Ο Τάκης Αράπογλου στην Τρ. Κύπρου

Νέος πρόεδρος της Τράπεζας Κύπρου ανέλαβε ο Τάκης Αράπογλου. Με μακρά πορεία στον ελληνικό τραπεζικό τομέα (Ιονική, Citibank, Εθνική, οι σημαντικότεροι σταθμοί) και όχι μόνο (πρόεδρος του Τιτάνα και στην Tsakos Energy Navigation), ο κ. Αράπογλου είχε μιλήσει στην Οικονομική και Βιομηχανική Επιθεώρηση το 1991, ως πρόεδρος της Ιονικής Τράπεζας. Τον Μάρτιο του 2009, πλέον πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας, παραχώρησε συνέντευξη στο Greek Business File, η οποία αποδόθηκε και στο τεύχος εκείνου του μήνα της Οικονομικής Επιθεώρησης . Ο χρόνος που μεσολάβησε μπορεί να αξιοποιηθεί ως κριτήριο για την ορθότητα των απόψεων που διατυπώνει.

«Χρειάζονται πολιτικές αποφάσεις, αλλά εγώ δεν είμαι πολιτικός

 


Στη φωτογραφία ο Τάκης Αράπογλου µε τον Φίλιππο Πάγκαλο, αριστερά, και τον Χάρη Παπαχρήστο, δεξιά, στους οποίους παραχώρησε τη συνέντευξη

Το άρθρο για τη συνέντευξη του κ. Αράπογλου, όπως φιλοξενήθηκε στο τεύχος Μαρτίου 2009 της Οικονομικής Επιθεώρησης – ακολουθεί το πλήρες κείμενο

Σύμφωνα µε πολλούς αναλυτές και τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης «η κρίση χτυπάει την πόρτα της Ελλάδας». Η αγορά κλυδωνίζεται, οι επενδυτές είναι νευρικοί, οι αποταμιευτές φοβισμένοι, οι χρηματιστές επιφυλακτικοί, οι πολιτικοί απαισιόδοξοι. Ο Τάκης Αράπογλου δεν συμφωνεί πλήρως µε αυτή την ανάλυση – δεν πιστεύει ότι η κρίση έχει πλήξει ως τώρα την Ελλάδα. Ο λόγος είναι απλός: η ελληνική οικονομία δεν είναι ιδιαίτερα ανοιχτή – θα μπορούσε μάλιστα κάποιος να τη χαρακτηρίσει κλειστή. Και το γεγονός αυτό έχει, εν µέρει και τηρουμένων των αναλογιών, και τη θετική του πλευρά.

Βέβαια, µια κάποια επίπτωση υφίσταται: αν εξετάσει κανείς την κατάσταση σε ό,τι αφορά τα µη αποδοτικά δάνεια (non-performing loans) θα διαπιστώσει ότι οι εταιρείες που είχαν κάποιο πρόβλημα τώρα αντιµετωπίζουν ακόµη µεγαλύτερα προβλήµατα. Παρ’ όλα αυτά, όµως, δεν έχει παρατηρηθεί αύξηση του αριθµού των επιχειρήσεων που αντιµετωπίζουν πρόβληµα.

