φορά «θα επαναξιολογηθεί η κατάσταση των σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας» με βάση τη συμπεριφορά της τελευταίας «και θα αποφασισθούν οι επόμενες κινήσεις». Η συνάντηση αυτή και οι συζητήσεις (και τα συμπεράσματα) είναι εκ μεταφοράς από τη συνάντηση του Απριλίου, εκ μεταφοράς από την Κορυφή του Μαρτίου, όπου είχε παραπεμφθεί το ζήτημα από την Κορυφή του Δεκεμβρίου 2020, και εκεί από την Κορυφή του Οκτωβρίου (για να είμαστε ειλικρινείς, εκεί κάπου υπήρξε και η πιο σοβαρή απόπειρα διαμόρφωσης θέσης της ΕΕ απέναντι στην τουρκική συμπεριφορά, ιδίως στην Ανατολική Μεσόγειο).

Βέβαια, και σ’ αυτήν την Κορυφή πολλοί σε Ελλάδα (και Κύπρο, μετά την προαναγγελθείσα/αναμενόμενη απογοήτευση της άτυπης Πενταμερούς της Γενεύης) θεωρούν ότι «κάτι» θα διευκρινιστεί στις σχέσεις με την Τουρκία, κάτι που να διαμορφώνει μέλλον. Όμως… η Κορυφή αυτή (και αυτή) θα βρει μπροστά της ζητήματα ατζέντας πολύ ευρύτερα, ακόμη κι αν επικεντρώσει κανείς το ενδιαφέρον του στις εξωτερικές σχέσεις της ΕΕ· ενώ και στις σχέσεις με Τουρκία, τα θέματα που σιγοβράζουν στις Βρυξέλλες είναι περισσότερο εκείνα της «θετικής ατζέντας», ή πάλι του μεταναστευτικού/προσφυγικού με τη λογική της επικαιροποίησης της Κοινής Δήλωσης του Μαρτίου 2016.

Όμως η άλλη Κορυφή μπορεί να αποδειχθεί ότι έχει μεγαλύτερη βαρύτητα, ακόμη κι αν μένει πιο πίσω στη δημόσια συζήτηση. Πρόκειται για την Κορυφή του ΝΑΤΟ, κι αυτή στις Βρυξέλλες, στις 14 Ιουνίου. Η «πρώτη» της εποχής Μπάιντεν, με ισχυρές πιθανότητες να κυριαρχηθεί από τη νέα περίοδο έντασης στις σχέσεις με τη Ρωσία (μετά την παρ’ ολίγον ανάφλεξη στην Ουκρανία), καθώς και από τα απόνερα της απόσυρσης από το Αφγανιστάν – ήδη και από την ακραία ένταση Ισραήλ/Παλαιστίνης. Όμως, το λάιτ μοτίβ της ανάγκης για αύξηση των αμυντικών δαπανών των μελών του ΝΑΤΟ (αυτό δεν μας αφορά: η Ελλάδα είναι από τις προπορευόμενες σ’ αυτό το θέμα, ιδίως δε τώρα με το νέο κύμα εξοπλισμών) θα επαναληφθεί, όπως και μια συζήτηση για την παρουσία των ΗΠΑ στην Ευρώπη μετά την απομάκρυνση Τραμπ από το προσκήνιο.

Σ’ αυτήν, πάντως, την Κορυφή ο πρόεδρος Μπάιντεν έχει προεξαγγελθεί ότι θα συναντηθεί με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σε μια προσπάθεια επαναδρομολόγησης της σχέσης ΗΠΑ-Τουρκίας μετά τους τελευταίους (σοβαρούς) κραδασμούς. Οπότε… οι προθέσεις Κυριάκου Μητσοτάκη για δική του συνάντηση εκτόνωσης με Ερντογάν (προθέσεις που, προσοχή!, συναντούν αρκετές διαφωνίες σε ενδοκυβερνητικό επίπεδο…) προσλαμβάνουν πρόσθετο ενδιαφέρον· μαζί και οι προσδοκίες για συγκεκριμενοποίηση των προθέσεων Μπάιντεν έναντι της Ελλάδας με την ευκαιρία της Κορυφής του ΝΑΤΟ.

