Πίσω και πέρα από την κατακραυγή κατά Τραμπ

 

Μέσα σε λιγότερες από δέκα μέρες, ο Ντόναλντ Τραμπ – «The Donald» και για τα Αμερικανικά μήντια, με ένα μείγμα αποστασιοποίησης και αποδοχής, απόρριψης και παραδοχής της επιβολής του – κατόρθωσε να εξοργίσει το μεγαλύτερο μέρος της υφηλίου. Δρομολόγησε, με πρώτη δόση δασμολογικών μέτρων ύψους 34 δις δολαρίων (με άλλα τόσα σε αντίμετρα της απέναντι πλευράς) γνήσιο εμπορικό πόλεμο με την Κίνα. επέβαλε αντίστοιχα μέτρα με επίκληση λόγων «εθνικής ασφάλειας» στον Καναδά, ενώ ωριμάζουν πολύ βαρύτερα μέτρα απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. επετέθη κατά της Γερμανίας, καταγγέλλοντας ότι οι αμυντικές της δαπάνες (στο 1% του ΑΕΠ αντί του συμφωνημένου σε επίπεδο ΝΑΤΟ 2%, με δικό του στόχο το 4%) αγοράζουν τζάμπα προστασία, ενώ η ενεργειακή διασύνδεση του Βερολίνου με το ρωσικό φυσικό αέριο δημιουργεί εξάρτηση από την Μόσχα. εκφράσθηκε ευθέως επιθετικά εναντίον της ΕΕ στο σύνολό της. κάλεσε την Μεγ. Βρετανία «να μηνύσει» την ΕΕ αντί να διαπραγματεύεται μαζί της για το Brexit. υπονόμευσε – αποτελεσματικότατα – την Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ. Και, last but not least, σε μια όλο και πιο αμφιλεγόμενη συνάντηση Κορυφής με το Βλαντίμηρ Πούτιν στο Ελσίνκι, άφησε άναυδους τους πάντες και εξόργισε τους περισσότερους όταν παραδέχθηκε ότι περισσότερο εμπιστεύεται τον λόγο του Ρώσου Προέδρου παρά τις υπηρεσίες της ίδιας του της χώρας για την υπόθεση του προεκλογικού επηρεασμού των πολιτικών πραγμάτων των ΗΠΑ από την Μόσχα. (Α, ναι, και μερικές ημέρες νωρίτερα είχε αυτοτελώς επιχειρήσει να κλείσει το μέτωπο απόλυτης κόντρας με την Βόρεια Κορέα, στην διμερή με τον Κιμ Γιονγκ Ουν – τον μέχρι τότε κατ’ αυτόν εκφραστή της απόλυτης απειλής).

Όλα αυτά – καθώς και το εν γένει ύφος Τραμπ, η γλώσσα Τραμπ, η επικοινωνία Τραμπ – έφεραν την πανταχόθεν κατακραυγή εναντίον του Αμερικανού Προέδρου. Ο οποίος, εν τω μεταξύ, άδραξε την ευκαιρία προκειμένου να προαναγγείλει την επομένη υποψηφιότητά του για το 2020.. Αν όμως κοιτάξει κανείς πιο προσεκτικά, διαπιστώνει ότι μέσα σ’ όλον αυτόν τον θόρυβο και την παραζάλη και την απορία και την (εν πολλοίς) απόρριψη αρχίζει να διαμορφώνεται ένα ολόκληρο, νέο, διαφοροποιημένο πλαίσιο διεθνών σχέσεων. Ανεξάρτητα από το αν πίστεψε κανείς ή όχι στο Washington Consensus ή και σε ένα παγκόσμιο σύστημα που λειτουργούσε βάσει κανόνων/rules-based, εκείνο το οποίο βαθμιαία εγκαθίσταται (και, κοιτάζοντας προς τα πίσω, ήδη αχνόφεγγε από τα μέσα της περασμένης δεκαετίας…) είναι ένα σύστημα αντιπαλοτήτων –  εντός-ορίων.

Όπου οι  ΗΠΑ βρίσκονται σε ανοιχτή πλην ελεγχόμενη διαπάλη – οικονομική, αμυντική, διπλωματική – και με την Κίνα, και με την Ρωσία και με ό,τι αντιπροσωπεύει πλέον η ΕΕ. Η εκμάθηση αυτού του συστήματος δεν θα είναι ούτε εύκολη, ούτε αδάπανη υπόθεση. Άλλωστε ήδη, για παράδειγμα, το ΔΝΤ υπολογίζει το κόστος της διάστασης «εμπορικού πολέμου» σε άνω των 400 δις δολαρίων στο διεθνές εμπόριο. Ενώ – πλησιέστερα σ’ εμάς – η Ευρώπη αναζητεί τον βηματισμό της με αναβάθμιση των εσωτερικών αντιπαλοτήτων. Όμως πίσω και πέρα παο την κατακραυγή κατά Τραμπ, κάτι έχει ήδη αλλάξει.