Ποια Τουρκία;

 

Από πού να ξεκινήσει κανείς και που να προχωρήσει; από την απόφανση Ερντογάν ότι «τα επιτόκια είναι η μητέρα και ο πατέρας όλων των δεινών» (αυτά στα μέσα Μαΐου, προτού συρθεί σε αύξηση των επιτοκίων της Κεντρικής Τράπεζας κατά 4,25% σε δυο κοντινές δόσεις 3+1,28% για να ανακοπεί η κατολίσθηση της λίρας), που τώρα πάλι επανέρχεται δριμύτερη με αναγωγή στην ισλαμική άρνηση του τόκου; ή από τα ευθύτατα πυρά του Τουρκικού ΥΠΕΞ κατά των πρέσβεων Ισραήλ και Αιγύπτου για «άτοπες διατυπώσεις στήριξης [προς την Κυπριακή Δημοκρατία]», με απειλητικές μάλιστα συστάσεις «να μην υπερβαίνουν τα όριά τους»;

Λέμε να ξεκινήσουμε από το δεύτερο; σε ψιλο-άσχετο συνέδριο στην Λευκωσία (αφορούσε… τους αποδήμους) υπήρξε τοποθέτηση της πρέσβεως της Αιγύπτου Μάι Ταχά Μοχάμεντ στην Μεγαλόνησο, τοποθέτηση που θεωρήθηκε από ιστοσελίδες ότι αναφέρθηκε σε «μη δισταγμό χρήσης στρατιωτικής βίας (εναντίον της Τουρκίας, μετά τις προκλήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο), εάν είναι απαραίτητο». Η τοποθέτηση αυτή διορθώθηκε κάπως, ως «ελπίζουμε να μην φθάσουμε σε χρήση στρατού στην περιοχή […] αλλά θα προσφέρουμε όποια δυνατή βοήθεια στην Κύπρο». Με την αναμενόμενη μεγαλύτερη αμεσότητα, ο Ισραηλινός Πρέσβης στην Κύπρο Σάμμυ Ρεβέλ ευχήθηκε «να μην υπάρξει οποιαδήποτε στρατιωτική επέμβαση από το Ισραήλ στην περιοχή» [ εξαιτίας των τουρκικών προκλήσεων]. Σε σαφώς πιο συγκρατημένες επισημάνσεις είχαν προβεί και οι πρέσβεις ΗΠΑ και Ελλάδας. Ίσως όμως ακόμη πιο σημαντικό να είναι ότι, μ’ αυτό το φόντο, συγκλήθηκαν – παράλληλα – τα Συμβούλια Ασφαλείας Ισραήλ και Τουρκίας.

Η Άγκυρα προχώρησε – δια του εκπροσώπου του ΥΠΕΞ της – στις υποδείξεις που αναφέραμε στην αρχή του σημειώματος προς τους πρέσβεις, όμως αξίζει να προσέξει κανείς ότι αφού αναφέρθηκε στα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων στους φυσικούς και οικονομικούς πόρους (ΑΟΖ), κατήγγειλε την ΕλληνοΚυπριακή πλευρά ως μη αντιλαμβανόμενη «μια πιθανή συνεργασία win-win, που θα μπορούσε να προκύψει στο νησί και την Ανατολική Μεσόγειο, με μια λύση για την οποία η Τουρκοκυπριακή πλευρά όσο και η Τουρκία έχουν καταβάλει την μέγιστη προσπάθεια ώστε να επιτευχθεί». Ο καθείς μπορεί να αξιολογήσει, όμως άμα συγκρίνει με το γεγονός ότι υποτίθεται πως η Άγκυρα ετοιμαζόταν να προβεί σε έρευνες υδρογονανθράκων (αν μη σε γεωτρήσεις) στο Οικόπεδο 3 (το επίμαχο όπου ανεκόπησαν οι εργασίες ΕΝΙ-ΚoGas) αλλά και στο Οικόπεδο 6 (όπoυ Total-ENI) η επιθετικότητα μάς φαίνεται περισσότερο φραστική, ενώ σαν «κάτι» να εισεπράχθη από την στάση Ισραήλ-Αιγύπτου στην Άγκυρα…

Ασφαλώς οι βδομάδες που έρχονται θα δείξουν πού θα σταθεί η μπίλια. (Με την Ελλάδα σε τραγική – πάλιν – εσωστρέφεια). Όμως η Τουρκική οικονομία – μετά και από την στροφή της Fitch , μετά και την Moody’s, σε «αρνητική προοπτική» όσον αφορά αρκετές Τουρκικές τράπεζες, μετά και την υποβάθμιση της συνολικής τουρκικής οικονομίας – που τραντάχτηκε περισσότερο μετά την νίκη Ερντογάν στις Προεδρικές εκλογές και την ανάδειξη του γαμπρού του Αλμπαϊράκ στην θέση του Υπουργού Οικονομικών, είναι μια οικονομία που αντιμετωπίζει πλέον ανοιχτά ενδεχόμενο ανώμαλης προσγείωσης. Διότι μπορεί η έκθεση του δημόσιου τομέα της Τουρκίας σε δανεισμό να είναι περιορισμένη (κάπου στο 42% του ΑΕΠ), όμως ο ιδιωτικός τομέας και δη ο επιχειρηματικός είναι  εξαιρετικά εκτεθειμένος στο εξωτερικό: μια οικονομία κάπου 900 δις δολαρίων έχει για το 2018 κάτι σαν 230 δις δολάρια ανάγκες εξωτερικής χρηματοδότησης (όταν οι αποδόσεις του Τουρκικού 10ετούς αγγίζουν το 18% , κάτι άβολο συμβαίνει). Άμα λοιπον οι τουρκικές Τράπεζες – το δικό τους βραχυπρόθεσμο άνοιγμα στο εξωτερικό έχει ξεπεράσει τα 80 δις δολάρια – βρεθουν με οριακή εμπιστοσύνη, το αύριο σκοτεινιάζει.

Συμπέρασμα: ποια Τουρκία;