Ενδιάμεσο συμπέρασμα: όποιος θέλει να βάλει στοιχήματα για τα ελληνοτουρκικά με φόντο τον φετινό Ιούνιο, καλύτερα να κρατά επιφυλάξεις.

 

Το άνοιγμα της οικονομίας – με πολλές διαστάσεις

Το βασικό στοίχημα του Ιουνίου, ωστόσο, είναι το άνοιγμα της οικονομίας. Σωστότερα: το ολοκληρωμένο ξεπέρασμα των διαδοχικών lockdowns, όπως ξεκίνησε με φόντο σταδιακή βελτίωση της υγειονομικής κατάστασης και όπως στηρίζεται αρκετά στην ελπίδα, στη βελτίωση του καιρού – αλλά και στην ανάγκη να σωθεί η τουριστική σεζόν.

Ξεκινώντας ακριβώς απ’ αυτό, η πορεία προς το τουριστικό άνοιγμα γίνεται με ΗΠΑ αρνητικές για ταξίδια προς Ελλάδα (αρνητικές σχεδόν για όλη την Ευρώπη βέβαια…), με Βρετανία να μας έχει στο πορτοκαλί, με Ρωσία διστακτική, με Γερμανία ανάλογα με το Land… Πάντως οι tour operators πιέζουν (ίσως περισσότερο κι από τον Χάρη Θεοχάρη ή το Μαξίμου!), οι αεροπορικές εταιρείες επίσης. Αυτό επιτρέπει την πρόβλεψη για ένα 40-45% σε τουριστικά έσοδα του 2021 έναντι των 18 δισ. ευρώ του 2019.

Το άνοιγμα της αγοράς, όπως κι όταν ολοκληρώθηκε μετά τα –όχι πάντα πειστικά/σοβαρά– επεισόδια των click-away ή της εστίασης/αναψυχής «χωρίς μουσική», δημιουργεί προσδοκία ανάκαμψης, παρά μια συνεχιζόμενη επιφυλακτικότητα της καταναλωτικής εμπιστοσύνης. (Οι δείκτες οικονομικού κλίματος κατά το ΙΟΒΕ βελτιώνονται, όμως η καταναλωτική εμπιστοσύνη μένει πίσω συγκριτικά με την ΕΕ παρά και τη συσσώρευση καταθέσεων.) Πάντως έτσι θεμελιώνεται, κατά την επίσημη πρόβλεψη, για ρυθμούς ανάπτυξης γύρω στο 3,5%-4% για φέτος – με ελπίδες για ξεπέρασμα του 6% το 2022.

Η πορεία των αναβαθμίσεων της Ελλάδας από τα rating agencies, καθώς και των ελληνικών τραπεζών, από S&P και από Fitch αντιστοίχως, καθώς και η έκδοση 5ετούς ομολόγου με απόδοση στη γειτονιά του μηδενός –με τα έντοκα εγκατεστημένα σε αρνητικές αποδόσεις– στηρίζουν τις θετικές προβλέψεις. Η διαπίστωση ότι για τη διετία 2020-21 το συνολικό ύψος των κονδυλίων που έχουν διατεθεί για στήριξη της οικονομίας πάει να ξεπεράσει τα 38 δισ. λειτουργεί προς την ίδια κατεύθυνση, όσο η ΕΕ παραμένει με τους δημοσιονομικούς της κανόνες στο ψυγείο.

Ωστόσο, η έμφαση από την κυβέρνηση –στα μέσα του 2021, δηλαδή στη διετία ήδη διακυβέρνησής της– επιχειρείται να τεθεί αλλού. Αφενός στην προσπάθεια να ξεκινήσει (στην πράξη, επί του πεδίου, όχι στις προθέσεις…) το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης με κινητοποίηση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, με στοίχημα ότι οι πιο δύσκολες μεταρρυθμίσεις –κυρίως το νομοσχέδιο για τα εργασιακά!– θα συμπαρασυρθούν, αφετέρου στην επιμονή στον μοχλό των φορολογικών ελαφρύνσεων (παράλληλα με ασφαλιστικές) για την επανεκκίνηση.

Πολλά τα στοιχήματα