Πολιτική για τον Covid-19 και αποτίμηση των συνεπειών της πανδημίας με στοιχεία

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Όσο συνεχίζεται η συζήτηση για τις επιλογές που γίνονται στην συνεχιζόμενη αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού αλλά και για την οικονομική επίπτωση από τα μέτρα που έχουν ληφθεί (βασικά, το lock-down όπως εφαρμόστηκε εν τέλει σε όλες τις χώρες, όμως με διαφορετικό χρονισμό και ήδη διαφορετικά αποτελέσματα), τόσο αρχίζουν οι γενικές προσεγγίσεις και προβλέψεις για το «πού θα πάει το πράγμα» να αντιστηρίζονται με πραγματικά στοιχεία – τουλάχιστον στις χώρες και τους κύκλους συζήτησης όπου τα στοιχεία και όχι η εντύπωση παίζει κεντρικό ρόλο.

Στο Αγγλόφωνο τμήμα του ιστότοπου της economia έχουμε φιλοξενήσει μια συζήτηση με τους ερευνητές του London Business School, Andrea Galeotti και Paolo Surico (καθώς και με τον Ηλία Παπαϊωάννου, επίσης του LBS, χάρις στον οποίο είχαμε την ευκαιρία της επαφής).

Ο αναγνώστης μπορεί να επισκεφθεί την συζήτηση αυτή, όμως θα αναπαραγάγουμε εδώ την αξιολόγηση του ποιες ήταν – ex post – οι βέλτιστες πολιτικές όπως αυτές εφαρμόσθηκαν:

«Παρά το γεγονός ότι τα lock-down υπήρξαν αναπόφευκτα, το κύριο αντικείμενο αυτής της επιλογής ήταν να αγοράσουμε χρόνο για την επόμενη φάση: το εκ νέου άνοιγμα. Συνεπώς για μας, προκειμένου να αξιολογηθεί η «βέλτιστη πολιτική» ανά τις διάφορες χώρες θα πρέπει να δούμε οι χώρες αυτές αξιοποίησαν αυτόν τον χρόνο για να προετοιμάσουν μια στρατηγική εξόδου». Η παρατήρηση αυτή έχει – θαρρούμε – ιδιαίτερη σημασία σ’ εμάς, όπου κυριαρχεί η αυτεπιβράβευση μιας στάσης που πραγματικά έδωσε εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό θυμάτων – αλλά τώρα το «άνοιγμα» προχωράει με πολλά τραντάγματα.

Καθώς η συζήτηση για τα τεστ στην τωρινή φάση έχει πυκνώσει, ανακινήσαμε και αυτό το ζήτημα. Η βασική προσέγγιση:

«Τα τεστ αποτελούν σπάνιο πόρο, και υπάρχουν διάφοροι τύποι που μας δίνουν διαφορετική πληροφορία. Δεν υπάρχει λοιπόν μια γενική βέλτιστη επιλογή. [Πάντως] άμα το ζητούμενο είναι να μάθουμε ποια είναι η έκταση της (υφιστάμενης) μετάδοσης της ασθένειας, θα χρησιμοποιούσαμε τεστ αντισωμάτων. Ιδανικά, θα ελέγχαμε το σύνολο του πληθυσμού. Αφού όμως κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, χρειαζόμαστε τέτοια διενέργεια τεστ, που να. οδηγούν σε συμπεράσματα για το σύνολο του πληθυσμού. Βέλτιστη επιλογή θα ήταν ένα σωστά δομημένο αντιπροσωπευτικό δείγμα του πληθυσμού». Όχι ακριβώς η επιλογή που έχουμε κάνει στην Ελλάδα, με τα τεστ να γίνονται κατά προτεραιότητα (=σχεδόν μόνο) στους ευάλωτους ή ειδικούς πληθυσμούς.

Περνώντας, τώρα, στην σφαίρα των οικονομικών συνεπειών από την κρίση του Covid-19 όπου καθημερινά βλέπουμε να διατυπώνονται εκτιμήσεις και προβλέψεις , ιδού μια προσέγγιση με στοιχεία:

Σε άρθρο των P. Surico, D. Kaenzig και S. Hacioglu (στον ιστότοπο του Centre for Economic Policy Research) και με βάση μεγάλο όγκο συναλλαγών από βρετανική εταιρεία Fintech μέσα στην κρίση του Covid-19, προκύπτει κάμψη κατά 40-50% στην δαπάνη των νοικοκυριών στην Βρετανία. Η πτώση προκύπτει μεγαλύτερη στις μεταφορές, την εστίαση και τις λιανικές πωλήσεις – αυτό αναμενόμενο. Αρχικά υπήρξε αύξηση στις διαδικτυακές αγορές, ειδικά στα είδη διατροφής, στην συνέχεια όμως η τάση αναστράφηκε.

Οι μειώσεις εισοδημάτων γίνονται ήδη αισθητές, με μέση μείωση γύρω στο 30% (ακριβέστερα: διάμεση, δηλαδή ίσος αριθμός μειώσεων άνω του 30% και κάτω από το ποσοστό αυτό). Τόσο στις περιπτώσεις ενυπόθηκου δανεισμού όσο και σε εκείνες δανεισμού χωρίς εξασφαλίσεις, οι οφειλέτες με δυσχέρειες εξυπηρέτησης πληθαίνουν αισθητά. Τέλος τόσο η εισοδηματική όσο και η καταναλωτική ανισότητα επιτείνεται γρήγορα, με τις οικονομικά μειονεκτούσες ομάδες να υφίστανται την μεγαλύτερη ποσοστιαία υποχώρηση. Οι καταγραφές αυτές του CEPR είναι πολύ μεγαλύτερες απ’ όσα η βρετανική Κυβέρνηση ανέμενε, αλλά και η Τράπεζα της Αγγλίας είχε υπολογίσει.

Επειδή στην Ελλάδα την επανόδου στην «μερική κανονικότητα» η συζήτηση για την έκταση της ύφεσης θυμίζει κολοκυθιά – το παιχνίδι του παιδιών – και η αντίστοιχη για την φύση της κρίσης ως προς τις οικονομικές επιπτώσεις, η μελέτη αυτή – με βάση, επαναλαμβάνουμε, στοιχεία/hard evidence – θα ήταν καλό να τραβήξει την προσοχή, κι ας αφορά διαφορετική χώρα.