Ελλάδα και Βαλκάνια
Οι µακροοικονοµικές συνθήκες στη νοτιοανατολική Ευρώπη (τα Βαλκάνια και την Τουρκία) καταδεικνύουν ότι βαδίζουµε προς επιβράδυνση της οικονοµίας. Αυτό όµως δεν σηµαίνει ότι οι οικονοµίες των χωρών αυτών θα «ακινητοποιηθούν». Οι προβλέψεις τις φέρνουν να αναπτύσσονται µε ρυθµούς που θα κυµαίνονται µεταξύ 0% και 1,5%. Χωρίς αµφιβολία πρόκειται για σηµαντικότατη επιβράδυνση αλλά, αντίθετα από όσα συµβαίνουν στη δυτική Ευρώπη και στις ΗΠΑ, θα υπάρξει, έστω µικρή, ανάπτυξη. Οι χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης έχουν διαχειριστεί τη σταθερότητα των νοµισµάτων τους αποτελεσµατικά. Η Τουρκία διαθέτει ένα σταθερό τραπεζικό σύστηµα, το οποίο χαρακτηρίζεται από ικανοποιητική κεφαλαιοποίηση και αυστηρές εποπτικές αρχές και δεν αντιµετωπίζει κρίση ρευστότητας. Στη Ρουµανία επίσης δεν υπάρχει τραπεζική κρίση, δεδοµένου ότι το µεγαλύτερο ποσοστό του ρουµανικού τραπεζικού συστήµατος ανήκει σε ξένες τράπεζες οι οποίες δέχονται τη στήριξη των κυβερνήσεών τους.
Η Ελλάδα, κατά τις εκτιµήσεις του Τ. Αράπογλου, θα αναπτυχθεί το 2009 µε ρυθµό γύρω στο 0,5% –που θα µπορούσε να θεωρηθεί ικανοποιητικός σε σχέση µε την υπόλοιπη δυτική Ευρώπη. Ας µην ξεχνάµε ότι ένα ποσοστό περί το 30% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος της χώρας παράγεται από την παραοικονοµία, µε αποτέλεσµα να κυκλοφορεί πολύ χρήµα. Εξάλλου, τα ενυπόθηκα δάνεια στην Ελλάδα φθάνουν τα 70 δισ. ευρώ. Τα µισά περίπου από αυτά τα δάνεια είναι συνδεδεµένα µε το επιτόκιο βάσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τα υπόλοιπα µε το Euribor. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων µηνών αµφότερα τα επιτόκια µειώθηκαν κατά 2,75%, γεγονός το οποίο ελάφρυνε το βάρος δανεισµού των νοικοκυριών κατά περίπου 2 δισ. ευρώ. Αν προσθέσει κανείς τα επιχειρηµατικά δάνεια, που υπολογίζονται σε 100 έως 120 δισ. ευρώ, θα διαπιστώσει ότι, µε τη µείωση κατά 2,75% του Euribor, η ελάφρυνση ανέρχεται στα 3 δισ. ευρώ περίπου. Αυτό απλά σηµαίνει ότι ο ιδιωτικός τοµέας θα βρεθεί φέτος µε 5 δισ. ευρώ επιπλέον στην τσέπη. Τα χρήµατα αυτά θα διοχετευθούν στην αποταµίευση και στην κατανάλωση και αποτελούν, χωρίς αµφιβολία, ένα καλό δίχτυ ασφαλείας για την ελληνική κοινωνία. Πράγµα που σηµαίνει ότι η κοινωνία δεν θα βρεθεί χωρίς χρήµα.
Τα νέα δάνεια που χορηγούνται ετησίως κυµαίνονται µεταξύ 10 και 12 δισ. ευρώ. Τα ονοµαστικά επιτόκια των νέων δανείων είναι οριακά υψηλότερα από τα επιτόκια των παλαιότερων δανείων διότι, παρότι τα επιτόκια της ΕΚΤ έπεσαν, ο κίνδυνος πιστωτικού περιθωρίου αυξήθηκε. Το spread risk όµως θα µειωθεί τελικά όταν εξοµαλυνθεί η αγορά και τα επιτόκια θα συνεχίσουν να µειώνονται κατά τη διάρκεια του 2009.

