Κάτι περισσότερο από αθλοτουριστικό γεγονός

 

Οικονομική Επιθεώρηση, Σεπτέμβριος 2021, τ.1010

Αθλητισμός του Χρήστου Αναγνωστόπουλου*

 

Από τις 6 έως τις 10 Οκτωβρίου 2021 η Ελλάδα φιλοξενεί την 3η μεγαλύτερη αθλητική διοργάνωση πολλαπλών αθλημάτων της τελευταίας 20ετίας, μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 και τα Special Olympics του 2011. Πρόκειται για τους 3ους Παγκόσμιους Αγώνες Εργασιακού Αθλητισμού, που διοργανώνει ο Ελληνικός Οργανισμός Εργασιακής Άθλησης & Υγείας, ο οποίος είναι μέλος –και λειτουργεί υπό την αιγίδα– τόσο της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Εργασιακού Αθλητισμού (European Federation for Company Sport, εν συντομία EFCS) όσο και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Εργασιακού Αθλητισμού (World Federation for Company Sport, εν συντομία WFCS). Η Αθήνα μάλιστα γίνεται η πρώτη Ολυμπιακή πόλη που φιλοξενεί τη συγκεκριμένη αθλητική διοργάνωση. Είχαν προηγηθεί οι αγώνες στην ισπανική Πάλμα ντε Μαγιόρκα το 2016 και στη γαλλική Λα Μπολ το 2018.

Η διοργάνωση αποτελεί, ίσως, το σημαντικότερο «προϊόν» αθλητικού τουρισμού με πολλαπλές και ποικίλες επιπτώσεις, τόσο για τη διοργανώτρια χώρα όσο και για τους συμμετέχοντες οργανισμούς και τους εργαζομένους αυτών. Μολονότι εν μέσω πανδημίας σημειώνονται καθημερινά πολλές ανατροπές, οι προσώρας εκτιμήσεις αναφέρουν ότι οι συμμετέχοντες (αθλητές/-τριες και συνοδοί για τα 28 διαφορετικά αθλήματα) θα υπερβούν τις 6.000, με περισσότερους από τα 2/3 αυτών να προέρχονται από το εξωτερικό. Πρόχειροι υπολογισμοί σχετικά με τις μετακινήσεις, τη διαμονή και τη διατροφή ομάδων και αθλητών, καθώς και τις οργανωτικές δαπάνες (παραγωγές, επικοινωνία, διοικητικά έξοδα, υγειονομικές υπηρεσίες, εξοπλισμός), δείχνουν ότι η διοργάνωση αναμένεται να τονώσει την τοπική οικονομία με περισσότερα από 6.000.000 ευρώ. Ας σημειωθεί ότι η Οργανωτική Επιτροπή θα μισθώσει αθλητικές εγκαταστάσεις αντί του ποσού των 150.000 ευρώ, ενώ αναμένεται να δημιουργηθούν περί τις 100 θέσεις εργασίας.

Ωστόσο, εάν προσεγγίσουμε την εν λόγω αθλητική διοργάνωση αποκλειστικά ως ένα «προϊόν» αθλητικού τουρισμού, αυτό θα ήταν μυωπικό, μιας και ο εργασιακός αθλητισμός δύναται αφενός να επαναπροσδιορίσει τη σχέση εργοδότη-εργαζομένου, αφετέρου να συνεισφέρει στη διαμόρφωση ενός ανταγωνιστικότερου επιχειρηματικού περιβάλλοντος – ακόμη και σε εθνικό επίπεδο.

 

Σύγχρονη εργασία και φυσική δραστηριότητα

Είναι κοινώς παραδεκτό ότι στην εποχή μας ο εργασιακός βίος επηρεάζεται από τον γρήγορο ρυθμό της ζωής, οδηγώντας σε εντατικοποίηση της εργασίας, διαρκή πίεση χρόνου και ανάληψη πολλαπλών καθηκόντων. Πέραν όμως αυτών των διαρθρωτικών και μακροπρόθεσμων αλλαγών, τόσο η οικονομική κρίση όσο και οι ευρύτερες επιπτώσεις της πανδημίας ωθούν όλο και περισσότερο εργοδότες και εργαζομένους να κάνουν ό,τι είναι δυνατόν προκειμένου να παραμένουν ανταγωνιστικοί.

