Ο συνεχιζόμενος διάλογος Ε. Αχτσιόγλου – ΣΕΒ

 

Όταν η υπουργός Εργασίας Έφη Αχτσιόγλου κλήθηκε να τοποθετηθεί από βήματος Γενικού Συμβουλίου του ΣΕΒ, έθεσε στο τραπέζι την παραδοσιακή διχοτομία μεταξύ (α) της συμπίεσης των εργασιακών δικαιωμάτων και της μείωσης του εργασιακού κόστους (που ανήγαγε σε «αντίληψη του ΔΝΤ, αναποτελεσματική και κοινωνικά ολέθρια») και (β) του μείγματος πολιτικής που υιοθετεί η Κυβέρνηση «με την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων, την δημιουργία ευνοϊκού επενδυτικού περιβάλλοντος μέσα από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, την στιβαρή κοινωνική πολιτική και για τα μεσαία εισοδήματα».

Για να μην χαθεί κανείς στην μετάφραση, η στιβαρή αυτή πολιτική όσον αφορά το εισόδημα των εργαζομένων επιδιώκεται ήδη με δυο τρόπους:

  • Με την αύξηση του κατώτατου μισθού
  • Με την επεκτασιμότητα των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας

Και οι δυο αυτοί μηχανισμοί έχουν τεθεί σε λειτουργία. Ήδη από κλαδική σε κλαδική ΣΣΕ γίνεται επέκταση (ναυτιλιακές επιχειρήσεις, τράπεζες, τουριστικές, ντελίβερι/φαστφουντ – όχι ακριβώς ο πυρήνας του ΣΕΒ…) ενώ η διαδικασία διαβούλευσης με σκοπό την νομοθέτηση αύξησης του κατώτατου μισθού (και κατάργηση του υποκατώτατου, για τους νέους μέχρι 25 ετών, θυμίζουμε) έχει ξεκινήσει με ορίζοντα ολοκλήρωσης την νέα χρονιά.

Η τοποθέτηση του Προέδρου του ΣΕΒ Θ. Φέσσα, ακριβώς κατά την υποδοχή της υπουργού, υπήρξε «απάντηση» σε δυο επίπεδα: πρώτον επεσήμανε την ανάγκη η διαδικασία διαβούλευσης «να μην καταστεί επ’ ουδενί προσχηματική» και να μην «ακυρώσει την συστηματική τεκμηρίωση που απαιτείται για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας». Καθώς δε, με την νομοθέτηση της επίσπευσης της διαδικασίας διαμόρφωσης νέου κατώτατου μισθού, δημιουργείται νέα κατάσταση, ο ΣΕΒ ζήτησε/πρότεινε να ανακληθεί η νομοθετημένη αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών (0,5% εργοδοτών + 0,5% εργαζομένων για την επικουρική ασφάλιση) σε μια λογική αντιστάθμισης και στήριξης της ανταγωνιστικότητας.

Προκειμένου όμως να μην μείνει αυτή η ανταλλαγή απόψεων/τοποθετήσεων/προσεγγίσεων σε ένα πολιτικό επίπεδο, αντιθέτως δε να τεθεί στο τραπέζι η διάσταση της τεκμηρίωσης, ο ΣΕΒ δημοσιοποίησε μια διεξοδική ανάλυσή του για το τι συνέβη στην Ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια. Ώστε να υπάρχει μια βάση για την συζήτηση. Τιτλοφόρησε την παρουσίασή του (στο Εβδομαδιαίο Δελτίο για την Ελληνική Οικονομία): «Και όμως, οι μισθοί αυξάνονται! Όσο και η παραγωγικότητα! Χωρίς κρατική παρέμβαση…», ανατρέχοντας σε στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ που ήδη «καταγράφουν αυξήσεις μισθών κατά το 2017 και το α 6’μηνο του 2018, που συμβαδίζουν με τη παραγωγικότητα σε κλάδους που μπορούν να τις αντέξουν». Σπεύδει δε να απευθύνει έκκληση για «δράσεις που πρέπει να αναληφθούν για ισχυρή ανάκαμψη της παραγωγικότητας, που ακόμη μένει καθηλωμένη». Με μοττό  «επιτυχημένες επιχειρήσεις είναι εκείνες που έχουν ικανοποιημένους εργαζόμενους».

Σε πιο τεχνικό επίπεδο, ο ΣΕΒ θυμίζει ότι στα χρόνια μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης, οι μισθοί αύξανονταν στην Ελλάδα με σχεδόν 3πλάσιους ρυθμούς απ’ ό,τι στην Ευρώπη (+5,9% έναντι μέσου όρου Ευρωζώνης +2,3%). Αυτό έφερε το 2009-2010 βίαιη διόρθωση (ένα 25% απο κορυφή σε πάτο το 2013, στις αμοιβές ανά ώρα και ωριαία ακαθάριστη προστιθέμενη αξία: το διάγραμμα είναι ζαλιστικό και ως εικόνα) ενώ από κει και πέρα οι μεταβολές ακολουθούν την παραγωγικότητα. Αλλά και το 2017 οι αυξήσεις ήταν +0,1% (έναντι +1,5% στην Ευρωζώνη) και στο 6μηνο του 2018 +1,2% (έναντι +2,5%). Όλα αυτά με ενδιαφέρουσες κλαδικές διαφοροποιήσεις. Δεν κρύβει ο ΣΕΒ ότι η επαναφορά του πληθωρισμού το 2017 οδήγησε σε μικρή μείωση των πραγματικών μισθών (-0,5%), πράγμα που άλλωστε αποτυπώνεται στην συγκράτηση της ιδιωτικής κατανάλωσης (+0,1% το 2017, +0,4% το α’ 6μηνο του 2018).

Εξειδικεύοντας, τώρα, κλαδικά και ανάγοντας σε ωριαία αμοιβή εργασίας (ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης…) ο ΣΕΒ θέτει την βάση εκείνου που θεωρεί «τεκμηριωμένη διαβούλευση» για αύξηση των μισθών και παραγωγικότητα. Αναμένεται το ξεδίπλωμα των στοιχείων των υπολοίπων συντελεστών της διαβούλευσης.