Η ελληνική τραπεζική αγορά
Οι ισολογισµοί των ελληνικών τραπεζών είναι σε µεγάλο ποσοστό καθαροί, εκτιµά ο Τ. Αράπογλου. Και αυτό για έναν απλό λόγο: τα τελευταία δύο χρόνια οι τράπεζες δραστηριοποιούνταν σε αγορές που αναπτύσσονταν δυναµικά και συνεπώς επέτρεπαν υψηλά περιθώρια κέρδους, µε αποτέλεσµα να µην επενδύσουν σε προϊόντα τα οποία αποδείχθηκαν τοξικά. Θεωρεί ότι παρότι, µε την εξαίρεση της ΕΤΕ και της ΑΤΕ, οι περισσότερες ελληνικές τράπεζες υποφέρουν από υψηλή µόχλευση (leverage), η κεφαλαιακή τους επάρκεια τις προστατεύει από τις ζηµίες οι οποίες έπληξαν τη δυτικοευρωπαϊκή αγορά. Σε µια εποχή που έχουµε δει τραπεζικούς κολοσσούς να καταρρέουν, επισηµαίνει, αποτελεί επιτυχία ότι δεν έχουν υπάρξει θύµατα µεταξύ των ελληνικών τραπεζών. Αν έτσι έχουν τα πράγµατα, γιατί τότε αποφάσισε η ΕΤΕ να συµµετάσχει στο πακέτο στήριξης που εξήγγειλε η κυβέρνηση; Απλούστατα διότι η Εθνική αποφάσισε να παίξει διευκολυντικό ρόλο. Ο ίδιος πιστεύει ότι η ρευστότητα είναι απαραίτητο να στηριχθεί οµοιόµορφα από το σύνολο του τραπεζικού συστήµατος. Έτσι η ΕΤΕ πήρε την απόφαση να συµµετάσχει παρότι δεν έχει ανάγκη από κεφάλαια αφού η κεφαλαιοποίησή της είναι ικανοποιητική. Στο σηµείο αυτό ο Τ. Αράπογλου είναι σαφής και κατηγορηµατικός: η Εθνική µετέχει γιατί θέλει να δείξει ότι είναι διατεθειµένη να στηρίξει την πρωτοβουλία, παρόλο που το Tier-1 της (τα βασικά ίδια κεφάλαια) βρίσκονται στο 10,5 µε ελάχιστο το 8.
Και, από τη στιγµή που συµµετέχει, η τράπεζα θα κάνει πλήρη χρήση όλων των διευκολύνσεων που προσφέρει το σχέδιο, αν και θα χρησιµοποιήσει τα εργαλεία που αφορούν τη ρευστότητα µόνον αν τα χρειαστεί. Η ΕΤΕ έχει πλεονάζουσα ρευστότητα που αγγίζει τα 10 δισ. ευρώ – πέντε «στο χέρι» και άλλα πέντε δυνητικά µέσω τιτλοποιήσεων και καλυµµένων οµολογιών. Ο Τ. Αράπογλου θεωρεί ότι δεν θα ήταν δίκαιο να απορροφήσει η Εθνική ρευστότητα που οι άλλες τράπεζες θα µπορούσαν να χρησιµοποιήσουν – τουλάχιστον µέχρις ότου εξαντλήσει τη δική της. Εξάλλου, δεν έχει ληφθεί ακόµη καµία απόφαση για το κατά πόσον και πότε θα αποχωρήσει η Εθνική από το πρόγραµµα ενίσχυσης της ρευστότητας – τα όσα γράφτηκαν στον Τύπο δεν αποτελούσαν επίσηµη θέση της τράπεζας.
Η παρούσα χρηµατιστηριακή συγκυρία, παρ’ όλα αυτά, θα µπορούσε να αποτελεί, όπως λένε οι Αγγλοσάξονες, µια «µεταµφιεσµένη ευλογία», µια συγκαλυµµένη ευκαιρία: η χαµηλή αποτίµηση των µετοχών των τραπεζών δεν θα µπορούσε να αποτελέσει εφαλτήριο για εξαγορές και συγχωνεύσεις; ∆εν είναι η απόλυτη τιµή των µετοχών αυτό που µετράει σε αυτές τις περιπτώσεις, εκτιµά ο πρόεδρος της Εθνικής, αλλά η αποτίµησή τους στο πλαίσιο της συµφωνίας ανταλλαγής µετοχών (equity swap). Και σ’ αυτό το µέτωπο δεν έχει παρατηρηθεί κάποια ουσιώδης µεταβολή. Εν πάση περιπτώσει, ο Τ. Αράπογλου δεν διαβλέπει πιθανότητες να σηµειωθεί κάποια εξέλιξη σε αυτό τον τοµέα.