Το πλαίσιο αυτό, σε συνδυασμό με τη ραγδαία τεχνολογική ανάπτυξη, δημιουργεί πλείστα εμπόδια για τη φυσική δραστηριότητα που έχουν ανάγκη οι άνθρωποι, με ολέθρια αποτελέσματα για τη σωματική και ψυχική τους υγεία. Πράγματι, σύμφωνα με έκθεση που δημοσιοποίησε προ επταετίας ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία, η έλλειψη χρόνου και ο υψηλός φόρτος εργασίας αναφέρθηκαν ως ο πιο κοινός παράγοντας κινδύνου μεταξύ των εργαζομένων με προβλήματα υγείας όπως η καταπόνηση, η κατάθλιψη ή το άγχος. Σε επίπεδο επιχειρήσεων και οργανισμών, οι οικονομικές επιπτώσεις του εργασιακού άγχους και των ψυχοκοινωνικών κινδύνων συνδέονται με επιδείνωση της παραγωγικότητας, υψηλότερα επίπεδα απουσίας από την εργασία και ανανέωσης προσωπικού. Ιδιαίτερης μνείας χρήζει η αναποτελεσματική παρουσία στην εργασία (presenteeism), η οποία ταυτίζεται με τη μειωμένη απόδοση ενός εργαζομένου, ως αποτέλεσμα προβλημάτων υγείας παντός τύπου.

Ταυτόχρονα, όπως καταγράφουν τα αποτελέσματα του Ευρωβαρόμετρου, το 41% των Ευρωπαίων αναφέρουν ότι κάνουν καθιστική ζωή για 5,5 ώρες ή/και περισσότερο σε καθημερινή βάση, ενώ μόνο 4 στους 10 ασκούνται ή αθλούνται τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα· τα στοιχεία υποδεικνύουν την ανάγκη μείωσης της καθιστικής συμπεριφοράς και της αποχής από αθλητικές δραστηριότητες.

Τα δεδομένα αυτά, λοιπόν, καθιστούν πιο επιτακτική την ανάγκη για οργάνωση και εφαρμογή προγραμμάτων άσκησης και υγείας στον εργασιακό χώρο, σε όσο περισσότερες επιχειρήσεις και οργανισμούς είναι δυνατό. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι το Παγκόσμιο Σχέδιο Δράσης του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τη Φυσική Δραστηριότητα (Global Action Plan on Physical Activity 2018-2030) υπογραμμίζει τη σημασία που έχει το ευρύτερο εργασιακό πλαίσιο στην αύξηση της φυσικής δραστηριότητας του πληθυσμού, ιδιαίτερα μέσω πρωτοβουλιών που είναι συναφείς και χωρίς αποκλεισμούς για άτομα με διαφορετικές ικανότητες.

 

Παγκόσμιοι Αγώνες: Μια μεγάλη ευκαιρία ώθησης για τον εργασιακό αθλητισμό

Οι Παγκόσμιοι Αγώνες του Οκτωβρίου στην Αθήνα θα μπορούσαν να αποτελέσουν το εφαλτήριο για μια διαφορετική προσέγγιση ως προς την ενίσχυση και την προώθηση του εργασιακού αθλητισμού. Άλλωστε, μέλη του Ελληνικού Οργανισμού Εργασιακής Άθλησης & Υγείας μπορεί να είναι εταιρείες/οργανισμοί του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα, Μη Κερδοσκοπικές Οργανώσεις, υπάρχουσες ή νεοσύστατες εταιρικές ομάδες, υπάρχουσες ομάδες που αποτελούνται από υπαλλήλους διαφορετικών εταιρειών/οργανισμών, καθώς επίσης αυτοαπασχολούμενοι και μεμονωμένα άτομα (εργαζόμενοι) που επιθυμούν να πάρουν μέρος σε μια οργανωμένη κίνηση αθλητικών δραστηριοτήτων. Όλα τα μέλη έχουν την ευκαιρία να συμμετέχουν ενεργά σε εθνικούς και διεθνείς αθλητικούς οργανισμούς, καθώς και σε εθνικούς αθλητικούς διαγωνισμούς της Βόρειας Ελλάδας που πραγματοποιούνται σε ετήσια βάση, καθώς και σε άλλες ευρωπαϊκές και διεθνείς εκδηλώσεις που διοργανώνουν οι EFCS και WFCS αντιστοίχως.

