Πίσω από τις εναλλακτικές για τις συντάξεις

 

Τέσσερεις εναλλακτικές βρίσκονται στο τραπέζι – σωστότερα: στο παρασκήνιο ακόμη, γιατί στο επίσημο τραπέζι των διαβουλεύσεων για την μετά-τα-Μνημόνια εποχή τίποτε δεν έχει τεθεί ευθέως –, για την προσέγγιση του πολύκροτου ζητήματος των συμφωνημένων/προνομοθετημένων περικοπών των συντάξεων. Η πρώτη, να επιχειρηθεί ευθέως ανάκληση της βασικής αυτής πτυχής του Νόμου Κατρούγκαλου με διατήρηση της «προσωπικής διαφοράς» για τους παλιούς συνταξιούχους. Η δεύτερη, να γίνει το ίδιο αλλά μόνο για τις κάτω των 850-1000 ευρώ συντάξεις. Η τρίτη, να προχωρήσουν μεν οι μειώσεις αλλά σε τέσσερα 6μηνιαία βήματα. Η τέταρτη, να αναβληθεί η υλοποίηση του μέτρου για 1η Ιουλίου 2019 (ή για 1η Ιανουαρίου 2020) «και μετά βλέπουμε».

Ήδη οι δυο κεντρικοί συντελεστές του πολιτικού παιχνιδιού βρέθηκαν να τοποθετούνται. Ο μεν Αλέξης Τσίπρας βρέθηκε στην Σύρο, όχι απλώς ως Κυκλάδες/Νότιο Αιγαίο αλλά και ως Νεώριο, δηλαδή κατάλοιπο της βιομηχανικής παρουσίας μιας ολόκληρης εποχής. Και μίλησε για τις προτεραιότητες του αύριο στον «κόσμο της δουλειάς και του μόχθου» και τις προοπτικές ανάπτυξης που θα φέρει απασχόληση «και όχι τυπικούς αριθμούς», αλλά και γενικότερα για το κοινωνικό μέτωπο.

Ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης, προσπερνώντας ως φαίνεται οριστικά την ανακίνηση θέματος άμεσων εκλογών καθώς… οι κάλπες βρίσκονται αναγκαστικά πλέον κοντά μας, πήρε πλέον μια θέση με πολιτικό βάθος, στο Ασφαλιστικό. Δηλαδή; Δηλαδή προανήγγειλε (α) κατάργηση του (ούτως ή άλλως τραυματιστικού) Νόμου Κατρούγκαλου, και (β) επανασυζήτηση του θέματος των πρωτογενών πλεονασμάτων (ώστε να βγαίνει κάπως ο λογαριασμός).

Μένουμε για λίγο περισσότερο στο Ασφαλιστικό/συνταξιοδοτικό: είναι αλήθεια ότι μεταξύ όλων των ουσιαστικά ενδιαφερομένων – δηλαδή… των ήδη συνταξιούχων, των αυριανών συνταξιούχων και των σημερινών ασφαλισμένων που προσδοκούν ότι κάποτε/κάπως θα τους αποδοθεί κάτι από τις εισφορές τους – «ουδείς ζητάει ή έστω δέχεται μείωση των συντάξεων». Υπάρχει και η άλλη υπενθύμιση: ότι όταν – το 2001 – πήγε να περάσει ο Νόμος Γιαννίτση για κάποιο συμμάζεμα στο Ασφαλιστικό και ύστερα παρευθύς αποσύρθηκε, οι πάντες – μα, οι πάντες! – με αγαλλίαση έλεγαν (στον Τύπο, στα συνδικάτα, στα κόμματα) ότι «για μια γενιά έχει λυθεί το Ασφαλιστικό». Τώρα, όλοι – Κυβέρνηση, Ν.Δ., μετα-ΠΑΣΟΚ – προσπαθούν να διώξουν από πάνω τους το στίγμα ότι ψήφισαν ή θα δέχονταν μειώσεις στις συντάξεις: «κάτι δείχνει αυτό για την κοινωνία».

Αν όμως μείνουμε εκεί που βρισκόμαστε – παριστάνοντας ότι στο συνταξιοδοτικό είναι ζήτημα δημοσιονομικό, άρα ένα τωρινό υπερπλεόνασμα αρκεί για να πάει πίσω η προοπτική μειώσεων στις συντάξεις, ή πάλι αν κολλήσουμε στο ότι οι μειώσεις αποτελούν επιβολή των δανειστών (αρχικά του ΔΝΤ, τώρα π.χ. του Όλαφ Σολτς εις ρόλον νέου Σόιμπλε) – οδηγούμε τον κόσμο στον (αυριανό) τοίχο. Οι υπερβολικές ασφαλιστικές κρατήσεις του Νόμου Κατρούγκαλου σπρώχνουν όλο και περισσότερο κόσμο στην μαύρη ή γκρίζα αγορά εργασίας, καθώς οποιαδήποτε αμοιβή άνω των 1200 – 1300 ευρώ «χάνεται» ασφαλιστικά. Αυτό υπόσχεται να αδειάσει σταδιακά από έσοδα την Κοινωνική Ασφάλιση , την οποία σήμερα υπερηφάνως η Κυβέρνηση δείχνει να πραγματοποιεί υπερπλεονάσματα στον ΕΦΚΑ. Την ίδια ώρα, ή μάλλον σε βάθος χρόνου, η γήρανση του πληθυσμού θα κάνει το ίδιο. Γι αυτό, το να σπρωχτεί παραπέρα το πρόβλημα – π.χ. με το επιχείρημα ότι… δεν προλαβαίνουν οι υπηρεσίες να κάνουν τον επανυπολογισμό των συντάξεων, άρα ας περιμείνουμε για ένα 6μηνο ή χρόνο! – δεν δίνει ανάσα. Προσθέτει βάρος.

Παρόμοια και με τα εργασιακά, όπου η παρουσία Τσίπρα στο Νεώριο έρχεται να συμπληρώσει τις διακηρύξεις Αχτσιόγλου και ήδη Νεφελούδη για ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων (μέσα στον Σεπτέμβριο θα ξαναδούμε π.χ. την επεκτασιμότητα στις κλαδικές επί το έργον), ή ακόμη για την κλιμακωτή αύξηση του κατώτατου μισθού (όπου και η Ν.Δ. έσπευσε να δηλώσει ότι δεν αντιτίθεται σε «λελογισμένη αύξηση» – πλην όταν ακούστηκε βήμα αύξησης περί το 5% ανέβηκε η αμφισβήτηση: «ψίχουλα!»). Οι αληθινά άνεργοι, οι ανασφαλέστατα εργαζόμενοι δεν ζητούν «αίσθηση προστασίας». Χρειάζονται – και θα ζητούσαν, αν είχαν φωνή  – αξιόπιστη και ευπρεπή δουλειά. Αυτήν, όμως, ποιος την υπερασπίζεται σε μια ακόμη ξέπνοη αγορά εργασίας;