Οι λόγοι γι’ αυτό είναι πολλοί – ο σηµαντικότερος είναι, θα λέγαµε, συναισθηµατικός: τρεις από τις τέσσερις µεγάλες ελληνικές τράπεζες είτε ανήκουν στους ιδρυτές τους είτε ελέγχονται ή διοικούνται από αυτούς. Πρόκειται για ισχυρές και επιτυχηµένες προσωπικότητες και το προσωπικό στοιχείο ενδέχεται να επηρεάζει τις αποφάσεις τους επί του θέµατος. Η Εθνική δεν ανήκει σε κάποιο πρόσωπο, διοικείται από επαγγελµατίες οι οποίοι εστιάζουν στα νούµερα -και είναι τα νούµερα εκείνα που καθορίζουν αν και κατά πόσον είναι σκόπιµη η συνένωσή της µε άλλη τράπεζα. Κατά την εκτίµηση του διευθύνοντος συµβούλου της τέτοια προοπτική, προς το παρόν, δεν υφίσταται.
Σε ό,τι αφορά το δανεισµό, η ΕΤΕ υπήρξε πολύ προσεκτική στις κινήσεις της και δεν βρίσκεται σήµερα ιδιαίτερα ή υπερβολικά εκτεθειµένη σε κάποιον συγκεκριµένο κλάδο. Τα τελευταία χρόνια µείωσε σηµαντικά την εµπλοκή της σε προβληµατικούς τοµείς, όπως στη ναυτιλία, στον τουρισµό και στις κατασκευές, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τη ναυτιλία, τα στοιχεία είναι σαφή: σε σύνολο δανείων ύψους 80 δισ. ευρώ, µόνον τα 1,9 δισ. αφορούν το ναυτιλιακό κλάδο. Συγκεκριµένα, η Εθνική έχει παραχωρήσει δάνεια στις κορυφαίες 25 παραδοσιακές εφοπλιστικές οικογένειες, κάθε µία από τις οποίες έχει εµπειρία στον κλάδο µεγαλύτερη των 50 ετών. Η διεθνής κρίση µπορεί να επηρεάσει δυσµενώς τον ελληνικό τουρισµό, δεν αποκλείεται όµως να έχει θετική επίδραση – στο µέτρο που οι υψηλού εισοδήµατος καταναλωτές τουριστικών υπηρεσιών αρχίσουν να αποφεύγουν ακριβότερους τουριστικούς προορισµούς και στραφούν προς τη χώρα µας.
Τέλος, όσον αφορά την αγορά ακινήτων, η αγωνία σχετικά µε το µεγάλο αριθµό νεόδµητων τα οποία παραµένουν αδιάθετα είναι ίσως υπερβολική: στο κάτω κάτω, µεγαλύτερος ήταν ο αριθµός των απούλητων κατοικιών πριν από την κρίση. Το πρόβληµα δεν δηµιουργήθηκε τον τελευταίο καιρό. Και, πέραν αυτού, στην Ελλάδα ποτέ δεν βιώσαµε πραγµατική «φούσκα» στην αγορά ακινήτων. Οι τιµές ανέβαιναν γύρω στο 4% µε 5% το χρόνο. Αυτό δεν συνιστά «φούσκα».
Συνεπώς όλα είναι εντάξει, δεν χρειάζονται αλλαγές στην οικονοµική πολιτική; Το αντίθετο: «Χρειάζεται να απελευθερώσουµε την οικονοµία, να την καταστήσουµε πιο αποδοτική, αποτελεσµατική και ανταγωνιστική και να µειώσουµε τη δηµόσια γραφειοκρατία. Αλλά αυτά είναι πολιτική. ∆εν είµαι, όµως, πολιτικός».
Πόσο αισιόδοξος είναι, τελικά, ο Τ. Αράπογλου; ∆εδοµένης της πορείας της µετοχής της Εθνικής κοιµάται καλά τα βράδια; Ο ίδιος δηλώνει ψύχραιµος – άλλωστε δεν υπάρχουν και πολλά που µπορεί να κάνει σε ό,τι αφορά την τιµή της µετοχής. Αυτό που µπορεί να κάνει, και το κάνει, είναι να ασχοληθεί µε τα οικονοµικά αποτελέσµατα, την κερδοφορία, την κεφαλαιακή επάρκεια και τη ρευστότητα της τράπεζας. Ούτε τα 50 αλλά ούτε και τα 15 ευρώ αντικατοπτρίζουν την πραγµατικότητα: η «σωστή» τιµή βρίσκεται κάπου στη µέση. Άλλωστε η τιµή µιας µετοχής διαµορφώνεται από τις αντιλήψεις των ανθρώπων. Η αγορά επηρεάζεται από την ψυχολογία – αυτό το έχουµε πια µάθει όλοι καλά.