Ας αναφερθεί ενδεικτικά ότι το 2018, κατά τη διάρκεια των 7ων Εθνικών Αγώνων Εργασιακού Αθλητισμού στη χώρα μας, έλαβαν μέρος περισσότεροι από 1.000 εργαζόμενοι και πραγματοποιήθηκαν άνω των 600 αγώνων σε 11 διαφορετικά αθλήματα (ο αριθμός των αθλημάτων στους Παγκόσμιους Αγώνες του Οκτωβρίου θα είναι υπερδιπλάσιος). Σε εθνικό επίπεδο, οι δραστηριότητες του Ελληνικού Οργανισμού Εργασιακής Άθλησης & Υγείας υποστηρίζονται διαχρονικά από πολλά υπουργεία, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, εταιρείες και άλλους θεσμικούς φορείς, οι οποίοι συμβάλλουν ουσιαστικά στη φιλικότερη διεξαγωγή των αγώνων.

 

Η ελληνική πραγματικότητα

Στην Ελλάδα, ωστόσο, πρακτικές που αποσκοπούν στην ενίσχυση του εργασιακού αθλητισμού δεν αποτελούν προτεραιότητα της προληπτικής πολιτικής για την υγεία του πληθυσμού. Από το 2003 έως σήμερα, η ΕΕ χρηματοδότησε αρκετές δράσεις πρόληψης, στο πλαίσιο των Προγραμμάτων Δημόσιας Υγείας. Εντούτοις, αυτές είχαν έναν γενικό ενημερωτικό προσανατολισμό, άλλοτε απευθύνονταν σε κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες, όπως είναι οι χρήστες εξαρτησιογόνων ουσιών ή οι οροθετικοί, ενώ κατά ένα μεγάλο μέρος επικεντρώνονταν στα σχολεία και στον μαθητικό πληθυσμό. Ο χώρος της εργασίας θεωρήθηκε –και εξακολουθεί να θεωρείται– δευτερεύουσας σημασίας για την ανάπτυξη δράσεων πρόληψης σε θέματα υγείας. Αυτό ισχύει και για τις ίδιες τις επιχειρήσεις, οι οποίες προτιμούν να χρηματοδοτούν δράσεις που απευθύνονται στις διάφορες κοινότητες, γενικά –θεωρώντας ότι με την πρακτική αυτήν ενισχύουν πολύ περισσότερο τη δημόσια εικόνα τους– παρά στους ίδιους τους εργαζομένους τους.

Βέβαια, η πρόληψη και η φροντίδα της υγείας των εργαζομένων δεν είναι εφικτό να διαχωριστεί σε ό,τι συμβαίνει στον χώρο εργασίας και σε ό,τι συντελείται –ως στάση, συμπεριφορά και πρακτική από τους εργαζομένους– εκτός του χώρου εργασίας. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, οι ακολουθούμενες πολιτικές θα πρέπει να αντιμετωπίζουν την υγεία των εργαζομένων υπό το πρίσμα μιας ολιστικής προσέγγισης. Σε αυτήν την κατεύθυνση, όπως αναφέρει και μελέτη του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, το κράτος θα μπορούσε να συνεισφέρει στην ενίσχυση προγραμμάτων εργασιακού αθλητισμού, απαλλάσσοντας από τη φορολογία εισοδήματος τα επιμίσθια τα οποία παρέχουν οι επιχειρήσεις στους εργαζομένους για τη συμμετοχή τους σε δραστηριότητες που ενισχύουν την υγεία τους.

Η διοργάνωση των 3ων Αγώνων Εργασιακού Αθλητισμού στην Αθήνα απολαύει της υποστήριξης και τελεί υπό την αιγίδα σημαντικών φορέων, όπως (μεταξύ άλλων) της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, του Υπουργείου Τουρισμού και του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών και της Περιφέρειας Αττικής. Επιπλέον, η Τελετή Έναρξης των Αγώνων έχει τεθεί υπό την αιγίδα της Επιτροπής «Ελλάδα 2021», η οποία μάλιστα την έχει εντάξει ως δράση στο εθνικό πρόγραμμα εορτασμού της. Ως εκ τούτου, συνιστά μια σπουδαία ευκαιρία για επαναπροσδιορισμό της αξίας του εργασιακού αθλητισμού στη χώρα μας.

 

Τι είναι ο εργασιακός αθλητισμός και γιατί θεωρείται σημαντικός

Με βάση τη σχετική βιβλιογραφία,[1] με τον όρο «εργασιακός αθλητισμός» νοείται το σύνολο των αθλητικών δραστηριοτήτων ή των σωματικών ασκήσεων που οργανώνονται με πρωτοβουλία των εργοδοτών μιας επιχείρησης και απευθύνονται στους εργαζομένους τους. Σε αυτού του είδους τις δραστηριότητες επιδιώκεται ένας διπλός στόχος που αφορά αμφότερες τις πλευρές: η βελτίωση της υγείας των εργαζομένων αλλά και η αύξηση της παραγωγικότητας της επιχείρησης ή του εργασιακού κλάδου γενικότερα.

Πράγματι, το επίπεδο της υγείας των εργαζομένων φαίνεται να είναι άμεσα συνδεδεμένο με την αύξηση της παραγωγικότητας και της κερδοφορίας των επιχειρήσεων. Εκτός της υγείας, εξίσου σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν η αίσθηση ικανοποίησης από τις παροχές που προσφέρει η επιχείρηση, το ενδιαφέρον που εκδηλώνει η εργοδοσία για τα γενικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι, καθώς και το ηθικό και ομαδικό πνεύμα που επιδεικνύουν οι τελευταίοι κατά τις ώρες εργασίας.[2] Πιο συγκεκριμένα, μελέτες υποδεικνύουν ότι έχει παρατηρηθεί όχι μόνο αύξηση της παραγωγικότητας κατά 7% στις περιπτώσεις κατά τις οποίες προγράμματα εργασιακού αθλητισμού ενθαρρύνονται από την ηγεσία και προσφέρονται από τον οργανισμό, αλλά και περιορισμός του άγχους υπαλλήλων που συμμετέχουν στα εν λόγω προγράμματα σε σύγκριση με τους ανενεργούς αθλητικά συναδέλφους τους.

Εάν συνυπολογίσουμε ότι, σύμφωνα με έγκυρες εκτιμήσεις, οι εργαζόμενοι απουσιάζουν 7% λιγότερες ημέρες τον πρώτο χρόνο και 12% τον δεύτερο, καθώς και ότι για κάθε 1 δολάριο που επενδύεται σε προγράμματα εργασιακού αθλητισμού τα εταιρικά κέρδη αυξάνονται κατά 1,11 δολάρια τον πρώτο και 2,05 δολάρια τον δεύτερο χρόνο, τότε γίνεται φανερό ότι και η οικονομική πλευρά της αξίας αυτών των  προγραμμάτων αποδεικνύεται βαρύνουσας σημασίας. Τέλος, είναι βεβαίως αξιοσημείωτα τα ευρήματα εμπειρικών μελετών που καταδεικνύουν ότι οι εργοδότες οι οποίοι παρέχουν στους εργαζομένους τη δυνατότητα να αθληθούν κρίνονται θετικά, ενώ και οι σχετικοί οργανισμοί θεωρούνται πιο δημοφιλείς μεταξύ των ανέργων.

 

* Ο Δρ Χρήστος Αναγνωστόπουλος είναι αναπληρωτής κοσμήτορας της Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων στο University of Central Lancashire Κύπρου. Αρθρογραφεί επί θεμάτων που αφορούν τη διακυβέρνηση, τη διαχείριση και την επιχειρηματικότητα στον αθλητισμό.

[1] Ι. Τριγώνης, «Προγράμματα Εργασιακού Αθλητισμού», στο Γ. Κώστα, Ο. Ματσούκα, Ε. Τσίτσκαρη και Ι. Τριγώνης, Αθλητική ψυχαγωγία και αναψυχή, Αθήνα: Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, 2015· διαθέσιμο στο http://hdl.handle.net/11419/4956.

[2] S. Titze, B. W. Martin, R. Seiler, W. Stronegger και B. Marti, «Effects of a lifestyle physical activity intervention on stages of change and energy expenditure in sedentary employees», Psychology of Sport and Exercise 2 (2001), σσ. 103-116.